Ο σολίστας του μπουζουκιού και συνθέτης δεκάδων επιτυχιών μετράει τις χαρές και τις λύπες της ζωής του και θυμάται την περίοδο που έφτασε στο χείλος του γκρεμού

Θα ήθελα να ξεκινήσουμε από τη σημαντική εκπαιδευτική σας δραστηριότητα.

Μόλις έλαβα ένα e-mail από τις Βρυξέλλες με το οποίο μου ζητάνε να κάνω κάποια μαθήματα στο Ευρωπαϊκό Σχολείο. Μέσα στον Οκτώβριο θα ξεκινήσουμε διαδικτυακά μαθήματα. Το έχω κάνει και με παιδιά από το Γιοχάνεσμπουργκ, την Αυστραλία, τη Γερμανία και την Κύπρο. Βάση έχω τη δική μου σχολή.

Εχω κάνει μαθήματα σε διάφορα ωδεία, για να καταλήξω στο Ωδείο Αθηνών, όπου σπάσαμε το κατεστημένο έπειτα από 143 χρόνια και βάλαμε επιτέλους το μπουζούκι στο πρόγραμμά του. Πριν από τρία χρόνια το μπουζούκι μπήκε και στο Κολλέγιο Αθηνών.

Τι σημαίνει αυτό για εσάς;

Για μένα είναι μεγάλη τιμή και ως ένα ποσοστό ικανοποιείται ο Θανάσης ως παίκτης ύστερα από 56 χρόνια αγωνίας και προσπάθειας πάνω σε αυτή την υπόθεση που λέγεται λαϊκή μουσική παράδοση.

Ξεκίνησα πολύ δειλά το 1993, έπειτα από παρότρυνση του πατέρα μου, του Θόδωρου, να δημιουργήσουμε και ν’ αφήσουμε κάποια πράγματα πίσω μας. Είχαν περάσει αρκετοί μαθητές από τον πατέρα μου στο Αιγάλεω – μεταξύ αυτών ο Χρήστος Λιόσης, ο Χρήστος Νικολόπουλος.

Εσάς σας δίδαξε;

Ημουν άσχετος με το μπουζούκι και ποτέ δεν μου έδειξε ο πατέρας μου. Είχα άρνηση, δεν ήθελα να γίνω μπουζουκτσής. Στα οκτώ μου πειραματίστηκα με την κιθάρα, με τον αδελφό του πατέρα μου, τον Μιχάλη Πολυκανδριώτη, ο οποίος έπαιζε σε τρίο της εποχής του.

Δεν ξεφύγατε όμως από αυτό που ήσασταν προορισμένος.

Από το «ευτελές μπουζούκι», όπως έλεγε ο Μάνος Ελευθερίου που λάτρευε το μπουζούκι. Αισθάνομαι πια περήφανος που οι γονείς έχουν αρχίσει να συνειδητοποιούν ότι το παιδί τους πρέπει να μάθει ένα μουσικό όργανο.

Το μπουζούκι είναι ένα από τα 27 λαϊκά όργανα. Τα έχω καταγεγραμμένα γιατί ήμουν σε μια επιτροπή εργασίας από το 2005 έως το 2014 με κάποιους πανεπιστημιακούς που τα ερευνούσαμε. Στόχος της μελέτης ήταν να εξεταστεί αν θα μπορούσαν να μπουν στα σχολεία.

Το 2014 παραδώσαμε αυτόν τον φάκελο στον υπουργό Πολιτισμού με την ελπίδα ν’ ανοίξει για να δουν τη δουλειά μας. Κανείς μέχρι αυτή τη στιγμή δεν έχει ενδιαφερθεί. Αν γίνει αυτή η αναγνώριση, είναι ένα βήμα για να μας πάρουν σοβαρά όλους όσοι παίζουμε μπουζούκι, κανονάκι, κλαρίνο, λαούτο κ.λπ.

Το παιδί μαθαίνει ένα όργανο παραδοσιακό και στο τέλος παίρνει ένα χαρτί που λέει «έμαθε μπουζούκι από τον Θανάση Πολυκανδριώτη». Δεν υπάρχει κρατικό πτυχίο.

Αυτός ήταν ο λόγος που πήγα στα 55 μου – είμαι 73 ετών τώρα – να πάρω πτυχίο αρμονίας, το οποίο είναι αναγνωρισμένο από το κράτος. Το θεώρησα αναγκαίο, αφού ασχολούμαι με την εκπαίδευση, να κατοχυρωθώ και σε αυτό το επίπεδο.

Ξέρετε ότι πολλοί ίσως να σας πουν «ο Μάρκος θα ήθελε να πάρει πτυχίο;».

Οχι, αλλά τα «Μαρκάκια» ναι. Μπουζουκτσήδες είμαστε, αλλά θέλω όλα τα νέα τα παιδιά να τα λένε μπουζουκίστες, κατά τον Μανώλη Χιώτη.

Για να απεκδυθεί ό,τι αρνητικό κουβαλούσε για χρόνια ίσως;

Διατηρήθηκε για πάρα πολλά χρόνια αυτή η αμφισβήτηση και η «βρώμικη» κατάσταση. Ομως θέλω να σου πω ότι δεν ήμασταν όλοι μέσα σε αυτή τη θολούρα. Υπήρξαμε και εκείνοι που κρατούσαμε αποστάσεις από οτιδήποτε θολό και επικίνδυνο – όπως κάνουν σήμερα τα περισσότερα παιδιά. Λέγανε ότι αν δεν φουμάρεις χασίσι δεν μπορείς να παίξεις μπουζούκι. Το άκουγα μέχρι που έφτασα 20 χρονών.

Οταν σας προσφέρανε, τι κάνατε;

Τους έλεγα ότι με πειράζει στο στομάχι, θα κάνω εμετό. Στα παιδιά στα οποία μεταλαμπαδεύω τις γνώσεις μου τους κάνω και μάθημα σχετικά με το τι υπήρχε παλιά. Τους λέω ότι παλαιότερα μου προσέφεραν ένα σακουλάκι κόκα ή χασίς και το αρνιόμουν.

Δεν μπήκατε στον πειρασμό να δοκιμάσετε;

Οχι, ποτέ. Μέχρι πριν από κάποια χρόνια με κοιτούσανε με βλέμμα που έλεγε: «Θα ‘χει κάτι πάνω του, δεν μπορεί!». Οταν έβλεπαν ότι ούτε κάπνιζα, μου έλεγαν «μα τόσα χρόνια στη νύχτα». Ε, και τι σημαίνει, ότι επειδή δούλευα στη νύχτα θα γινόμουν πρεζάκιας; Για ποιο λόγο;

Επίσης για να λειτουργήσει η «βιομηχανία» της νύχτας, η οποία για να λειτουργήσει ήθελε και συγκεκριμένα τραγούδια.

Εγώ έγραφα πάντα για μένα. Ο Μάτσας κάποια στιγμή με φώναξε και μου ζήτησε ένα τραγούδι σαν το «Οι άντρες δεν μιλούν πολύ» (στίχοι Γιώργος Γιαννόπουλος) για τον Αντύπα. Αυτός ο δίσκος δεν έγινε ποτέ και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δεν έγινε ποτέ.

Θυμάστε άλλη ιστορία;

Βέβαια. Τον αγώνα του Μάκη Μάτσα για να πείσει τον Στράτο Διονυσίου να πει το «Τα πήρες όλα». Το 1981 πάμε με τον Γιάννη Πάριο περιοδεία στην Αμερική, στο Σαν Φρανσίσκο, στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ. Τότε είχα ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα με το χέρι μου και πήρα το αεροπλάνο για να πάω σε έναν ουγγροπολωνό γιατρό που μου σύστησαν και βεβαίως με βοήθησε πολύ.

Ο Πάριος μου δίνει ένα μπλοκ της Ολυμπιακής με στίχους, που σημαίνει ότι μάλλον τα είχε γράψει στο αεροπλάνο. Μεταξύ αυτών, και το «Τα πήρες όλα». Μου άρεσε και αμέσως μου ήρθε η μελωδία.

Ο Στράτος Διονυσίου γιατί δεν ήθελε να το πει;

Μόλις το άκουσε, είπε «Τι είναι αυτό; Γράψτε μου κανένα ζεϊμπεκάκι. Αυτό είναι ελαφρύ τραγούδι». Ισως να φταίει που είχε ακούσει τον οδηγό από τον Πάριο. Αν το είχε ακούσει από κανένα Νταλάρα, Τερζή, θα ακουγόταν διαφορετικά. Τελικά, με την πίεση του Μάτσα δέχτηκε να το πει – με πίκρα και διεκπεραιωτικά. Καρδιοχτύπησα μέχρι να το πει.

Πότε άλλοτε έχετε περάσει δύσκολα;

Οταν έχασα το στήριγμά μου, τη Μάγδα, ύστερα από 47 χρόνια ζωής. Νόσησε από καρκίνο και αυτά τα τρία χρόνια ήταν μαρτυρικά. Προσπάθησα να τη σώσω. Κάποιες στιγμές ένιωσα ότι θα τη σώσω, αλλά τελικά… Ενιωσα μετά τον θάνατό της ότι αυτά τα 47 χρόνια θα πρέπει να τα φυλάξω και να δω τι ήταν αυτό που με κράτησε δίπλα της τόσα χρόνια.

Τι απάντηση δώσατε;

Κατ’ αρχάς, από τότε που έφυγε η Μάγδα, τις κόρες μας, τη Μαρία και τη Βιβή, τις βλέπω τελείως διαφορετικά. Μέσα τους βλέπω όλα όσα βίωσα μαζί της. Τη γνώρισα όταν ήταν 20, κάναμε δύο παιδιά και της αφιέρωσα όλα τα τραγούδια μου, με πρώτο το «Στου φεγγαριού την αγκαλιά».

Ηταν διορατική. Θυμάμαι ότι είχε έρθει η Μαρινέλλα στο σπίτι όταν ετοιμάζαμε το «Ξημέρωμα του έρωτα» – μαζί με τον Χρήστο Νικολόπουλο -, είχα γράψει το «Τι έκανα για πάρτη μου» και το προόριζα για την Πίτσα Παπαδοπούλου.

Κάποια στιγμή εκεί που καθόμασταν με τη Μαρινέλλα και συζητούσαμε για τον δίσκο έρχεται η Μάγδα και μου λέει στο αφτί, ψιθυρίζοντας, να της το παίξω. Οταν έφυγε, μου λέει η Μαρινέλλα: «Τι σου είπε ο Καραχάλιος;».

Ετσι τη φώναζε, με το επίθετό της. Της παίζω το κομμάτι, ενθουσιάζεται και έτσι μπήκε στον δίσκο. Είναι πολλά αυτά που ζήσαμε και δεν φεύγουν από το μυαλό μου.

Η επόμενη μέρα χωρίς εκείνη;

Ηταν ένα χάος, μια άβυσσος που νόμιζα ότι θα με παρασύρει κι εμένα. Σιγά σιγά, με τη στήριξη του αγαπημένου φίλου Μαρίνου και με ατελείωτες συζητήσεις, στάθηκα ξανά όρθιος. Με βοήθησε πάρα πολύ. Οφειλα να ζήσω για τη Μάγδα. Πιστεύω ότι τα κατάφερα. Σήμερα που μιλάμε, είμαι ευτυχής και έχω ισορροπία.

Πότε αισθάνεστε χαρά;

Οταν έρχονται άγνωστοι που με συναντούν στον δρόμο, «Α ρε Πολυκανδριώτη! Εχουμε μεγαλώσει με τα τραγούδια σου». Εκεί κόβεται η φωνή μου. Υπάρχουν σαφώς και οι κακεντρεχείς που λένε «Τι τραγούδι είναι αυτό;» ή «Εβγαλες πολλά λεφτά».

Δεν αποκτήσατε χρήματα;

Δόξα τω Θεώ. Τόσα όσα χρειαζόμουν για να ζήσω. Δεν ήμουν ποτέ σκλάβος του χρήματος. Θα μπορούσα να έχω τα τριπλά.

Τι σας έχει δώσει η τέχνη σας που δεν μετριέται σε χρήμα;

Τα ταξίδια σε άλλους τόπους, τις συναντήσεις με τόσους διαφορετικούς ανθρώπους. Αυτό για μένα είναι τεράστιος πλούτος.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο