Η τραγουδίστρια αφηγείται πολύτιμα κομμάτια από τη ζωή της, τις επιτυχίες, τους φόβους, τις παρεκτροπές της, αλλά και την απώλεια που δεν ξεπέρασε.

Τρεις γυναίκες – εσείς, η Μελίνα Κανά και η Φωτεινή Βελεσιώτου – με διαφορετικό σημείο εκκίνησης στο τραγούδι.

Αυτό που λες συνδέεται με τον τρόπο που καθένας έζησε τα παιδικά και τα εφηβικά του χρόνια και πώς αποφάσισε να μπει στον χώρο του τραγουδιού και ποιες ήταν οι ευκαιρίες που του δόθηκαν για να το κάνει.

Η δική σας εκκίνηση ποια ήταν;

Η ενασχόλησή μου με το τραγούδι άρχισε σχεδόν από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Στο χωριό όπου μεγάλωσα, στο Αγιο Πνεύμα Σερρών, μέχρι τα 10 μου χρόνια, τότε γινόντουσαν γλέντια. Ηταν ο τρόπος για να διασκεδάζουν – τα τραπέζια ρεφενέ – τις Κυριακές και τις γιορτές. Οταν ερχόντουσαν στο κέφι, άρχιζαν τα ρεμπέτικα και τα δημοτικά τραγούδια. Εγώ συμμετείχα κάνοντας σεκόντα. Αυτές ήταν οι πρώτες εμπειρίες.

Πώς διατηρήθηκε η επιθυμία σας;

Οι γονείς μου αναζήτησαν μια καλύτερη τύχη. Ηταν γεωργοί – η μητέρα μου και μοδίστρα, από την οποία έμαθα λίγο και αυτή την τέχνη -, άφησαν το χωριό, μετακόμισαν πρώτα στις Σέρρες και έπειτα στη Θεσσαλονίκη. Εκεί άρχισα να παίρνω μέρος σε διάφορους διαγωνισμούς.

Πριν από το «Να η ευκαιρία»;

Ναι, βέβαια. Θυμάμαι, μια νεοσύστατη εταιρεία αναζητούσε νέα ταλέντα. Συμμετείχα στον διαγωνισμό, βραβεύτηκα μάλιστα. Σε αυτόν τον διαγωνισμό συμμετείχαν και κάποιοι μουσικοί φτασμένοι. Ο ένας απ’ αυτούς ήταν ο Ανακρέων Παπαγεωργίου, ο οποίος συνεργαζόταν με την Κωστούλα Μητροπούλου, και ο Νίκος Δανίκας, μαέστρος στις παραστάσεις του Γιώργου Μαρίνου. Αυτός με ρώτησε αν με ενδιέφερε να αρχίσω να τραγουδάω σε μαγαζιά. Ετσι ξεκίνησα.

Πού ήταν οι πρώτες σας εμφανίσεις;

Αρχικά στην ταβέρνα Λητώ. Ελεγα τραγούδια του Νέου Κύματος και του έντεχνου. Τραγούδια του Μαρκόπουλου, του Μούτση κ.ά. Γνώριζα όμως και λαϊκά τραγούδια, τους άρεσαν όπως τα ερμήνευα και, παρόλο που ήμουν νέα, μου έδωσαν περισσότερο χώρο. Η μία δουλειά έφερε την άλλη. Ενας άλλος χώρος όπου εμφανίστηκα και έχω ωραίες αναμνήσεις είναι Το Περιβόλι τ’ Ουρανού, όπου έλεγα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη.

Την ίδια εποχή γνώρισα και τον Γιώργο Κοινούση, τον οποίο θεωρώ έναν ταλαντούχο καλλιτέχνη, και δεν με νοιάζει η άποψη των πολλών. Ο Κοινούσης δημιούργησε το Elysee, όπου ήταν μαέστρος ο Στέλιος Φωτιάδης, ο οποίος είναι ο σύζυγός μου. Εκεί γνωριστήκαμε και βεβαίως με εκείνον άρχισε η πορεία μου στον χώρο του τραγουδιού και κυρίως της δισκογραφίας.

Με τον οποίο έχει συνδεθεί και η πορεία σας.

Βέβαια. Προερχόταν από έναν άλλο χώρο, πιο ποπ, αλλά μαζί μου αγάπησε πολύ το λαϊκό τραγούδι. Ηταν και είναι ο φύλακας – άγγελός μου και με προστάτευσε από πολλά. Δεν χρειάστηκε να κάνω δημόσιες σχέσεις.

Σκεφτήκατε ποτέ ότι αυτή η σχέση μπορεί και να σας εγκλώβισε;

Μπορεί και να συνέβη, αλλά αυτή είναι η ζωή μου. Αυτή είναι η πορεία μου. Οταν δύο καλλιτέχνες είναι μαζί στη ζωή, μοιραία τις περισσότερες φορές και η διαδρομή τους στην τέχνη είναι κοινή. Δεν με έβαλε σε γυάλα ο Στέλιος. Εκανα τις επιλογές μου. Οταν είχα αντιρρήσεις, τις εξέφραζα ακόμη και με καβγάδες, όπως συμβαίνει σε όλες τις σχέσεις. Διεκδίκησα και διεκδικώ πάντα αυτό που θέλω.

Γίνατε αυτό που ονειρευόσασταν;

Μου χαρίστηκαν πλουσιοπάροχα πάρα πολλά πράγματα. Συνάντησα πολύ σημαντικούς καλλιτέχνες και συνεργασίες, όπως ο Γιώργος Νταλάρας, ο Χρήστος Νικολόπουλος, ο Αντώνης Βαρδής και τόσοι άλλοι. Ξεχωριστή στιγμή ήταν η συνάντησή μου με τον Απόστολο Καλδάρα. Κάποια στιγμή με άκουσε και ήθελε να συνεργαστούμε. Ομως δεν με έδωσαν από την Columbia.

Νιώσατε ότι χάσατε μια ευκαιρία;

Οχι, καθόλου. Εφυγα από την Columbia και πήγα στη Lyra και εκεί με βρήκε ο Καλδάρας. Ετσι έγινε ο πρώτος δίσκος. Ηταν μια φοβερή εμπειρία. Τότε ζούσε στους Θρακομακεδόνες με τη γυναίκα του, την κυρία Λούλα, και τον γιο του, τον Κώστα, ο οποίος ήταν μικρός τότε. Για μένα ο Καλδάρας ήταν ένας σπουδαίος δάσκαλος. Αυστηρός, αλλά πολύτιμος. Ηξερε το λαϊκό τραγούδι καλά και τους μουσικούς δρόμους, τους οποίους έλεγε με αρχαιοελληνικά ονόματα. Αγαπούσα και αγαπώ το λαϊκό τραγούδι. Με έμαθε ν’ ακολουθώ αυτούς τους δρόμους.

Η μεγαλύτερη διδαχή που πήρατε από τον Απόστολο Καλδάρα – πέρα από τα τεχνικά;

«Να βλέπεις το λαϊκό τραγούδι με σοβαρότητα, όχι με ελαφρότητα». Αυτό μου το έλεγε συχνά. Μου δίδαξε τις λεπτομέρειες εκείνες των μουσικών δρόμων που πρέπει να υπάρχουν για να μην ευτελίζεται το τραγούδι. Οπως – με κάποιο τρόπο – γίνεται σήμερα, που για μένα δεν είναι λαϊκό τραγούδι. Δεν δημιουργείται με τους όρους που υπήρχαν την εποχή του Καλδάρα.

Τι ευτελίζει το λαϊκό τραγούδι;

Η πρόθεση πάνω απ’ όλα των καλλιτεχνών που επιδιώκουν να κάνουν ένα γρήγορο σουξέ, ο λόγος και η μίμηση. Οταν κάτι γίνεται επιτυχία, το επαναλαμβάνουν.

Ως νέα τραγουδίστρια δεν είχατε την αγωνία της επιτυχίας;

Δεν το έκανα συνειδητά. Δεν ήταν η εποχή ίδια με αυτή που είναι τώρα. Υπήρχαν οι συνθέτες, οι τραγουδιστές, οι χώροι και εκείνοι που επέλεγαν να έρθουν να μας ακούσουν. Ηταν, νομίζω, πιο αγνές οι προθέσεις και στο τραγούδι αλλά και γενικά απέναντι σε όλα τα πράγματα.

Εσείς το υπηρετήσατε πάντοτε κάτω από αυτές τις συντεταγμένες που μου περιγράφετε; Δεν υποπέσατε σε ευκολίες;

Μπορεί να έχω παρεκτραπεί κι εγώ λόγω κεκτημένης ταχύτητας. Σε παρασύρει η εποχή. Δεν μπορείς να είσαι έξω από αυτή. Προσπαθώ όμως να κάνω το καλύτερο και να μην προδίδω τον εαυτό μου. Μερικές φορές είναι εις βάρος μου. Δεν το λέω με πικρία. Αγαπώ πολύ το τραγούδι και όσο με βοηθάει η φωνή μου θα το υπηρετώ. Παίζει τόσο σημαντικό ρόλο αφού για κάποιον ένας στίχος και μια μελωδία μπορεί να είναι μια ολόκληρη ζωή. Να τον συνοδεύουν και να τον παρηγορούν σε όλη την πορεία του.

Ποιο είναι για εσάς αυτό το τραγούδι;

Είναι πολλά. Τα λαϊκά, τα ρεμπέτικα. Οταν τραγουδάω τα σμυρναίικα – με τα οποία έκανα επιτυχία και ο κόσμος με έχει συνδέσει με αυτά -, ζω την εποχή. Νομίζω ότι βρίσκομαι στο καφέ-αμάν, στο καφέ-σαντάν, βλέπω τους ναργιλέδες, τα φεσάκια. Αλλά ένα σύγχρονο τραγούδι που με αγγίζει πολύ και ερμηνεύει μια πορεία ζωής είναι το «Σε μια σχεδία» (μουσική Στέλιος Φωτιάδης, στίχοι Χάρης Ρώμας). Με πολύ λίγα λόγια μεταφράζει ολόκληρη τη ζωή. «[…] Ετσι πορεύομαι στη λίμνη Αχερουσία / σε μια σχεδία μια ζωή, σε ένα σώμα / κι αυτό που θα ‘θελα μονάχα στην ουσία / ένα φιλί από της μάνας μου το στόμα». Είναι το τραγούδι που με έχει σημαδέψει. Εχει τη λέξη «μάνα» που έχει από μόνη της δονήσεις.

Είχατε μια ζωή και μια πορεία χωρίς δυσκολίες.

Ετσι είναι. Ο μεγάλος κλυδωνισμός ήρθε με την απώλεια του πατέρα μου. Επαθα σοκ. Εφυγε 78 ετών. Προσπαθούσα για πάρα πολλά χρόνια από το παράθυρο του σπιτιού μου να δω πού είναι το νεκροταφείο γιατί ένιωθα ότι έτσι τον έβλεπα. Μέχρι πριν από λίγο καιρό πήγαινα κάθε μέρα στον τάφο του. Ηταν σπουδαίος άνθρωπος. Αν και ξεκίνησα σε δύσκολους καιρούς, δεν μου έκοψαν τον δρόμο ποτέ. Ηταν και οι δυο γονείς μου – η μητέρα μου ζει – πολύ υποστηρικτικοί. Γι’ αυτό και όταν έφυγε έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου. Αρχισα να παθαίνω πανικούς, να τρέχω στους γιατρούς για να το αντιμετωπίσω. Μέσα από εναλλακτικούς τρόπους ξεπέρασα τις φοβίες μου, τους πανικούς και μπόρεσα να συνεχίσω. Ετσι κατάφερα να εξισορροπήσω αυτή την απώλεια, η οποία ποτέ δεν ξεπερνιέται. Απλώς συμφιλιώθηκα και έμαθα να ζω μαζί της.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr