Ο συνθέτης Κώστας Λειβαδάς είναι ένας δημιουργός της συνάντησης και της υπαίθριας ζωής. Συχνάζει στα καφέ, περπατάει, πάει γήπεδο, μπαίνει στα τελευταία δισκάδικα, ακολουθεί τον Μπρους Σπρίνγκστιν στις συναυλίες του – το έκανε μάλλον, μέχρι αποκατάστασης της υγειονομικής τάξης -, κάνει λάιβ σε μικρούς ή μεγάλους χώρους της Αθήνας και της Ελλάδας.

Τώρα ας πούμε, στις 20 και 27 του μηνός θα είναι με την Ανδριάνα Μπάμπαλη στη Σφίγγα, και εμείς στο Φίλιον – εκείνος, όπως όλοι οι παλιοί, το λέει Ντόλτσε – βρισκόμαστε για μια σουρεάλ κουβέντα, μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη για την πορεία του και την αισθηματική του αγωγή που ξεκίνησε από την Κυψέλη, πέρασε από τα Χανιά και την Κομοτηνή και κάθε φορά σαν ημερολόγιο κατέγραφε μια ιστορία που μετουσιωνόταν σε τραγούδι, το οποίο όμως είχε μια ειδοποιό διαφορά με αυτά άλλων δημιουργών της εποχής ή της γενιάς του: το τραγούδι αυτό κόμιζε και τις ιδέες του, τις εμμονές του, τα όσα τον μπόλιασε η φιλόλογος γιαγιά του, οι δάσκαλοί του σαν τον μεγάλο Κώστα Κλάββα, τα διαβάσματά του και τα ακούσματα (από Ράντι Νιούμαν και Νικ Κέιβ μέχρι Γιώργο Μητσάκη) ή η ποίηση του Μεσοπολέμου.

Η 4η Εντολή μαζί του είναι και μια καλή αναδρομή σε όσα συμβαίνουν στη μουσική μας τα τελευταία είκοσι χρόνια από τη σκοπιά ενός ευαίσθητου καλλιτέχνη.

Κάπως ανορθόδοξα, ξεκινώ. Μου έχει μείνει η εικόνα σας παλαιότερα σε ένα αφιέρωμα στον Μπρους Σπρίνγκστιν, στο Μουσείο Μπενάκη. Εκεί κατάλαβα πόσο τον αγαπάτε. Αυτός γράφει για τον ηρωισμό της εργατικής τάξης της Αμερικής που θέλει να επιβιώσει, να τα καταφέρει. Εσείς για ποιον γράφετε;

Δεν μπορώ να βάλω έναν τίτλο σε αυτό. Θα έλεγα όμως σίγουρα πως επειδή ο πατέρας μου ήταν παιδί του λαϊκού τραγουδιού και είχαμε λαϊκή δισκοθήκη με Μάρκο και Ακη Πάνου και η μητέρα μου αντιστοίχως του ελαφρού και του ροκ εν ρολ με τις μεγάλες ορχήστρες και τον Ρέι Τσαρλς ως τον Χέντριξ, αυτό το κράμα το πρωταρχικό λαϊκής καρδιάς και ηλεκτρικού ήχου ήταν κάτι που με καθόρισε και σε αυτό διαρκώς επιστρέφω. Αρα μέσα σε αυτή τη θεματική υπάρχουν οπωσδήποτε ο άνθρωπος και τα πάθη του, η έκφραση των καθημερινών βασάνων και το ξόρκισμά του, οι εφήμερες αγάπες. Ενα καρτ ποστάλ της εποχής. Η συνείδηση ας πούμε ακόμα και της πιο ανεξέλεγκτης στιγμής – αφού το λαϊκό είναι μια στιγμή που δεν ελέγχεται, ένας ορισμός του Χατζιδάκι που πάντα λάτρευα. Από την άλλη και παράλληλα, όλα αυτά που είδαμε και εμείς ως γενιές την τελευταία δεκαπενταετία μετά τη ματαίωση και τη διάψευση του ελληνικού ονείρου και τη μεγάλη γεφύρωση ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, μαζί με τους ήρωές μου – το ένα έθρεφε το άλλο. Ηδη από τότε που έγραφα το «Ο τελευταίος να κλείσει την πόρτα» αλλά και στα «Παιδιά των δρόμων» (σ.σ.: με την Ελένη Τσαλιγοπούλου στη φωνή) που έχω τον στίχο «τρέχουν οι ανάγκες μας και πίσω εμείς».

Το τελευταίο όμως είχε ένα χαρούμενο τέμπο, μια αντίστιξη, το καλύπτατε το νόημα.

Παίζουν ρόλο οι δάσκαλοι που λέγαμε, αλλά μην ξεχνάς πως στην Ελλάδα είμαστε και μετρ της χαρμολύπης. Το είχα πάντα μέσα μου αυτό το κλίμα. Το έργο του Μπρους – για να επιστρέψω στην ερώτηση – παραμένει επίκαιρο, σημαντικό και εξαιτίας αυτού είναι ο καλλιτέχνης ηλεκτρικού ήχου με το πιο πιστό κοινό στον κόσμο.

Τον ακολουθείτε σε συναυλίες;

Βέβαια, μέχρι το 2018 τον είδα πολλές φορές, είναι μια περιπέτεια αυτό. Προϋποθέτει θυσία που είναι και μεγάλη υπόθεση για το τραγούδι αυτό.

Γιατί;

Δεν γίνεται να μπεις βαθιά στο τραγούδι χωρίς αφοσίωση και θυσία. Αλλο θέμα είναι πόσο ο καθένας θέλει να ισορροπήσει μεταξύ της φαντασιακής ζωής του καλλιτέχνη και της αμείλικτης πραγματικότητας. Αυτό είναι κάτι που δεν το θέλω. Πολλοί από τους πολύ μεγάλους το έχουν αυτό, πολλοί με κακά ξεμπερδέματα, αλλά τη θυσία την παραδέχομαι. Ο Μπρους, που πια είναι σταρ τιμώμενος, έδωσε και το τελευταίο χιλιοστό του ιδρώτα του στο πάλκο και στα τραγούδια του. Είναι και μια αιχμαλωσία αυτό για τον δημιουργό. Είναι πάντως όλο αυτό ένα ταξίδι. Ξέρεις, εμείς μέσα από τα φαν κλαμπ καλλιτεχνών ή συγκροτημάτων βλέπαμε και το παγκόσμιο χωριό απαλλαγμένο από τη διαδικτυακή του ταυτότητα. Δεν ήταν μόνο η συναυλία. Ηταν η γνωριμία με άλλους με το ίδιο πάθος για την ίδια μουσική. Οι πόλεις, η περιπέτεια. Για μένα ήταν οι ήρωές μου αυτοί, που θυσίαζαν το μηνιάτικο για ένα λάιβ. Για αυτή την εμπειρία που πρέπει όλοι να ψάχνουμε.

Ποια;

Να βγαίνουμε έξω από τον τόπο και τον χρόνο. Να επιστρέφουμε μετά φωτεινότεροι, δυνατότεροι. Σοφότεροι. Σε αυτό ο Μπρους Σπρίνγκστιν είναι ένας αρχιερέας.

Φατμέ, Νέα Σμύρνη. Ορφέας Περίδης ή Φοίβος Δεληβοριάς, Καλλιθέα. Εσείς είστε ένας δημιουργός με αναφορά σε γειτονιά;

Είμαι ένα παιδί που πρόλαβα τη σπουδαία Πατησίων και πήγα σχολείο στην Αχαρνών και Αγίου Μελετίου. Μέναμε όλα μας τα χρόνια Τήνου, Αγίου Μελετίου, Κεφαλληνίας. Σε μια εποχή που η περιοχή αυτή ήταν Ντίσνεϊλαντ 20 κινηματογράφων, 20 θεάτρων και 40 δισκάδικων. Καταλαβαίνεις πως αυτό ήταν ένας μικρός παράδεισος. Ταυτόχρονα όμως, επειδή κατάγομαι από τα Χανιά, επειδή σπούδασα σε Κομοτηνή, πήγα Σικελία λόγω μιας ανορθόδοξης πορείας ή και είχα αγάπη για Φολέγανδρο και Αστυπάλαια, υπάρχει μια περίεργη ανοιχτή διάθεση στην πορεία μου. Και όπως μου είπε κάποτε εύστοχα ο Τάσος Φαληρέας, «εσύ είσαι ένας σύγχρονος παλιομοδίτης». Ενώ συνέχεια γράφω για την εποχή μου ή έχω συνεχώς τον νου μου σαν μετεωρολόγος τι καιρός θα μας βρει, ταυτόχρονα τον άλλο καιρό είμαι σαν ένας καβαλάρης που το άλογο τρέχει μπροστά αλλά εγώ κάθομαι ανάποδα. Που δεν είναι πάντα καλό…

Γιατί;

Γιατί χάνεις τα τεύχη του παρόντος, δεν κάνεις τις κινήσεις γρήγορα. Δεν είμαι εύκολος στους αποχωρισμούς, όχι μόνο προσώπων αλλά και αντικειμένων. Και το περιβάλλον παίζει τεράστιο ρόλο στο πώς γράφω. Εγώ είμαι πιο κοντά σε αυτή την άποψη, ότι το περιβάλλον παίζει ρόλο ενεργοποιητικό.

Και τα Χανιά;

Να η σύνδεση με τα προηγούμενα! Τα Χανιά αυτόν τον ρόλο έπαιζαν πάντα για μένα. Η ζωή εντός των τειχών της παλιάς πόλης… έχω ζήσει πολύ εκεί. Εκεί έγινε το δικό μου προσωπικό θαύμα. Μετά από το αδιέξοδό μου στη Νομική Θράκης – εισαχθείς το 1991 -, από ένστικτο πήγα στα Χανιά και τότε που βρισκόμουν στο χειρότερο μετεφηβικό σταυροδρόμι  βρέθηκα ξαφνικά στον χώρο που λάτρευα από μικρός, ένα τζαζ κλαμπ που λεγόταν Φαγκότο, να πιάσω δουλειά ως πιανίστας.

Παίζατε μουσική ήδη;

Δεν είχα εκτεθεί ποτέ σε κοινό. Είχα ένα σχολικό γκρουπ, τους Υπνοβάτες. Που διαλύθηκαν γρήγορα για διάφορους λόγους. Και εκεί στα Χανιά έγινε το περίεργο. Ενώ ήμουν στο Ωδείο με δάσκαλο τον Κώστα Κλάββα…

Γενιά Καπνίση αυτός, μεγάλος.

Ακριβώς, οικογενειακός φίλος μας που εξαιτίας του πήγα στο Ωδείο, οκτώ ετών. Στο τέλος βέβαια τον απογοήτευσα, αφού άφησα τις σπουδές μου για να φτιάξω το συγκρότημα.

Διά βίου υπήρχαν πάντα όμως οι συμβουλές του και η κριτική του. Και βρίσκομαι που λες στα Χανιά. Στη δύσκολη στιγμή που η ελληνίδα μάνα ρωτάει «τι είσαι;». Βρέθηκε η συγκυρία σε μια νύχτα που οι γερμανοί τζαζίστες που θα παίζανε έχουν ακυρώσει. Και το Φαγκότο μένει χωρίς λάιβ. Εγώ στις μαύρες μου, πάω για ποτό εκεί και κάποιος τριτοξάδελφος ρίχνει την ιδέα να παίξω ένα τραγούδι. Ο άνθρωπος που είχε το Φαγκότο, ενώ με ήξερε από παιδί, δεν ήξερε πως παίζω μουσική. «Κάν’ το για χάρη μου, παίξε ένα τραγούδι» μου λέει. Καλοκαίρι με ανοιχτά τα παράθυρα. Και άρχισα να παίζω, το πιο εξωκλασικό πράγμα, που ήταν ο Χατζιδάκις, το ένα πίσω απ’ το άλλο τα τραγούδια. Και ξαφνικά ένα γκρουπ Γάλλων που κατέβαινε την οδό Αγγέλου με τον ξεναγό αναγνώρισε ένα από τα κομμάτια και ξαφνικά μπαίνουν και οι τριάντα μέσα. «Τώρα» – μου λέει ο ιδιοκτήτης ο Πέτρος – «μην κουνηθείς. Παίζε τα ίδια». Κάπως έτσι άρχισε η ιστορία μου στο Φαγκότο. Εξαιτίας αυτού κάθομαι να μάθω τι σημαίνει παράσταση και ροή. Και άρχισα να γράφω κι ένα άλλο ύφος. Εμεινα τρία χρόνια εκεί. Και εκεί έγραψα το «Κάθε μπαλκόνι έχει άλλη θέα». Τα μισά μου πρώτα τραγούδια. Οφείλουμε όλοι να γεννηθούμε μια δεύτερη φορά. Εγινε για μένα αυτό στα Χανιά.

Αυτό το έλεγε ο Γιώργος Μανιάτης!

Βέβαια. Ο συγγραφέας της «Λεγεώνας των Ξένων». Το αιώνιο φως της πόλης που έχω μέσα μου είναι αυτό που στα Χανιά οι γονείς μου ήταν μαζί και ήταν στα καλά τους. Της γειτονιάς μπορεί να μην είμαι δημιουργός αλλά του προσωπικού ημερολογίου είμαι πολύ. Και πέραν του Κλάββα, άλλο father figure για μένα ήταν ο Γιώργος Κινδύνης που εξαιτίας του πήγα στον Σείριο το ’87, στο Ζουμ. Εφερνε δίσκους σπίτι. Ενα έργο του Σιμπέλιους. Ο Αστορ Πιατσόλα με τον Γκάρι Μπάρτον. Πράγματα καθοριστικά.

Ενας νέος δημιουργός βέβαια θέλει να απευθυνθεί. Να αφορά…

Ακούγοντας τις συνεντεύξεις του Λένον από τα αρχεία της ΕΜΙ που έστελνε από την Αμερική για την προώθηση των δίσκων του νόμιζα πως άκουγα το μετέπειτα δόγμα του Μπόουι: «Οταν κάνω το καλλιτεχνικό μου έργο είμαι καλλιτέχνης εκατό τα εκατό αλλά το ίδιο και όταν πάω να το πουλήσω». Δεν το κάνεις για τον κόσμο όταν το φτιάχνεις αλλά αφού ζεις από αυτό καλό είναι να συναντηθεί με τον κόσμο. Φρικτή αγοραία παγίδα είναι το αντίθετο. Πως επειδή ο κόσμος νομίζει ότι τα έχει όλα σε μια συσκευή, είναι όλα ελεύθερα. Που είναι ψέμα, αφού τα έχουν μοσχοαγοράσει με τις χίλιες συσκευές που συνεχώς αλλάζουν. Ετσι περάσαμε από την εποχή των αναπτήρων στις συναυλίες, στην εποχή των κινητών και εσχάτως των βιντεοσκοπημένων γυρισμένων κεφαλιών. Που απλώς θέλουν να πιστοποιήσουν πως «ήμουν κι εγώ εκεί». Η παρατακτική πληροφορία της οθόνης. Τραγικό. Χάνεται η σχέση όλη.

Πρώτο τραγούδι ή δίσκος σας;

Αυτό επίσης είναι κάτι κινηματογραφικό. Οταν διαλύθηκε το γκρουπ Υπνοβάτες, περίλυπος εγώ για τα τραγούδια μας συναντώ τον Γιώργο Δημητριάδη και τους Μικρούς Ηρωες στο Blue Bar στο Χαλάνδρι. Γνωριστήκαμε. Ετσι τελείως φυσικά δώσαμε ένα ραντεβού να ακούσει ο Γιώργος αυτά τα κομμάτια. Και ένα εξ αυτών μπήκε στον δίσκο τους «Τεύχος δεύτερον», το «Είμαι ακόμη ζωντανός». Αυτό μας κράτησε με τον Δημητριάδη για μια δημιουργική πενταετία που μετά μας έφερε και το «Σαν να μην πέρασε μια μέρα». Βγαίνει τότε το περιοδικό «Ηχος» και γράφεται μια κριτική του Γιώργου Νοταρά για το «Είμαι ακόμη ζωντανός». Και στο τέλος της χρονιάς όλοι οι συντάκτες επιλέγουν τα καλύτερα του ’95 ή ’96 και το βάζουν μέσα. Και αυτό μού έδωσε πολύ κουράγιο. Και τραγουδώ πρώτη φορά στον δίσκο «Επί πτυχίω» του πολύ αγαπημένου μου – και βράχου για τα χρόνια της Κομοτηνής – Θανάση Γκαϊφύλλια. Και μετά έρχεται το «Κάθε μπαλκόνι έχει άλλη θέα».

Πώς τραγουδάτε για την πλατεία Μαβίλη; Το «Σαν να μην πέρασε μια μέρα» είναι λίγο σημαία σας.

Στέκι της μάνας μου τη δεκαετία του ’50. Αν και Ολυμπιακός, ήταν στέκι μου κι εμένα μετά. Ηταν αληθινό περιστατικό και έγινε σχεδόν με αυτόματη γραφή. Μπήκα στο μπαρ Flower και το έγραψα. Σε χαρτοπετσέτες. Και τις ξέχασα μετά στο παντελόνι. Το αντέγραψα μετά – πριν διαλυθούν οι χαρτοπετσέτες. Πάντα πίστευα πως το τραγούδι θέλει υπομονετικό φλερτ σαν το ψάρεμα. Δύο χρόνια μετά παίζει ένα μεγάλο come back ο Δημητριάδης και οι Μικροί Ηρωες. Στο γενικό προσκλητήριο του Γιώργου, καταθέτω αυτά τα λόγια. Μου είπε τότε ο Τάσος Φαληρέας πως την ίδια ώρα που εγώ νόμιζα πως έπιασα το λαχείο κάποιος άλλος γράφει το τραγούδι της γενιάς μου. Δηλαδή, «μην επαναπαύεσαι». Και μου είπε να μη διορθώνω την τυχαιότητα.

Αλλο κομμάτι σας υποφωτισμένο είναι η μελοποιημένη ποίηση. Μιλάω για την εργασία σας «Του λόγου του αληθές, μέρος 1ον: Γραμμένο με κόκκινο».

Είχα μια γιαγιά φιλόλογο, τη Θεοδώρα Λειβαδά. Ηξερε σε πολλές γλώσσες άπειρα ποιήματα που τα αποστήθιζε. Εκανε τέσσερα παιδιά και κυριάρχησε η μάνα, αλλά το πάθος μεγάλωσε. Ομως μας έβαλε τους σπόρους της ποίησης σε εμένα και τον αδελφό μου. Βλαχογιάννης. Ζαλοκώστας, Ρεμπό, Βερλέν. Ενιωθα πως κάτι πρέπει να της επιστρέψω. Αγαπήσαμε τη ροκ, αλλά όταν μπήκα στα μετόπισθεν της ελληνικής ποίησης είδα ότι ήταν τόσο σύγχρονοι που κάνανε σκόνη δύο σελίδες του Νικ Κέιβ. Και ξεκινώ από το «Κύκλωψ» σε μετάφραση Κ.Χ. Μύρη που μοιραστήκαμε με τον Κραουνάκη και φτάνω στη Μαρία Κούρση, μια σημερινή ποιήτρια της Κυψέλης.

Ποιος είναι ο άξονας του σημερινού ελληνικού τραγουδιού;

Εμείς συνεχίζουμε να κάνουμε αυτό που ξέρουμε. Εκανα δίσκο τώρα με 15 τραγούδια (σ.σ.: το «Περιοδεία εντός») και με πέρασαν για τρελό. Επίσης είμαι ακόμη αγοραστής δίσκου. Οχι με την παλιά συχνότητα. Δεν τη χαλάω τη σχέση μου. Ακόμη ψάχνω ένα ραδιόφωνο με ταυτότητα. Πριν από το κοινό, βάζω τις ευθύνες των καλλιτεχνών και της δειλίας τους. Δεν ενδιαφέρθηκαν για τα δικαιώματα, για ένα συνδικάτο που να έχει δομή και σθένος. Μια φοβισμένη ψυχολογία του ατομισμού. Στην Ελλάδα όλα είναι ένας αχταρμάς. Από τη φάρσα της ταμπέλας του έντεχνου μέχρι την ευτέλεια του δίσκου που ήταν πεταμένος στα περίπτερα. Η μεγαλύτερη επένδυση, που όμως δεν τη βλέπω, είναι η Παιδεία. Φύση – ποίηση – μουσική είναι ο μεγάλος άξονας που δεν θα σε εγκαταλείψει ποτέ.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΑ ΝΕΑ

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr