Το επίσημο ψέμμα

Ο στρατηγός Μαντάς, απ’ τους πρωταγωνιστές του εμφυλίου, μιλώ­ντας για τους μαχητές, τόσο του Εθνικού όσο και του Δημοκρατικού στρατού, λέει εκείνο το περίφημο: Ήταν όλοι τους καλοί Έλληνες! Προφανώς, ο συμπαθέστατος κατά τα άλλα στρατηγός ήθελε να πει: ήταν όλοι τους Έλληνες. Γιατί καλοί Έλληνες αποκλείεται να ήταν όλοι τους. Όσο διαρκεί ένας πόλεμος, οι εμπόλεμοι χωρίζονται κατ’ ανάγκην σε καλούς και σε κακούς, όπως στα αστυνομικά φιλμ, όπως στα γουέστερν, όπως σε κάθε σύγκρουση μικρή ή μεγάλη. Αν δεν θεωρήσεις κακό τον αντίπαλό σου, πώς διάολο θα τον σκοτώσεις; Σκοτώνονται οι καλοί μεταξύ τους, όπως λέει ο στρατηγός;

Βέβαια, είναι εντελώς διαφορετικό ποιον απ’ τους αντιμαχομένους θεωρείς καλό και ποιον κακό. Αλλά κι εδώ το δίλημμα λύνεται όπως στο σινεμά, όπως στο ποδόσφαιρο: Καλός είναι αυτός με τον οποίο εξ αρχής συντάσσεσαι και υποστηρίζεις, πριν καν διαπιστώσεις πως είναι καλός.

Μπορείς, ωστόσο, να πεις πως και οι δυο ομάδες έπαιξαν (ή πολέμη­σαν) καλά ή κακά. Όμως, σε μια τέτοια περίπτωση πρέπει να είσαι οπαδός άλλης ομάδας, που δεν αγωνίζεται, ή τόσο αμερόληπτος, που να αδιαφορείς για το ιδεολογικό και συναισθηματικό φορτίο, που απ’ τη φύση του κουβαλάει ένας αγώνας, κυρίως πολιτικός. Όμως, ο Μαντάς δεν είναι ένας αμερόληπτος «κριτικός του αγώνα» (του εμφυλίου πολέμου). Διότι η ομάδα του Εθνικού έπαιξε σαφώς χειρότερα από την ομά­δα του Δημοκρατικού, παρόλο που νίκησε χάρη στη σκανδαλώδη μεροληψία του Αμερικανού διαιτητή.

Άλλωστε, δε θα σφαζόντουσαν μεταξύ τους οι Έλληνες, αν οι μεν θεωρούσαν τους δε καλούς Έλληνες εξ αρχής. Κι όταν το λες αυτό εκ των υστέρων, δεν είσαι παρά ένας δημαγωγός που επιδιώκει την εθνική συμφιλίωση με κούφια λόγια, χωρίς να πολυνοιάζεται να δει πώς θα ήταν δυνατό να επιτευχθεί η από όλους επιθυμητή συμφιλίωση κατά τρόπο ουσιαστικότερο και διαρκέστερο.

Προσωπικά πιστεύω πως η εν λόγω συμφιλίωση είναι δυνατή μόνο όταν πάψουμε να λέμε ψέμματα στους Έλληνες, διατηρώντας ωστόσο ο καθένας τις απόψεις του για τα αντικειμενικά γεγονότα. Όταν, όμως, η πληροφόρηση για τα γεγονότα δεν είναι πλήρης και έντιμη, το ψέμμα προκύπτει αυτομάτως, όσο κι αν προσπαθήσεις να παραμείνεις αμερό­ληπτος.

Προσέξτε τώρα τις δύο εκδοχές για τα θύματα του εμφυλίου, και τις δύο επίσημες, και πέστε μου αν είναι δυνατό να προκύψει εθνική συμφι­λίωση κάτω απ’ αυτό το επίσημο και ίσως μεθοδευμένο μπέρδεμα. Η «Ιστορία του εμφυλίου πολέμου» των Παπαρόδου και Τσολάκα, που γράφηκε με τη φροντίδα της Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού, μιλάει για 15.969 νεκρούς στρατιώτες του Εθνικού Στρατού έναντι 13.676 του αλ­βανικού μετώπου. Η «Ιστορία του εμφυλίου πολέμου» του ΓΕΣ μιλάει για 8.249 νεκρούς στρατιώτες. Περίπου τους μισούς απ’ αυτούς που ση­μειώνει η άλλη, η εξίσου επίσημη και εξίσου αντικομουνιστική ιστορία του εμφυλίου. Ποια απ’ τις δυο εκδοχές να πιστέψεις; Καμία.

Και η δυσπιστία για την ίδια μας την ιστορία στο σύνολό της εγκα­θίσταται αυτομάτως. Αν τώρα πάρεις υπ’ όψιν και τους λογαριασμούς της άλλης πλευράς, χάθηκες στο πέλαγος της ψευδολογίας. Ο Δημοκρα­τικός Στρατός μιλούσε για 27.161 νεκρούς στρατιώτες του Εθνικού Στρατού. Προτείνω να προσθέσετε τα τρία νούμερα και να διαιρέσετε με το τρία. Όσο για τους νεκρούς του ΔΣ, κανείς δεν τους μέτρησε. Όταν προτείνουν αριθμούς νεκρών ανταρτών, απλώς αραδιάζουν νού­μερα κατ’ εικασίαν.

Επέσατε θύματα, αδέρφια εσείς…

Οι Ισπανοί της σημερινής Ισπανίας έστησαν ένα μνημείο προς τιμήν όλων των νεκρών του εμφυλίου. Παίρνει την ιδέα ο έξυπνος Έβερτ, την ξεγυμνώνει απ’ την ουσία της, που είναι η αναγνώριση της ισπανικότητας όλων των νεκρών του ισπανικού εμφυλίου πολέμου, και στήνει στην πλατεία Κλαυθμώνος το μνημείο της εθνικής συμφιλίωσης, έτσι αορίστως. Όχι προς τιμήν όλων των νεκρών του ελληνικού εμφυλίου πολέ­μου, αλλά της εθνικής συμφιλίωσης αορίστως, πέρα των αιμάτων και της σφαγής, πέρα της οδυνηρής μνήμης και κυρίως πέρα της επίσημης αναγνώρισης της βαθύτατης ελληνικότητας των μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού. Φυσικά, και των Ελλήνων κομουνιστών που τους καθοδηγούν.

Το εβέρτειο μνημείο, ενώ έχει βαθύτατη σχέση με τη δημαγωγία, ουδεμία σχέση έχει με μια ειλικρινή πρόθεση για εθνική συμφιλίωση επί της ουσίας. Και η ουσία είναι πως οι Έλληνες κομουνιστές είναι τόσο Έλληνες όσο δεν ήταν ποτέ οι στρατιές των δοσιλόγων συνεργατών όλων των καταχτητών της Ελλάδας, από υπάρξεως Ελλάδας. Κι όταν οι δοσίλογοι και οι κομπραδόροι κόπτονται για τα «εθνικά συμφέροντα», τότε δε σου χρειάζεται τίποτα περισσότερο για να καταλάβεις πως τού­τη η χώρα αντλεί την εθνική της υπόσταση απ’ το εθνικό ψέμμα.

Η Ελλάδα είναι καταδικασμένη σε θάνατο, ακριβώς γιατί στηρίζει την υπόστασή της σε μια ατέλειωτη σειρά επίσημων ψεμμάτων, που προτείνονται ως ελληνική ιστορία απ’ αυτούς που ξέρουν πως, αν δεν κραυ­γάζεις υπέρ της ελληνικότητάς σου δυο φορές την ημέρα τουλάχιστον, αν όχι και πέντε όπως οι μουσουλμάνοι τη μουσουλμανικότητά τους διά της προσευχής, δεν έχει διορισμό στο δημόσιο. Εδώ, Έλληνας είναι ο κάθε δοσίλογος αρκεί να λέει συνέχεια, και μέσα του και έξω του, «είμαι Έλληνας, είμαι Έλληνας» μέχρι να το πιστέψει κι ο ίδιος. Και, βέβαια, είσαι τόσο πιο καλός Έλληνας όσο περισσότερους «ανθέλληνες» παλουκώνεις. Αυτοί που έστησαν στις πλατείες τα περισσότερα παλουκωμένα κεφάλια ανταρτών, πήραν πριμ εθνικοφροσύνης. Είναι αυτοί που έφεραν την Ελλάδα στο χάλι που βρίσκεται σήμερα, και όχι, βέβαια, οι κομουνιστές.

Φυσικά, θα μπορούσαν να τη φέρουν κι εκείνοι σε τέτοιο ή και σε χειρότερο χάλι, αν σκεφτούμε αυτά που συνέβησαν στις χώρες του πρώην υπαρχτού και νυν ανύπαρχτου σοσιαλισμού. Όμως, είναι βαθύ­τατα ανέντιμο και εντελώς υποκριτικό να αποφαίνεσαι για την ιστορία εκ του ασφαλούς. Τότε που οι κομουνιστές αγωνίζονταν στο βουνό, κα­νείς δεν θα μπορούσε να προλέξει τα μελλούμενα. Αυτοί που σκοτώνο­νταν για τα ιδανικά τους, πίστευαν ειλικρινά στον καλύτερο κόσμο που είναι νάρθει. Δεν ήρθε. Αλλά αυτό δε μειώνει σε τίποτα ούτε την εντιμότητά τους ούτε τις καλές τους προθέσεις ούτε τον ηρωισμό τους ούτε την ελληνικότητά τους.

Οι Έλληνες κομουνιστές είναι πρόσωπα τραγικά. Και γι’ αυτό, άξια κάθε σεβασμού. Στην αρχαία ελληνική τραγωδία, ο τραγικός ήρωας εί­ναι πάντα καλός και συμπαθής. Αλλά πάντα συντρίβεται στο τέλος. Για­τί ξεπερνάει τα κοινά ανθρώπινα όρια, στην προσπάθειά του να κάνει το καλό. Οι Έλληνες κομουνιστές μόνο καλό προσπάθησαν να κάνουν σ’ αυτόν τον τόπο. Γονατίστε με σεβασμό μπροστά σ’ αυτούς τους τραγι­κούς ήρωες.

Ο απολογισμός της φρίκης

Άλλη μια φορά δανείζομαι απ’ το πολύτιμο βιβλίο του Τάσου Βουρνά «Ο εμφύλιος» μερικά χρήσιμα στατιστικά στοιχεία, που δείχνουν το μέγεθος της καταστροφής που επέφερε ένας πόλεμος, πολύ πιο επιβλαβής για την οικονομία του τόπου και πολύ πιο θανατερός για τους Έλ­ληνες και απ’ τον πόλεμο της Αλβανίας και από την κατοχή. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως η Ελλάδα βρίσκεται σε συνεχή πολεμική ανατα­ραχή από το 1940 μέχρι το 1949. Για όλο τον κόσμο ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος διαρκεί 5 ή 6 χρόνια. Για την Ελλάδα διαρκεί 9. Τόσο τα Δεκεμβριανά όσο και ο εμφύλιος δεν είναι παρά η ελληνική ουρά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αν δεν υπήρχε κεφάλι, δεν θα υπήρχε ούτε ουρά.

Έχουμε και λέμε: Ένα εκατομμύριο αγρότες μεταφέρονται απ’ τα χωριά τους στα αστικά κέντρα και αρχίζει έτσι η καταστροφική εσωτε­ρική μετανάστευση, στην αρχή κατ’ ανάγκην, στη συνέχεια πάλι κατ’ ανάγκην, αλλά διαφορετικής τάξεως. Οι χωρικοί δυσκολεύονται να γυ­ρίσουν στα κατεστραμμένα χωριά τους. Άλλωστε, κάποιοι τα βολεύουν όπως όπως στα αστικά κέντρα. Η αγροτική παραγωγή βρίσκεται 30% κάτω απ’ την προπολεμική, κι από τότε δεν θα συνέλθει ποτέ εντελώς.

Το 1949, που είναι το έτος αναφοράς για τη στατιστική του θανάτου και της καταστροφής, η βιομηχανική παραγωγή βρίσκεται στο 87% της προπολεμικής και δεν θα συνέλθει ποτέ εντελώς. Οι εμπορικές εξαγω­γές βρίσκονται στο 28% σε σχέση με τις προπολεμικές, και δεν θα συνέλθουν ποτέ εντελώς. Ο πληθωρισμός καλπάζει και το ελληνικό «νιου ντηλ» που προσπαθεί να εφαρμόσει ο διαπρεπής οικονομολόγος Κυριά­κος Βαρβαρέσσος αποτυγχάνει με τέτοια παταγώδη μεγαλοπρέπεια, που ο αναμορφωτής της οικονομίας μεταναστεύει στην Αμερική για να γλυτώσει την κατακραυγή. Κανείς δεν μπορεί να κάνει θαύματα, κυρίως στην Ελλάδα – και όχι μόνο την μετεμφυλιοπολεμική.

Απ’ το 1940 μέχρι το 1949 μισό εκατομμύριο Έλληνες παν πρόωρα στον παράδεισο ή την κόλαση, αναλόγως με τα πολιτικά τους φρονήματα. Το 1950, στις φυλακές και τα ξερονήσια βρίσκονται 50.000 Έλληνες, ως αιχμάλωτοι μάλλον τώρα πια παρά ως επικίνδυνοι για τη δημόσια ασφάλεια. Το μεγάλο αίσχος της Μακρονήσου μόλις τώρα περνάει στην κορυφαία του φάση. Σε σημείο που ο Γεώργιος Καρτάλης να λέει στο βασιλιά πως, αν δεν τον πιστέψει για όσα φρικτά του λέει σχετικά με τη Μακρόνησο, θα πρέπει να τον στείλει στο στρατοδικείο. Τώρα στο κολαστήριο της Μακρονήσου συμβασιλεύει ο Δημ. Ιωαννίδης, ο κατοπινός συνσωτήρας μαζί με τον Γ. Παπαδόπουλο.

Οι αντάρτες του ΔΣ που περνούν στις σοσιαλιστικές χώρες είναι 60.000. Και 30.000 τα παιδιά του περίφημου «παιδομαζώματος». 3.033 είναι οι ήδη εκτελεσθέντες με αποφάσεις των στρατοδικείων και άλλοι 2.289 μελλοθάνατοι αγωνιούν στις φυλακές το 1950. Οι καταδικασμένοι από ισόβια και κάτω είναι 16.738. Και 5.425 περιμένουν στις φυλακές τη σειρά τους να δικαστούν. Ενώ οι διανοούμενοι Σπύρος Μελάς, Στρατής Μυριβήλης, Πέτρος Χάρης, Παν. Κανελλόπουλος, Κων. Τσάτσος και ένα σωρό ακόμα υπερθεματίζουν για τις εκτελέσεις και το βασανισμό των αριστερών. Απ’ αυτούς, μόνο οι Χάρης και Κανελλόπουλος αναγνω­ρίζουν αργότερα πως τότε έκαναν λάθος. Γράψε λάθος, που λέμε. Βιβλία όμως πώς να γράψεις με τέτοιο ήθος;

*Αποσπάσματα από το βιβλίο του Βασίλη Ραφαηλίδη Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους 1830-1974 (εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, σελ. 272-275). Οι ανωτέρω υποενότητες προέρχονται από το 27ο κεφάλαιο του βιβλίου, που φέρει τον τίτλο «Οι συνέπειες του Εμφυλίου».

 
 

Ο Βασίλης Ραφαηλίδης, συγγραφέας, δημοσιογράφος, κριτικός και θεωρητικός του κινηματογράφου, γεννήθηκε στα Σέρβια της Κοζάνης το 1934 και απεβίωσε στην Αθήνα στις 8 Σεπτεμβρίου 2000, νικημένος από την επάρατη νόσο.

Τέκνο οικογένειας που γνώρισε διώξεις εξαιτίας της ιδεολογίας της, ο Ραφαηλίδης πέρασε δύσκολα παιδικά και εφηβικά χρόνια στην περιοχή της Κοζάνης και στην Καστοριά.

Το 1953 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου σπούδασε κινηματογράφο και εργάστηκε ως βοηθός του Νίκου Κούνδουρου και του Ροβήρου Μανθούλη.

Έγινε επαγγελματίας κριτικός κινηματογράφου στη «Δημοκρατική Αλλαγή» (1965).

Ο Ραφαηλίδης συμμετείχε στην εκδοτική ομάδα των περιοδικών «Ελληνικός Κινηματογράφος» (1966) και «Σύγχρονος Κινηματογράφος» (1968).

Κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο, και έως το θάνατό του, εργάστηκε ως κριτικός κινηματογράφου, σχολιογράφος και επιφυλλιδογράφος σε μεγάλες αθηναϊκές εφημερίδες («Το Βήμα», «Έθνος», «Ελευθεροτυπία»).

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο