«Αγαπητέ Γιώργο. Είσαι ο πρώτος Ελληνας που σε ό,τι με αφορά τόλμησε να θέσει τη χείρα επί τον τύπον των ήλων. Αυτός είμαι. Ολοκληρωτικά. Ολοκληρωμένα. Δίχως εκπτώσεις και αυτολογοκρισίες». Πώς νιώθει ένας καλλιτέχνης να του το λέει ο Μίκης Θεοδωράκης;

Ευγνωμοσύνη και συγκίνηση. Για μένα η συγκίνηση είναι υπέρτατο αγαθό για την επαγγελματική και προσωπική μου ολοκλήρωση και τη χαρά. Αυτή θέλω να μεταφέρω ακόμη και μέσα από δραματικά έργα.

Το ταξίδι της παράστασης «Ομορφη πόλη» ξεκίνησε πριν από δύο χρόνια και συνεχίζεται στο Μέγαρο την επόμενη εβδομάδα. Γιατί επιλέξατε το συγκεκριμένο έργο;

Ενα πρωί ξύπνησα χαράματα και σκεφτόμουν το επόμενό μου βήμα. Μπαίνω στο Διαδίκτυο και έρχονται μπροστά στην οθόνη μου δημοσιεύματα από την «Ομορφη πόλη» του 1962 (με τραγουδιστές τον Στέλιο Καζαντζίδη, τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, την Αννα Καλουτά, τη Μάρθα Καραγιάννη, τη Θάλεια Προκοπίου, τη Μαρινέλλα, σκηνοθεσία ο Μιχάλης Κακογιάννης, στο πρώτο μέρος τα κείμενα τα υπέγραφε ο Μποστ και στο δεύτερο μέρος ο Μίκης Θεοδωράκης). Ετσι μου γεννήθηκε η ιδέα ν’ αναβιώσω αυτή την ιστορική παράσταση, έχοντας όμως μια καταλυτική εικόνα στο μυαλό μου. Το ομώνυμο τραγούδι της παράστασης το οποίο είχα επιλέξει για να πω στις εισαγωγικές εξετάσεις της Δραματικής Σχολής Εθνικού Θεάτρου. Οτιδήποτε αφορούσε εκείνες τις εξετάσεις ήταν πολύ ουσιαστικό γιατί ήθελα διακαώς να γίνω ηθοποιός.

Τι θυμάστε από την πρώτη συνάντησή σας με τον Μίκη;

Τώρα που το σκέφτομαι, ήμουν πολύ τολμηρός. Πήγα σαφώς με πολύ σεβασμό, μεγάλο τρέμουλο και αγωνία. Ο Μίκης αντιλήφθηκε – κάτι που μου έγραψε και στο σημείωμα – την αγάπη που έχω προς το έργο του, το όραμα, την πίστη και την ελπίδα. Οταν του εξέθεσα τις πρώτες μου σκέψεις. Του είπα «θέλω να μεταφέρω το έργο σας ξανά στο σημερινό κοινό και να ξανασυστήσω ένα έργο που στη νεότερη γενιά υπάρχει ως μια θρυλική παράσταση». Μου απάντησε, όταν μάλιστα του είπα ότι βρήκα τα κείμενα του Μποστ, «μου αρέσει οι νέοι να μεταφέρουν το έργο μου, αλλά, ξέρεις, με τον τρόπο που ήταν εκείνο το έργο δεν θα μπορέσεις να το αποδώσεις». Πίστευε, και είχε δίκιο, ότι δεν αφορούν καθόλου το σύγχρονο κοινό.

Τι σας πρότεινε;

«Πρέπει να βρεις έναν διαφορετικό τρόπο να μεταφέρεις το μήνυμα της «Ομορφης πόλης» στο σήμερα που συνδέεται με τα τραγούδια που αγαπάει ο κόσμος και εμπεριέχουν τη ζωή μου. Αφήνω σε εσένα τον τρόπο και τη φόρμα που θα το κάνεις. Ομως σίγουρα δεν θα σου είναι καθόλου χρήσιμα τα παλιά κείμενα». Αυτομάτως μου άνοιξε έναν άλλο δρόμο. Η παράσταση του ’62 είχε έναν επιθεωρησιακό και πολιτικό – στο δεύτερο μέρος – χαρακτήρα που αναφερόταν σε άλλα γεγονότα.

Σας δίνει λοιπόν την ελευθερία να εργαστείτε όπως θέλετε πάνω στο έργο, αλλά την ίδια στιγμή γεννιέται και μια τεράστια ευθύνη.

Βέβαια. Δεν είχα κατ’ αρχάς έργο – αφού δεν είχα κείμενα πια, παρά μόνο τα τραγούδια. Ετσι ξεκίνησα να μελετώ ό,τι έχει σχέση με τον Μίκη. Καταλήγω στο να δημιουργήσω μια λαϊκή τραγωδία, ένα είδος που δημιούργησε ο Μίκης με το έργο «Του νεκρού αδελφού». Ετσι καταλήξαμε ο βασικός κορμός να είναι η ποίηση του συνθέτη που αντιπροσώπευε καθοριστικές στιγμές στη ζωή του και την πορεία του, όπως «Ο ήλιος και ο χρόνος» που λατρεύω. Και η επιλογή της μουσικής έγινε με αυτό το κριτήριο. Να συνδέεται με περιόδους – και ιστορικές και εσωτερικές – καθοριστικές στην πορεία του. Αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε από τη δεκαετία του ’60 που σηματοδοτεί την πιο φωτεινή του περίοδο, την πιο γόνιμη λαϊκή, αν θέλεις. Γιατί υπάρχει και η συνθετική, αυτή που αγαπούσε περισσότερο και είναι από το 1980 και έπειτα.

Ποια ήταν η βασική σας αγωνία δημιουργώντας ένα έργο με τόσο βαρύ όνομα αλλά στην ουσία με άλλο περιεχόμενο;

Ηθελα να αναδυθεί από αυτή την προσπάθεια κάτι που θα τον χαροποιούσε και θα μπορούσε να σταθεί αντάξιο των προσδοκιών ενός μέγιστου πνεύματος και ενός καλλιτέχνη πανολοκληρωμένου. Η αγωνία μου ήταν τεράστια όταν έστειλα τη σύνθεση του έργου που είχε κάποια δικά μου κείμενα αλλά ήταν βασισμένο στην ποίηση του Μίκη. Επέλεξα να έχω κάποιες σημαντικές ενότητες όπως ο έρωτας, ο θάνατος, η ξενιτιά, το «Αξιον Εστί», η επανάσταση και στο τέλος μια ενότητα «είμαστε όλοι ένα». Αυτή ήταν η αντίληψή του για τη ζωή και τον κόσμο.

Δικαιωθήκατε σίγουρα με το δεύτερο σημείωμα του Μίκη όταν είδε την παράσταση.

Μέσα από την έρευνα που έκανα για το έργο και τη ζωή του μου αποκαλύφθηκε ένας άλλος Μίκης που δεν τον φανταζόμουν. Τον θεωρώ πνευματικό μου πατέρα. Η συνάντηση μαζί του άλλαξε τη ζωή μου. Μου έδωσε μεγάλη δύναμη. Δεν είχα πρότυπα ποτέ μέχρι που τον γνώρισα και έγινε αυτός για το μεγαλείο της ψυχής του και την αγωνιστικότητά του. Υπάρχει η προ Μίκη περίοδος στη ζωή μου και η μετά Μίκη. Δεν μπορώ να φανταστώ και τη μελλοντική μου πορεία χωρίς το έργο του.

Με ποιο τρόπο;

Είναι χρέος μου – την αγαπούσε αυτήν τη λέξη και της έδωσε ουσιαστικό νόημα. Κατ’ αρχάς ξεκινά παγκόσμια περιοδεία της παράστασης «Ομορφη πόλη» στην Αμερική, τον Καναδά, την Αυστραλία και στη Λατινική. Αρχίζουμε την ερχόμενη άνοιξη από την Ευρώπη.

Ποιο είναι εκείνο το στοιχείο που διαφοροποιεί το «πριν» της ζωής σας, όπως μου είπατε, από το «μετά» και το «τώρα»;

Ωριμότητα και αγωνιστικότητα. Υπήρξα αγωνιστής κι εγώ με τον δικό μου τρόπο.

Δεν είχατε εύκολη ζωή;

Οχι. Γεννήθηκα στη Βενεζουέλα από γονείς μετανάστες. Κάποια στιγμή επιστρέψανε στον τόπο καταγωγής τους, το Αγρίνιο. Ηταν ένας τόπος με συγκεκριμένα όρια και όσο μεγάλωνα τόσο δυνάμωνε η επιθυμία μου να φύγω. Ασφυκτιούσα και έβλεπα ότι δεν μπορούσα να πραγματοποιήσω τα όνειρά μου.

Η καλλιτεχνική σας κλίση σάς έφερνε σε κόντρα με το οικογενειακό σας περιβάλλον;

Φυσικά, γι’ αυτό και απέδρασα από τα δεσμά της επαρχίας και της τυπικής μικροαστικής ζωής μέσω του πανεπιστημίου. Ηρθα στην Αθήνα για να σπουδάσω Αγγλική Φιλολογία. Οι σπουδές μου ήταν χρήσιμες γιατί με βοήθησαν να κάνω μεταφράσεις έργων. Παράλληλα πέρασα στη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Οι γονείς αντέδρασαν έντονα φυσικά.

Ηταν επώδυνη τελικά αυτή η απόδραση.

Ακολούθησε μια πιο σκοτεινή περίοδος όταν έχασα και τους δύο μου γονείς. Αρχισε με την ασθένεια της μητέρας μου, η οποία διήρκεσε πέντε χρόνια. Ημασταν πολύ συνδεδεμένοι. Ο θάνατός της ήταν για μένα η ενήλικη αποκοπή από τον ομφάλιο λώρο. Εκανα πολλά χρόνια να ξεπεράσω τον θάνατό της. Η απουσία της, η απώλειά της, ύστερα από 19 χρόνια με πληγώνει ακόμη. Ακολούθησε η ασθένεια του πατέρα μου για άλλα πέντε χρόνια, ο οποίος νόσησε με Αλτσχάιμερ. Ουσιαστικά για μία δεκαετία στοιχειώθηκα από αρρώστιες και θανάτους που αντιμετώπισα μόνος μου. Η σχέση με τον πατέρα μου δεν ήταν τόσο καλή όσο με τη μητέρα μου. Προσπάθησα να τη διορθώσω για να λυτρωθούμε και οι δύο. Επειτα από αυτήν τη συμφιλίωση έκανα πράξεις που με οδήγησαν προς την ελευθερία σε προσωπικό και σε επαγγελματικό επίπεδο.

Τι έλειπε από τη σχέση με τον πατέρα σας;

Η αγάπη την οποία εισέπραττα μόνο από τη μητέρα μου. Γι’ αυτό και όταν έφυγε εκείνη ένιωσα ότι δεν είχα στήριγμα.

Στην απώλεια του πατέρα σας πώς νιώσατε;

Απελευθέρωση που συνδέεται με τον φυσικό και συναισθηματικό πόνο που ένιωθα βλέποντας την ανημποριά της ανθρώπινης υπόστασης σε μια τόσο βασανιστική ασθένεια. Αυτό θα έλεγα ότι ήταν το πιο σκοτεινό κομμάτι της ζωής μου.

Εχετε απαλλαγεί από αυτά τα σκοτάδια;

Νομίζω ότι δεν απαλλασσόμαστε ποτέ. Τώρα όμως προσπαθώ να στρέφομαι προς το φως, προς την αλήθεια. Γιατί υπήρξε ένα διάστημα που προσπαθούσα μέσα από το ψέμα να δημιουργήσω μια διαφορετική καθημερινότητα. Αυτό το ψέμα με κρατούσε στη ζωή. Τώρα όμως προχωράω με αλήθεια.

Και αυτή είναι μια δικαίωση, η οποία, όπως σας έγραψε ο Μίκης στο δεύτερο σημείωμά του όταν είδε την «Ομορφη πόλη», «αποτελεί την τελευταία αλλά και μέγιστη επιθυμία».

info

«Ομορφη Πόλη» του Μίκη Θεοδωράκη στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 18, 19, 20 Νοεμβρίου στις 21.00, σε σκηνική σύνθεση – σκηνοθεσία Γιώργου Βάλαρη. Με τη Λαϊκή Ορχήστρα «Μίκης Θεοδωράκης».

Τραγουδούν: Γλυκερία, Δημήτρης Μπάσης, Σαλίνα Γαβαλά, Μελίνα Ασλανίδου. Παίζουν: Κώστας Καζάκος, Λεωνίδας Κακούρης, Κωνσταντίνος Καζάκος, Ελισάβετ Μουτάφη, Γιώργος Βάλαρης, Αιμίλιος Ράφτης και Λήδα Πρωτοψάλτη.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr