Η κορυφαία ηθοποιός παραχώρησε μια άκρως αποκαλυπτική και αναλυτική συνέντευξη, στην οποία μίλησε, μεταξύ άλλων, και για την Γη της Ελιάς.

Η Λυδία Κονιόρδου γεννήθηκε στα Εξάρχεια, μεγάλωσε στην Κηφισιά, όπου και κατοικεί. Ηθοποιός, κορυφαία τραγωδός, σκηνοθέτης, δασκάλα.

Φέτος κάνει την έκπληξη: Παίζει στην «Γη της ελιάς», επιστρέφοντας στην τηλεόραση από το 1988!

Το μικρόβιο της υποκριτικής

«Εγώ από το σχολείο στράφηκα προς το θέατρο. Πήγαινα στο Αρσάκειο. Ήμουν αθλήτρια, με πολλές δραστηριότητες, βόλεϊ, μπάσκετ, κυρίως βόλεϊ. Στην πρώτη Εθνική γυναικών που διαμορφώθηκε ήμουν στην πρώτη εξάδα.

Στο σχολείο, αυτό που μου έκρουσε μια χορδή μέσα μου, ήταν όταν μου έδωσε μια καθηγήτρια στο γυμνάσιο να πω ένα ποίημα του Διονυσίου Σολωμού -“Η Ελληνίδα μητέρα”.

Όταν το διάβασα, συγκινήθηκα. Μετά έγινε σουξέ και με έβαζαν να το λέω σε εκδηλώσεις και εκδρομές κι όλοι έβαζαν τα κλάματα.

Ένιωσα ότι κάτι συνέβαινε από εμένα προς το κοινό. Μετά, στο τέλος Γυμνασίου κάναμε την “Ιφιγένεια εν Ταύροις” και ήμουν η Κορυφαία του Χορού. Εκεί άκουσα τα αρχαία ελληνικά και τα ερωτεύτηκα. Είχα ήδη μια παιδεία μουσική και το δίλημμά μου ήταν θέατρο ή μουσική.

Θέατρο με πρωτοπήγε η μάνα μου στα εννέα μου. Είδαμε τον Χορν στο Εθνικό, “Λορεντζάτσιο”. Το θυμάμαι σαν όραμα, είχα μείνει άναυδη. Μου είχε ανοίξει κάτι στην ψυχή μου.

Κανονικά μουσικός έπρεπε να είχα γίνει. Πήρα τη ζωή μου λάθος!

Είχα καλό αφτί από μικρή –καθόμουν στο πιάνο, πριν μάθω. Κανονικά μουσικός έπρεπε να είχα γίνει. Πήρα τη ζωή μου λάθος. Μου άρεσε και η βιολογία, η μαγεία του DNA, όταν άρχισα να τα μαθαίνω όλα αυτά. Αλλά χρειάζονταν τα μαθηματικά κι εγώ ήμουν σκράπα.

Στράφηκα λοιπόν σε πιο κλασικά πράγματα και στη μουσική που ήταν το προφανές μου ταλέντο, είχα το απόλυτο αφτί. Όχι, δεν το μετάνιωσα, αλλά θα ήταν άλλη η ζωή μου. Γιατί εγώ γένναγα μουσική, θα γινόμουν συνθέτης. Η μάνα μου δεν το κατάλαβε αυτό το ταλέντο.

Αλλά δεν έπρεπε να ασχοληθώ μ’ αυτά τα μποέμ. “Θα πεθάνεις σαν τον Αττίκ” μου έλεγε. Αν και καλλιεργημένη, φοβόταν, μη χάσω τον δρόμο μου. Δεν είχα όμως και έναν εμπνευσμένο δάσκαλο. Όταν, μετά, πήγα μόνη μου σε έναν εμπνευσμένο δάσκαλο, τον Τουρνάιζεν, ήμουν πια μεγάλη.

Ύστερα, θα δανειστώ μια φράση της Ντένε, από το “Ρίτερ, Ντένε, Φος”, “πήγα στο θέατρο γιατί ήθελα παρέα”. Μουσικός είναι μοναχικός δρόμος.

Σε σχέση με την γυναικεία φύση και την μητρότητα, η Λυδία Κονιόρδου σχολίασε τα εξής:

Πολύ νωρίς κατάλαβα ότι ο κίνδυνος για τη γυναίκα, την ισότητα, την εξέλιξή της, είναι μπει στην παγίδα και να χρησιμοποιήσει τα όπλα του άνδρα για να επιβληθεί.

Ήθελα να χρησιμοποιώ τις γυναικείες αρετές, την πειθώ, τον εναγκαλισμό, ότι είμαστε όλοι μαζί κι ο καθένας κάνει αυτό που του αναλογεί, για τον κοινό στόχο. Αλλιώς δεν θα κερδίσουμε αυτό που πρέπει.

Δεν μου αρέσει ο φόβος, δεν μου αρέσει να τον καλλιεργώ, ούτε όταν διδάσκω ούτε στη σκηνοθεσία.

Είναι όμως κάποιες στιγμές, χάριν της ομάδας, που όταν κάποιος καταχράται της ελευθερίας που του δίνεται και διακινδυνεύει την ομαλή λειτουργία, οφείλεις να βάλεις μέτρα.

Στη σκηνοθεσία φροντίζω από νωρίς να δείξω τον δρόμο, να μοιραστούν όλοι το όραμά μου και ο καθένας να μου προτείνει ό,τι μπορεί.

Δεν αφήνω τα πράγματα στην τύχη. Νομίζω ότι μέχρι τώρα δεν έχω έρθει σε σύγκρουση, δεν έχω τσακωθεί.

Ίσως επειδή ήμουν παιδί ενός διαλυμένου σπιτιού, είχε απομυθοποιηθεί πολύ νωρίς η ιστορία μιας κλασικής οικογενειακής ζωής.

Δεν την υποτιμώ, αλλά μου φαινόταν δύσκολο, μακρινό. Δεν το είχα συνηθίσει. Από την άλλη αισθανόμουν την ανάγκη να είμαι ελεύθερη –ως καλλιτέχνης. Και δεν είναι τυχαίο ότι ο γάμος μου ήταν με έναν καλλιτέχνη, γιατί κι εκείνος το ίδιο αναζητούσε.

Ξέρεις τι είναι να ακούς τον Τάκη τον Φαραζή να παίζει μουσική; Μείναμε παντρεμένοι αρκετά χρόνια, χωρίσαμε, είμαστε φίλοι. Όχι, δεν μου έλειψε καθόλου το άλλο σχήμα, της οικογένειας.

Μ’ αρέσουν τα παιδιά, τα λατρεύω, και μέχρι κάποια φάση ήθελα να κάνω πολλά.

Δεν το έφερε όμως η ζωή κι όταν κατάλαβα πως, για να κάνω παιδιά, πρέπει να κάνω πράγματα που και τη ζωή μου θα υποσκάψουν και του παιδιού ή θα μπω σε παράνομο κύκλωμα υιοθεσίας, που δεν ήθελα, έκανα πίσω. Είπα ότι όλα τα παιδιά είναι παιδιά μου.

Δεν πειράζει αν δεν κάνω παιδί –αυτός είναι ο δρόμος μου, το μονοπάτι μου.

Για την «Γη της ελιάς»

Τηλεόραση έχω ξανακάνει, το 1988, “Το Φάντασμα” του Γιάννη Διαμαντόπουλου. Παίζαμε τότε τον ”Θείο Βάνια” με τον Λευτέρη (σ.σ. Βογιατζή). Κι είπα ότι δεν θα ξανακάνω ποτέ θέατρο και τηλεόραση μαζί -κόντεψα να πεθάνω. Δεν ξανάκανα τηλεόραση, μόνο θέατρο.

Με είχε πάρει ο Κουτσομύτης για τις “Μάγισσες της Σμύρνης”, δεν μπορούσα. Ακόμα και τον ρόλο στον “Μελισσοκόμο” του Αγγελόπουλου αρνήθηκα –ήμουν στον Κουν, δεν άντεχα να τον στεναχωρήσω. Στο Τέχνης ήταν άγραφος νόμος. Και ο Κουν ήταν στα τελευταία του, δεν μπορούσα να τον προδώσω.

Τώρα δεν ξέρω πώς έγινε. Υπάρχει κι αυτή η στροφή των ηθοποιών προς την τηλεόραση. Μια μέρα χτύπησε το τηλέφωνο –με πήρε ο Αντρέας Γεωργίου, δεν ήξερα ακριβώς ποιος είναι.

Έμαθα μετά ότι είναι μια σοβαρή εταιρεία παραγωγής. Μπορούσα να τους εμπιστευτώ. Ομολογώ όμως ότι είχα αρχίσει να σκέφτομαι την κάμερα για να κάνω αυτή τη λεπτή δουλειά με το βλέμμα.

Στη “Γη της ελιάς” έχω έναν χαρακτηριστικό ρόλο, μια γυναίκα στραμμένη στο καλό –είμαι ξαδέλφη της Αντζελας Γκερέκου. Κάνω συσσίτια, ταΐζω τους άστεγους.

Είμαι Αθηναία που πήγε στην Μάνη, την αγάπησε. Γεωπόνος, οικολόγος, με βιοκαλλιέργειες -εγώ δηλαδή.

Εμένα η δουλειά μου είναι να δικαιώνω το κείμενο που αναλαμβάνω –ποτέ δεν κάνω συγκρίσεις. Είναι μια προδιαγραφή που διαχωρίζει το θέατρο: Υπάρχει ένα θέατρο που παίρνει ρίσκο, δεν προσπαθεί οπωσδήποτε να κάνει επιτυχία. Και το άλλο που στοχεύει στην επιτυχία –οικονομική, προσέλευσης.

Πρέπει να υπάρχουν και τα δύο, γιατί το ένα τροφοδοτεί το άλλο.

Εγώ μέχρι τώρα έκανα το πρώτο.

Βλέπω όμως τώρα στην τηλεόραση ότι υπάρχει μια προσπάθεια για ένα καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Δεν είναι πρόχειρο, δεν είναι στο πόδι. Υπάρχει μια φροντίδα, άνθρωποι μερακλήδες, κεφάτοι, κι αυτό μ΄ αρέσει. Κάνουμε πρόβα πριν το γύρισμα, συζητάμε, θέλω να πιάνω το κλίμα, την ατμόσφαιρα.

Εγώ δεν σνομπάρω κανένα είδος. Με ανανεώνει ότι δουλεύω για τον μικρόκοσμο της κάμερας. Μου δίνει καινούργιο κέφι, νέες προκλήσεις. Δεν πάω στην μανιέρα μου, στα εύκολα μονοπάτια.

Όταν πρωτοπήγα στα γυρίσματα μου έλεγαν πως περίμεναν να δουν την τραγωδό.

Μετά γνωριστήκαμε και γίναμε παρέα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο