Στο θάνατό μου

Ποιος θάρθει να σε ράνει

με μύρα όταν πεθάνεις;

Θα σε κηδέψουνε δίχως πόνο

και θα σε θάψουνε δίχως τραγούδι.

Κι’ αν γίνεις άνθος και ξεφυτρώσεις

στο μνήμα σου απάνω

— θα σε θερίσουν.

Κι’ αν τραγουδάκι, ζητάς για στρώμα

κάποια καρδούλα

— δε θα σ’ αφήσουν.

Κι’ όταν πεθαίνεις;

Κι’ όταν πεθαίνεις

κανείς δε θάρθει να σε ποτίσει

με μαύρα δάκρυα·  να σε δροσίσει

Κανείς δε θάρθει…

Ούτ’ ένα χάδι ούτε μια λέξη,

[μια προσευχή…

Θάσαι μονάχος. Και θάνε νύχτα.

τ’ άστρα σβυσμένα… Βουβή κι’ η γη.

Και θα στενάζω και θα φωνάζω —

και θα φωνάζω και θα ζητώ

νάρθω σιμά σου να σε δροσίσω

και να σε ράνω και να σε κλείσω

μες στην καρδιά μου και να σε ζω!

Μ’ αλίμονό μου…

Βουβή η φωνή μου… Νεκρό παρακάλιο…

Νεκρός κι’ εγώ!

 
 

*Το ποίημα που διαβάσατε ανήκει στην πρώτη κατ’ ουσίαν ποιητική συλλογή του νεαρού Μίκη Θεοδωράκη, μια ομάδα ποιημάτων του που δημοσιεύτηκαν το 1939 στο πρώτο τεύχος του περιοδικού που έφερε τον τίτλο «ΣΙΑΟ» (εκδόσεις «Πεντάδας», Τρίπολη).

Το ποιητικό ψευδώνυμο του Μίκη Θεοδωράκη στην εν λόγω συλλογή ήταν «Ντίνος Μάης» («Ντ. Μάης»).

Τα επιλεγόμενα της έκδοσης είχε συγγράψει ο συμμαθητής και φίλος του Μίκη Θεοδωράκη Γρηγόρης Κωνσταντινόπουλος, ο οποίος είχε χρησιμοποιήσει το ψευδώνυμο «Φοίβος Γενάρης».

Οι ανωτέρω πληροφορίες προέρχονται από το διαδικτυακό τόπο mikistheodorakis.gr

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο