Δεν υπάρχει ένα μνημείο στο Μπάμπγι Γυαρ

είναι μονάχα ένα βάραθρο απόκρημνο σαν απελέκητο επιτύμβιο.

Κι’ εγώ φοβάμαι.

Με τον εβραϊκό λαό έχω την ίδια σήμερα ηλικία.

Και μάλιστα μου φαίνεται σα νάμαι Εβραίος.

 
 

Νάμαι: πλάνητας την αρχαία Αίγυπτο διασχίζω

και νάμαι που πεθαίνω πάνω στο σταυρό.

Κυττάχτε, ακόμα έχω τα στίγματα, εδώ.

Μου φαίνεται πως είμαι ο Ντρέυφους

και Φιλισταίος είναι αυτός που με προδίδει και με κατακρίνει.

 
 

Είμαι πίσω απ’ τα σίδερα.

Είμαι περικυκλωμένος.

Είμαι κυνηγημένος, ταπεινωμένος, συκοφαντημένος.

Οι μανταμίτσες με δαντέλες αγορασμένες στις Βρυξέλλες,

ουρλιάζοντας, στο πρόσωπό μου μπήγουν του ομπρελίνου τους

τις κρύες αιχμές.

 
 

Μου φαίνεται πως είμαι ένα αγόρι του Μπελοστόκ.

Το αίμα κυλά, τα ρούχα μου μουσκεύει.

Μέσ’ στην ταβέρνα ελεεινοί μεθύστακες

που βρωμοκοπούνε βότκα και κρομμύδι

με βρίζουνε, με απειλούν.

Κι’ εγώ αδύναμος, μικρός, ριγμένος χάμω από μια μπότα

μάταια ικετεύω εκείνους του πογκρόμ.

 
 

Φωνάζοντας «σκότωσε τον Εβραίο και σώσε τη Ρωσία»

δέρνει τη μάνα μου ένας μαγαζάτορας.

Ω, ρωσικέ λαέ μου. Εγώ το ξέρω

πως απ’ την ίδια σου τη φύση είσαι διεθνιστής.

Όμως συχνά, κόσμος με λερωμένα χέρια

μεταμφιέζεται με το αγνότατο όνομά σου.

 
 

Πόσο καλή είσαι γη μου εγώ το ξέρω.

Και ξέρω πόσο ήταν άνανδροι οι αντισημίτες

σαν έλεγαν αγέρωχοι, δίχως ντροπή,

εκπρόσωποι του ρωσικού λαού πως ήταν!

Μου φαίνεται πως είμαι η Άννα Φρανκ

λεπτή, διάφανη σαν απριλιάτικο κλωνάρι.

 
 

Κι’ εγώ αγαπώ.

Και δεν έχω ανάγκη από λόγια.

Έχω ανάγκη να κυτταχτούμε μεταξύ μας.

Πώς είναι δυνατό να βλέπομε ως τη μύτη μας

και να μην οσφραινόμαστε καθόλου.

Δεν μας επιτρέπουνε ούτε τα φύλλα ούτε τον ουρανό.

Ενώ μας επιτρέπονται πολύ. Μας επιτρέπεται

ν’ αγκαλιαστούμε, τρυφερά,

σ’ ένα δωμάτιο σκοτεινό.

 
 

Έρχεται κάποιος;

Μη φοβάσαι, είναι οι κρότοι

της άνοιξης που ετοιμάζεται ναρθεί.

Πλησίασε. Δόσε μου γρήγορα τα χείλη σου.

Σπάνε την πόρτα;

Όχι, είναι ο τριγμός των πάγων στο ποτάμι

που αρχίζουνε να λιώνουν.

 
 

Στο Μπάμπγι Γυαρ θροούνε τ’ αγριόχορτα.

Τα δέντρα κυττάζουν απειλητικά σαν δικαστές.

Είναι μια σιωπηλή κραυγή, κι’ εγώ, ξεσκούφωτος

νιώθω αργά αργά ν’ ασπρίζουν τα μαλλιά μου.

 
 

Κι’ εγώ ο ίδιος μοιάζω με άφωνη κραυγή

πάνω απ’ τις τόσες χιλιάδες των θαμένων.

Σήμερα γέρασα με μιας,

μικρά παιδιά έχουν εδώ τουφεκιστεί.

Τίποτα, τίποτα, να το ξεχάσω αυτό δε θα με κάνει.

 
 

Και ας ηχήσει η Διεθνής

όταν θάχει θαφτεί για πάντα

κι’ ο τελευταίος αντισημίτης.

Στις φλέβες μου δεν έχω αίμα εβραίικο

αλλά το ίδιο με μισούν με λυσσαλέο μίσος

όλοι οι αντισημίτες

σαν νάμουνα ένας Εβραίος.

Και είναι γι’ αυτό που είμαι ένας γνήσιος Ρώσος.

*Εβγκένι Ιεφτουσσένκο, Μπάμπγι Γυαρ, απόδοση Νίκου Παππά, περιοδικό «Νέα Εστία», τεύχος 835, Απρίλιος 1962, σελ. 505-506.

 
 

Το ανωτέρω ποίημα, γέννημα του σιβηριανού ποιητή Γιεβγκένι Γιεφτουσένκο (1933-2017), γραμμένο το φθινόπωρο του 1961, αναφέρεται στη διαβόητη Σφαγή του Μπάμπι Γιαρ (Μπάμπγι Γυαρ κατά τον τρικαλινό ποιητή και νομικό Νίκο Παππά, 1906-1997), που έλαβε χώρα στην Ουκρανία κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, στις 29-30 Σεπτεμβρίου 1941.

Ο Γιεβγκένι Γιεφτουσένκο (Εβγκένι Ιεφτουσσένκο κατά Νίκο Παππά) έγραψε το ποίημά του εις μνήμην των χιλιάδων Εβραίων (ο αριθμός τους υπολογίζεται σε 34.000) που τουφεκίστηκαν από τους ναζί στη χαράδρα Μπάμπι Γιαρ, έξω από το Κίεβο, πριν από 80 χρόνια.

 
 

Το ποίημα-αφιέρωμα του Γιεφτουσένκο στο ολοκαύτωμα των Εβραίων του Κιέβου μελοποιήθηκε αργότερα από τον Ντμίτρι Σοστακόβιτς και περιελήφθη στη 13η Συμφωνία του.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο