Προς Προύσα

Ο ήλιος ανέτειλε πιο φωτεινός την ημέρα εκείνη — λες κι ήθελε να λαμπρύνει αυτό που επρόκειτο να συμβεί. Οι χρυσαφένιες ακτίνες του ζωντάνεψαν τον κοιμισμένο κάμπο, τ’ άγρια ρουμάνια. Είχε ανατείλει η 15η Ιουνίου. Κι οι σαλπιγκτές μας την χαιρέτισαν μ’ ένα χαρμόσυνο σάλπισμα: «Προχωρείτε… εμπρός προχωρείτε». Και τότε, σαν ένας άνθρωπος, σαν μια ψυχή, όρμησαν όλοι προς τα εμπρός — πεζοί, καβαλάρηδες, τσολιάδες και πυροβολητές, οδη­γοί ζώων και γραφιάδες. Δεν περπατούσαν, έτρεχαν και πολεμού­σαν.

Αχάριστο και δύσκολο το έργο εκείνου που θέλει να περιγράψει τέτοιες στιγμές. Πώς να δώσει στο άψυχο χαρτί τον παλμό χιλιάδων ψυχών; Πώς να συνθέσουν λίγες γραμμές το μεγαλείο που σφυρη­λατούσαν τα όνειρα της φυλής για αιώνες; Πρέπει κανείς να κλείσει στην ψυχή του την Ελλάδα για να νιώσει τον ενθουσιασμό που μετέβαλε τους ραγιάδες σε λιοντάρια.

Ο στρατηγός Ιωάννου, το φαινόμενο εκείνο του ηρωισμού, ξεχνάει ότι είναι διοικητής Σώματος Στρατού — ζηλεύει την τύχη των πολεμιστών της πρώτης γραμμής. Και αδιαφορώντας για τα επιτελικά σχέδια, φέρνει τη Μεραρχία Σμύρνης προς τη Μαγνησία. Θέλει να καταλάβει το Αξάρι, να προφθάσει τον Πλαστήρα με τους τσολιάδες του, που, αν και ανήκε στο νότιο συγκρότημα, διατά­χθηκε να προσκολληθεί στον Ιωάννου. Το βράδυ βρίσκει την έδρα της Μεραρχίας και τον σωματάρχη στο Μιχαλήτσι . Η μάχη συνεχί­ζεται με πείσμα, ο εχθρός αντιστέκεται σκληρά . Αλλ’ ο Ιωάννου ανυπομονεί:

— Κάντε γρήγορα, μωρέ… φωνάζει στους αξιωματικούς του. Θα μας το πάρει ο Πλαστήρας το Αξάρι.

Θα έλεγε κανείς ότι το 5/42 του Πλαστήρα ανήκε στον Κεμάλ! Τόσος ήταν ο συναγωνισμός. Αλλ’ ο Ιωάννου είχε δίκιο. Την επομένη οι Τούρκοι υποχωρούν και το στρατηγείο ξεπερνά τις προφυλακές και… τρέχει να καταλάβει το Αξάρι. Μεγάλη η απογο­ήτευση. Στην είσοδο της πόλης τούς σταματά ένα απόσπασμα. Κι ο επικεφαλής, ταγματάρχης Μπουρδάρας, αναφέρει ότι το Αξάρι κατέχεται από το 5/42.

— Πότε, μωρέ, το πήρατε; ρωτά θυμωμένος ο Ιωάννου.

— Χθες το βράδυ, στρατηγέ μου.

— Το βράδυ!… Πενήντα χιλιόμετρα σε μια μέρα; Πες στον Πλαστήρα ότι θα μου κουράσει τους τσολιάδες μου!

Αργότερα η Μεραρχία Αρχιπελάγους εξορμά από την Πέργαμο, ανατρέπει την 61η τουρκική μεραρχία, συλλαμβάνει 1.500 αιχμα­λώτους και μπαίνει στο Σόμα, τον αντικειμενικό σκοπό, που όφειλε να καταλάβει την επομένη. Στα χέρια της Μεραρχίας περιέρχεται άφθονο πολεμικό υλικό — τουφέκια, χειροβομβίδες, 58 πυροβόλα, 20 πολυβόλα κι αμέτρητα φυσίγγια. Τα λάφυρα πρέπει να μεταφερ­θούν στα μετόπισθεν ν’ ασφαλιστούν στις αποθήκες. Κι όμως μένουν στο πεδίο της μάχης. Οι μεταγωγικοί αρνούνται να εγκατα­λείψουν τα τμήματα των πρόσω.

— Μας έχει χαλάσει η όπισθεν, λένε στους αξιωματικούς τους, που άδικα προσπαθούν να θυμώσουν τα παλικάρια εκείνα.

Αλλ’ ο κύριος όγκος του Τουρκικού Στρατού δεν έχει συντριβεί ακόμη — έχει οχυρωθεί στη γραμμή Μπαλουκεσέρ-Αδραμυτίου. Είναι οι επίλεκτες μονάδες του Κεμάλ κι ο Παρασκευόπουλος —διευθύνει ο ίδιος την επιχείρηση— ανυπομονεί να τις τσακίσει. Μήνες περίμενε τη στιγμή αυτή και δεν θέλει να τη χάσει. Διατάζει τον Ιωάννου να μη σταματήσει ούτε στιγμή. Περιττό.

Μετά την κατάληψη του Αξαρίου ο Ιωάννου στρέφει όλο τον όγκο των δυνάμεων του προς βορρά. Ολόκληρο το Σώμα Στρατού Σμύρνης βρίσκεται σε προέλαση, η ημέρα είναι αποπνικτικά ζεστή κι ο κουρνιαχτός σκιάζει τον ήλιο. Και τότε δίνεται μια διαταγή μοναδική στα στρατιωτικά χρονικά. Ο Ιωάννου φωνάζει τον επιτελάρχη του και του λέγει:

— Θα μας φάει η σκόνη , κ. συνταγματάρχα… Το στρατηγείο να τεθεί επικεφαλής των προφυλακών.

Ο Σπυρόπουλος, ένας εκλεκτός αξιωματικός, μένει κατάπλη­κτος. Και τολμά ν’ αντιμιλήσει:

— Μα, στρατηγέ μου, πώς είναι δυνατό;… Αυτό που ζητάτε είναι πολύ επικίνδυνο.

— Αυτό που σου λέω, Σπυρόπουλε, επιμένει ο Ιωάννου.

Και σπηρουνίζοντας το άλογό του προχωρεί προς τα εμπρός, ακολουθούμενος από τους επιτελείς του και τους ξένους στρατιωτι­κούς παρατηρητές, που δεν αισθάνονται καθόλου καλά.

Είχε μια δραματική μεγαλοπρέπεια η προέλαση εκείνη. Χιλιά­δες στρατιώτες, πεζοί και καβαλάρηδες, έτρεχαν ακάθεκτοι μέσα στον κάμπο. Τα σύννεφα της σκόνης τούς προστάτευαν από το φλογερό ήλιο κι η τόλμη τους από τα τουρκικά βόλια. Σαν θύελλα έπεφταν πάνω στον εχθρό. Κι οι Τούρκοι έτρεχαν να κρυφτούν και να κρεμάσουν στα καφασωτά τους λευκά σεντόνια — σημείο υποτα­γής. Η επίθεση είχε μεταβληθεί σε άτακτη προέλαση. Κι επικεφα­λής, ο σωματάρχης περιφρονούσε τον κίνδυνο.

Ευτυχώς, και παρά τις διαταγές του Ιωάννου, ο Σπυρόπουλος διατάζει δύο ίλες ιππικού, υπό τον συνταγματάρχη Ματθιουδάκη, ν’ ακολουθήσουν το στρατηγείο. Η πρόνοιά του αυτή έσωσε την κατάσταση — ίσως την επίθεση ολόκληρη.

Οι Τούρκοι ενεδρεύουν

Το Σώμα προελαύνει τώρα με επικεφαλής τον σωματάρχη. Φθά­νει στον σιδηροδρομικό σταθμό της Χάρτας και ξεχύνεται στον κάμπο. Ξαφνικά, όμως, το στρατηγείο δέχεται καταιγιστικά πυρά, βάλλεται από παντού. Έχει πέσει σ’ ενέδρα των Τούρκων.

Ο Σπυρόπουλος αντιλαμβάνεται αμέσως τον κίνδυνο και διατάζει το ιππικό να επιτεθεί. Τα σπαθιά γυαλίζουν στον ήλιο , τ’ άλογα χλιμιντρούν στη μυρωδιά της μπαρούτης κι η επέλαση αρχίζει. Αλλά τα πυρά των Τούρκων είναι θεριστικά. Βάλλουν με πολυβόλα. Κι ο συνταγματάρχης Ματθιουδάκης διατάζει πεζομαχία — πράγμα που σημαίνει ότι η κατάσταση είναι κρίσιμη. Κι ο Στρατός μας βρίσκεται ακόμη μακριά. Οι ιππείς πηδούν απ’ τ’ άλογα και πιά­νουν μετερίζια, για να προστατεύσουν το στρατηγό τους. Κι όμως ο Ιωάννου είναι ενθουσιασμένος. Επιτέλους, μπορεί να πολεμήσει κι αυτός. Και, προκαλώντας το θάνατο, λέγει στους αξιωματικούς του:

— Ας ανεβούμε στο λοφίσκο εκείνο να δούμε καλύτερα τους Τούρκους.

Η διαταγή είναι εξωφρενική. Κι ο συνταγματάρχης Στήβενς, σύνδεσμος του Αγγλικού Στρατού, εγκαταλείποντας το φλεγματικό του ύφος, ρωτά τον Σπυρόπουλο: «Μα… είναι παράφρων;» Κι ήταν πράγματι παράφρων — παράφρων από τόλμη ο Ιωάννου, που, αντι­λαμβανόμενος τις ανησυχίες του Άγγλου, διατάζει: «Οι ξένοι ν’ αποχωρήσουν».

— Είναι η πρώτη λογική κουβέντα που άκουσα από τα χείλη του, λέγει ο Στήβενς, τρέχοντας να καλυφθεί σε μια απυρόβλητη πτυχή του εδάφους.

Στο μεταξύ, όμως, τα πυρά των Τούρκων πυκνώνουν. Σε λίγο θ’ αρχίσει η άμιλλα του θανάτου.

Άμιλλα θανάτου

Η κατάσταση είναι κρίσιμη. Το στρατηγείο έχει κυκλωθεί για καλά, η εξόντωσή του είναι σχεδόν σίγουρη. Οι Τούρκοι έχουν αντιληφθεί ότι δεν παγίδεψαν ένα τμήμα της προφυλακής μόνο, αλλά τον σωματάρχη με το επιτελείο του, και εντείνουν τα πυρά τους. Η τύχη της επίθεσης κρίνεται στον πυρακτωμένο κάμπο της Χάρτας.

Οι αξιωματικοί του στρατηγείου δεν κρύβουν την ανησυχία τους. Ένας μόνο παραμένει τελείως ατάραχος — περήφανος πάνω στ’ άλογό του αναζητεί με τα κιάλια τις θέσεις του εχθρού. Είναι ο Ιωάννου, που θέλει ν’ απολαύσει μ’ όλες τις αισθήσεις του μια πραγματική μάχη — είχε βαρεθεί τους χάρτες και τις διαταγές. Αλλά τις στιγμές εκείνης της τέλειας απόλαυσης έρχεται να τις διαταράξει ένας νεαρός ταγματάρχης, που φτάνει καλπάζοντας:

— Στρατηγέ μου, ζητώ να μου διατεθούν 20 ιππείς, λέει ενώ με κόπο συγκρατεί το ατίθασο άλογό του.

— Τι θα τους κάνεις, μωρέ Ναπολέων;

— Θέλω να καταλάβω το χωριό εκείνο, στ’ αριστερά μας…

— Θα σκοτωθείς, βρε παιδί μου…

— Πρέπει να διώξουμε τους Τούρκους, γιατί μας κτυπούν με πολυβόλα.

— Πήγαινε κι ο Θεός μαζί σου.

Κι ο ταγματάρχης Ναπολέων Ζέρβας μετατίθεται προσωρινά στο ιππικό κι ορμά με γυμνό το ξίφος. Ο Ιωάννου παρακολουθεί με θαυμασμό τη μικρογραφία εκείνη της επέλασης — τους ιππείς μας να ορμούν, κραυγάζοντας, μέσα στην κόλαση της φωτιάς.

Αλλά δεν ήταν γραφτό ν’ απολαύσει την μάχη, που ο ίδιος επεδίωξε. Ένας άλλος ταγματάρχης σκαρφαλώνει, έφιππος κι αυτός, στο λόφο κι αναφέρει:

— Στρατηγέ μου, ζητώ την άδεια να καταλάβω το χωριό εκείνο προς ανατολάς.

Μιλά βιαστικά, σαν να φοβάται μήπως χάσει την ευκαιρία ν’ αναμετρηθεί με τον κίνδυνο. Ο Ιωάννου ξαφνιάζεται. Κι ο πολεμι­κός ανταποκριτής της «Πατρίδος» της Σμύρνης, που ήταν παρών, γράφει:

Τ’ αυλακωμένο απ τις κακουχίες του πολέμου πρόσωπό του έχασε ξάφνου την σκληράδα του. Τ’ αετήσιο βλέμμα του θόλωσε απ’ την συγκίνηση. Κι’ οι αξιωματικοί του τον άκουσαν να ψιθυρί­ζει: «Πού πάτε, βρε παιδιά μου;… Άμιλλα θανάτου αρχίσατε;» Δεν είναι ο στρατηγός, που μιλά την στιγμή εκείνη — είναι ένας πατέρας, που βλέπει με στοργή και περηφάνια τους ήρωες που έφτιαξε. Ανησυχεί γι’ αυτούς. Αλλά δεν μπορεί ν’ αρνηθή στον ταγμα­τάρχη Λεωνίδα Σπαή την εύνοια που έδειξε προς τον Ζέρβα. Είναι κι’ οι δυο γενναίοι των γενναίων.

Οι δύο ταυτόχρονες αντεπιθέσεις, του Ζέρβα προς τ’ αριστερά, του Σπαή προς τα δεξιά, αποτρέπουν τον άμεσο κίνδυνο. Οι Τούρκοι τρέπονται σε άτακτη φυγή — όσοι προφταίνουν να ξεφύγουν από τις σπάθες των ιππέων μας. Αλλ’ η κατάσταση παραμένει σοβαρή — οι Τούρκοι στέλνουν ενισχύσεις. Και τότε ακούγεται ένας τρομε­ρός θόρυβος. Στα μετόπισθεν έχουν πληροφορηθεί ότι το στρατη­γείο έπεσε σ’ ενέδρα και τρέχουν, όσο μπορούν πιο γρήγορα. Το πεζικό όμως αργεί. Κι ο ταγματάρχης Μάρκος Δράκος διατάζει τους πυροβολητές του να προχωρήσουν με ταχύτητα επέλασης — τα πυροβόλα τα έσερναν άλογα την εποχή εκείνη. Και, ξεπερνώ­ντας τους πεζούς, φθάνει πρώτος στο πεδίο της μάχης .

Ο Σπυρόπουλος αναπνέει μ’ ανακούφιση , αλλ’ ο Ιωάννου γίνε­ται έξω φρενών:

— Πέστε σ’ αυτόν τον τρελό να μη ρίξει, ωρύεται. Θα μου τους διώξει τους Τούρκους… Τους θέλω ζωντανούς, μωρέ.

Αλλ’ ο Δράκος κάνει πως δεν ακούει. Οι άνδρες του, πριν ακόμη ξεζέψουν τα πυροβόλα τους, αρχίζουν ομαδικά πυρά. Οι Τούρκοι συντρίβονται κι υποχωρούν, καταδιωκόμενοι από τους εξαγριωμέ­νους ιππείς μας, που θερίζουν κεφάλια σαν στάχια. Η προέλαση συνεχίζεται με καινούργια ορμή κι ο Στρατός μας μπαίνει στο Κιρκ Αγάτς.

Οι Κεμαλικοί ήταν τόσο βέβαιοι ότι θα εξόντωναν το στρατη­γείο του Ιωάννου, ώστε έτρεξαν ν’ αναγγείλουν το… χαρμόσυνο γεγονός, ενώ η μάχη συνεχίζεται ακόμη. Και θρασύδειλοι, όπως ήταν πάντοτε, εκείνοι, που δεν τολμούσαν να σηκώσουν κεφάλι, ξεχύθηκαν στους δρόμους του Κιρκ Αγάτς, τράβηξαν τα μαχαίρια τους κι άρχισαν να απειλούν θεούς και δαίμονες, ενώ οι χριστιανοί έτρεχαν να διπλομανταλωθούν και να θρηνήσουν τη συμφορά. Κι όταν οι στρατιώτες μας μπήκαν στο χωριό, το βρήκαν τελείως έρημο. Οι Τούρκοι είχαν φύγει, αλλ’ οι χριστιανοί παρέμεναν κρυμμένοι, πιστεύοντας ότι τα ποδοβολητά που ακούγονταν στο καλντερίμι ήταν Τσέτες.

Έξαφνα μια καμπάνα κτύπησε κι ο ήχος της ακούστηκε σαν χαρούμενο λαχτάρισμα — μια φωνή βροντερή αντήχησε: «Ήρθαν οι Έλληνες, μωρέ χωριανοί…» Για πότε το έρημο χωριό μεταβλήθηκε σε χαρούμενο πανηγύρι; Για πότε οι τρομοκρατημένοι χρι­στιανοί ξεχύθηκαν στους δρόμους; Οι παπάδες έτρεξαν να φορέ­σουν τ’ άμφιά τους και βγήκαν ψάλλοντας «Τη Υπερμάχω». Οι γυναίκες άρπαξαν την Παναγία απ’ τα εικονοστάσια και βγήκαν να προϋπαντήσουν τον Στρατό μας. Μια καινούργια πατρίδα είχε ξεπεταχθεί ξαφνικά μέσα στα βάθη της Ανατολής, μπρος στους κατά­πληκτους τσολιάδες μας, που δεν μπορούσαν να πιστέψουν στα μάτια τους — αυτός ήταν ο «αποικιακός πόλεμος», όπως βρέθηκαν χείλη ελληνικά να χαρακτηρίσουν τη μικρασιατική εκστρατεία.

*Αποσπάσματα από το βιβλίο του αειμνήστου Γιάννη Καψή «Χαμένες πατρίδες» (εκδόσεις Νέα Σύνορα – Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα, 1989).

Ο δημοσιογράφος, συγγραφέας και πολιτικός Γιάννης Π. Καψής, εξέχον στέλεχος του ΔΟΛ και υπουργός των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του ’80, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1929 και απεβίωσε στον ίδιον τόπο στις 13 Νοεμβρίου 2017.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr