Ο Οδυσσέας Ιωάννου δεν χρειάζεται συστάσεις, ούτε βέβαια η παρέα που ανεβαίνει μαζί του στη σκηνή του Διάνα.

Η «Κοινή ησυχία» που έγραψε ο Οδυσσέας και σκηνοθέτησε η Ελένη Ράντου φέρνει το Βασίλη Παπακωνσταντίνου στη σκηνή -μαζί με τους μουσικούς του- και ακριβώς δίπλα του τοποθετεί το δικό μας όνειρο. Που χάθηκε, που βρέθηκε ξανά και προσπαθούμε όλοι να κρατήσουμε ζωντανό.

Μια παράσταση που παίχτηκε πέρυσι για πολύ λίγες παραστάσεις και που στην φετινή της πορεία έχει ήδη αγαπηθεί πολύ.

Υπέροχη μουσική, ωραίες ερμηνείες από τους ηθοποιούς και ένας Οδυσσέας Ιωάννου αφηγητής αλλά και καταλύτης, η φωνή πίσω από τους δημιουργούς αλλά και η φωνή η δική μας.

Το έχουμε πει πολλές φορές όλα αυτά τα χρόνια που τον ακούμε μέσα από το ραδιόφωνο και τον ακολουθούμε μέσα από τους στίχους του, τα λόγια του Οδυσσέα είναι όλα αυτά που θέλει η δική μας γενιά να πει και δεν βρίσκει πάντα τις κατάλληλες λέξεις. Και στο «9.05» αλλά και στην «Κοινή ησυχία» ο στόχος είναι ο ίδιος. Να μάθουμε να ονειρευόμαστε ξανά, και αν η μουσική δεν είναι ο καλύτερος τρόπος να μας το θυμίσει τότε ποιος;

Ανεβαίνει φέτος για δεύτερη χρονιά η παράσταση «Κοινή ησυχία». Χρειάστηκε να κάνετε αλλαγές;

Η παράσταση «Kοινή ησυχία» παίχτηκε πέρυσι μόνο για ένα μήνα. Σκεφτήκαμε μήπως χρειάζεται να κάνουμε κάποιες προσαρμογές αλλά καταλήξαμε ότι ένα τέτοιο έργο δε χρειάζεται καμιά επικαιροποίηση. Γιατί για αυτά που μιλάγαμε πριν ενάμιση χρόνο, αυτό το έλλειμμα που θέλαμε να δείξουμε, είναι κάτι που δεν έχει αλλάξει. Το έλλειμμα του ονείρου. Αντιθέτως θα έλεγα ότι η καραντίνα και οι ιστορίες των δύο τελευταίων χρόνων έχουν επιτείνει αυτό το πρόβλημα. Το έχουν κάνει πολύ πιο εμφανές.

Στην ουσία θέλουμε να μιλήσουμε για το γεγονός ότι δεν κουβεντιάζουμε πια στις παρέες όμορφα πράγματα. Δεν κουβεντιάζουμε για το μέλλον, δεν κουβεντιάζουμε για όνειρα. Αυτό είναι κάτι που δεν έχει να κάνει με την ηλικία, ότι όσο μεγαλώνεις αλλάζουν και οι προτεραιότητες σου και κουβεντιάζεις για πιο απτά πράγματα. Το βλέπω και στους νεότερους. Σαν να αισθάνομαι ότι θεωρούν ότι αυτό που ζούμε είναι μία πραγματικότητα που είναι μοναδική, ότι δεν υπάρχει καμία εναλλακτική, ότι έτσι είναι η ζωή και ότι είναι χάσιμο χρόνου να ονειρεύεσαι και να φαντάζεσαι κάτι καλύτερο και κάτι ομορφότερο. Στην ουσία η παράσταση προσπαθεί να πείσει ακριβώς γι’ αυτό. Ότι δεν ονειρευόμαστε κάτι για να γίνει, ονειρευόμαστε για να κοιτάμε ψηλά. Θεωρώ ότι το όνειρο είναι στάση σώματος. Σε κρατάει όρθιο, κρατάει το κορμί σου όρθιο και το μάτι σου πηγαίνει πιο ψηλά από την ευθεία. Το μάτι πρέπει να πηγαίνει πιο ψηλά από την ευθεία. Αυτό μας κρατάει ζωντανούς. Ανεξάρτητα αν αυτό που πιστεύεις είναι μια ουτοπία ή όχι. Η ουτοπία δεν είναι χαμένος χρόνος, δεν είναι χαμένο αίσθημα, αλλά κρατάει το σώμα σου όρθιο. Αυτό θέλουμε να δείξουμε στην παράσταση.

Υπάρχουν άνθρωποι που είδαν την παράσταση «9.05» διψήφιο αριθμό παραστάσεων. Έλεγαν πάμε να πιούμε ένα ποτό και ερχόντουσαν στο «9.05». Μια κοπέλα με την κόρη της έχουν το ρεκόρ με 19 φορές. Τα πρώτα δείγματα που έχουμε και από την «Κοινή ησυχία» είναι παρόμοια. Ένιωσαν αυτή την οικειότητα, ότι εδώ γίνεται κάτι που μας αφορά. Πιστεύω ότι και αυτή τη φορά θα υπάρξουν άνθρωποι που θα δουν πολλές φορές την παράσταση.

Την περίοδο της καραντίνας σου έλειψε η σκηνή;

Μου λείπει πάρα πολύ η προετοιμασία της παράστασης. Αλλάξαμε και ηθοποιό, ήρθε ο Δημήτρης Καπετανάκος, αυτό σημαίνει ότι κάναμε από την αρχή πρόβες, στήσαμε την παράσταση από την αρχή και ήταν πολύ γοητευτικό όλο αυτό. Αυτό που μου λείπει είναι η συγκεκριμένη παρέα, είναι άνθρωποι με τους οποίους είμαστε μαζί πάρα πολλά χρόνια, οπότε το να δουλεύεις μ’ αυτή την παρέα, με μία τέτοια ομάδα και να στήνεις πράγματα, αυτό μου έχει λείψει πάρα πολύ. Νομίζω ότι είμαστε μία ομάδα που έχουμε πάρα πολλούς κοινούς κώδικες, τους έχουμε σφυρηλατήσει με τα χρόνια. Είναι μια σχέση που μας κρατάει και είναι άνθρωποι με τους οποίους αισθάνεσαι ότι έχεις κοινά πατήματα.

Έχεις αμηχανία πάνω στη σκηνή;

Όχι αμηχανία δεν νιώθω. Νιώθω πολύ όμορφα κυρίως λόγω της παρέας. Δεν έχω άγχος για μένα πάνω στη σκηνή, έχω άγχος για το κείμενο μου που ζυγίζεται πάνω στη σκηνή. Στην ουσία δεν ζυγιζόμουνα ούτε σε αυτή την παράσταση ούτε στην προηγούμενη ως αφηγητής, ούτε ως ηθοποιός. Ζυγιζόταν το κείμενό μου. Αν το κείμενο μου αντέχει και έχει λόγο και νόημα να λέγεται σε μια θεατρική σκηνή, αν αυτό που έχω γράψει αφορά τον κόσμο, αυτό με αγχώνει.

Πώς πέρασες την περίοδο της καραντίνα;

Ήταν κάτι πολύ αφύσικο. Δεν συμμερίζομαι την άποψη πολλών ανθρώπων που λένε ότι βρήκαμε επιτέλους χρόνο για τον εαυτό μας. Εγώ το βρήκα κάτι πολύ απάνθρωπο και αφύσικο και πραγματικά δεν έχω κάτι καλό να θυμάμαι από όλο αυτό. Δεν τη βίωσα ωραία.

Συμμετέχεις με τρία τραγούδια στον καινούργιο δίσκο του Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Μιλάμε για μια σχέση ζωής;

Γράφω πάρα πολλά χρόνια για το Βασίλη, από το 1995. Έχουμε κάνει και δίσκους ολόκληρους μαζί, έχω γράψει και κάποια τραγούδια σε άλλες δουλειές του. Ο Βασίλης πέρα από ότι είναι ο μεγάλος αδερφός μου σε επίπεδο προσωπικό και το εννοώ αυτό, είναι η φωνή μου. Το να γράφω τραγούδια για τον Βασίλη είναι για μένα κάτι πολύ φυσικό σαν την αναπνοή μου. Δεν είναι κάτι που θα τελειώσει ποτέ, δεν ολοκληρώνεται αυτός ο κύκλος. Σε κάθε δίσκο του έχω κάποια τραγούδια. Είναι πάντα εκεί να εκφράσει τη φωνή μου και τις ανησυχίες μου κάθε εποχή. Έχω ηχογραφήσει 220 τραγούδια και ο Βασίλης έχει πει πάνω από τα 65 και είμαι ο στιχουργός που έχει τραγουδήσει περισσότερό από όλους, καταλαβαίνεις ότι είναι μια σχέση πολύ βαθιά. Να είμαστε καλά να τη συνεχίσουμε.

Να σε πάω στο τραγούδι «Πολύς αλλά και λίγος». Μας λείπει αυτή η ανατριχίλα της πρώτης φοράς; Αυτός ο ενθουσιασμός;

Έλεγα στο «9.05» ότι ο φόβος δεν είναι το γεγονός το ίδιο αλλά η απόσταση που μας χωρίζει από το γεγονός. Όσο μικραίνει η απόσταση από αυτό που φοβόμαστε τόσο μικραίνει ο φόβος. Όταν φτάσουμε σε αυτό που φοβόμαστε και αυτό μπορεί να έχει άλλες διαστάσεις και εμείς μπορεί να έχουμε άλλες δυνάμεις να το αντιμετωπίσουμε από αυτές που νομίζαμε ότι έχουμε. Όπως αυτό ισχύει για το κακό, δυστυχώς ισχύει και για το καλό. Εξιδανικεύουμε κάποια πράγματα και όταν τα φτάσουμε λέμε ‘οκ, αυτό ήταν;’. Το ρίγος διαρκεί όσο διαρκεί η απόσταση να το φτάσεις. Εγώ προτιμώ να είμαι ένας άνθρωπος γεμάτος θέλω, γεμάτος πράγματα που θέλω να τα κάνω και ας μην τα πιάνω. Αυτό ισχύει και για την παράσταση. Με κινητοποιεί πολύ το θέλω, να έχω κάποιες αγάπες που θέλω να εκπληρώσω, πράγματα που θέλω να φτάσω και ας μην τα φτάσω. Γιατί συνήθως όταν τα φτάνεις νιώθεις ένα μικρό άδειασμα. Λες ‘τι κάνουμε τώρα ταμείο; Τι έχει παρακάτω;’. Έχω πολύ μεγάλη αγωνία για το παρακάτω. Τα θέλω σου σε κρατάνε ζωντανό. Όταν λέω θέλω δεν μιλάω για φιλοδοξίες. Μιλάω για πράγματα που σε κρατάνε ζωντανό, που σε κινητοποιούν, που σε κάνουν να λες είμαι ένας άνθρωπος ζωντανός, που δεν έχω στεγνώσει, όσο μπορώ βέβαια γιατί δεν είμαι και 20 χρονών παιδί.

Έχεις τελικά εμμονή με το νερό;

Δεν τα έχω μετρήσει αλλά από τα 220 τραγούδια πρέπει να υπάρχει η λέξη σε περισσότερα από 50. Λατρεύω τη λέξη ως ήχο. Όταν τη χρησιμοποιώ ποτέ δεν βάζω μπροστά επιθετικό προσδιορισμό. Η λέξη νερό από μόνη της αντιστοιχεί στα πάντα, στη ροή των πραγμάτων, στην ελευθερία, στο νόημα της ζωής, στο υγρό στοιχείο που πάντα με γοήτευε και με μάγευε. Είναι λέξη ζωής για μένα.

Με αφορμή τον θάνατο του Μίκη Θεοδωράκη είχε γράψει ένα κείμενο για την ανάγκη μας να κοιτάμε ψηλά και να μάθουμε και τα παιδιά να το κάνουν. Μίλησε μου για αυτό.

Μαθαίνουμε στα παιδιά να κοιτάνε ευθεία και να αναλώνουν  τη ζωή σε ότι είναι πραγματικότητα. Έχουμε ανάγκη το όνειρο, έχουμε ανάγκη να κοιτάμε και τα αστέρια. αν δεν κοιτάς ψηλά θα πας πολύ πιο χαμηλά από εκεί που είσαι ήδη.

Στο ίδιο κείμενο μιλούσες και για τα σύμβολα που είχε η δίκη μας γενιά και σιγά σιγά χάνονται.

Εμείς τα βρήκαμε και λίγο έτοιμα. Είχαμε την ευλογία να ζήσουμε μια τριακονταετία που συμπυκνώθηκε τόσο πολύ ταλέντο, τόσο σημαντικοί άνθρωποι αλλά τους πήγε τρελά και η εποχή. Ήταν μια εποχή που ήταν εύκολο με ένα τραγούδι σου να κάνει την κάθετη τομή στην διαστρωμάτωση της ελληνικής κοινωνίας. Τώρα οι συγκυρίες είναι πολύ διαφορετικές. Τώρα μιλάμε σε πολλούς ανθρώπους αλλά στον καθένα ξεχωριστά. Τότε μιλούσαν σε συλλογικά ακροατήρια, εμείς μιλάμε σε ανθρώπους που μπορεί να έχουν το ίδιο στόμα με εμάς αλλά δεν υπάρχουν συλλογικότητες. Μιλάμε στον καθένα σπίτι του ή στην παρέα του, σε πολύ μικρούς δηλαδή πυρήνες.

Από εκεί και πέρα το ταλέντο είναι κάτι που δεν έλειψε από καμία εποχή. Είμαι σίγουρος ότι η επόμενη γενιά θα βρει στην τέχνη και στον πολιτισμό τις δικές της αναφορές. Αυτό που θα ήθελα είναι πριν να γίνει οποιαδήποτε αποδόμηση ή πατροκτονία, γιατί και αυτές είναι μέσα στον πολιτισμό να σκοτώνουμε αυτά που μας μεγάλωσαν, να τους μάθουν πρώτα πολύ καλά. Θα ήθελα η κόρη μου να μάθει πολύ καλά τον Μίκη, τον Ξαρχάκο, τον Μικρούτσικο, τον Χατζιδάκι, τον Σαββόπουλο και όλους αυτούς. Και αφού τους έχει μάθει και τους έχει αφομοιώσει, να βρει τους δικούς της ανθρώπους, που εύχομαι να της δημιουργήσουν το ίδιο ρίγος που μου δημιούργησαν εμένα όλοι αυτοί που ανέφερα πριν.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr