Τρεις είναι οι κατηγορίες των ανθρώπων που ζουν στο κέντρο της Αθήνας: εκείνοι που εξαναγκάστηκαν μην έχοντας άλλη επιλογή, εκείνοι που το θέλησαν, το ονειρεύτηκαν και το πέτυχαν (αδιαφορώντας για σπίτια πλησίον θάλασσας ή/και βουνού) και εκείνοι που, το θέλησαν δεν το θέλησαν, δεν μπορούσαν να κάνουν και αλλιώς.

Γιατί, ίσως, εκεί είναι οι ρίζες τους. Το σπίτι κάποιου πατέρα ή γιαγιάς. Η ζωή τους που ξεκίνησε πριν από αυτούς, γι’ αυτούς.

Ζώντας στην Κυψέλη

Την Κυψέλη δεν έχω ιδέα γιατί την επέλεξα. Η αλήθεια είναι ότι τα Εξάρχεια έγιναν παράλογα ακριβά και, αφήνοντας το φοιτητικό σπίτι στην Αραχώβης, στη Νεάπολη έβρισκα σπίτια που θα μπορούσα να νοικιάσω μόνο αν έκανα άλλες δύο δουλειές ή αν έχανα δέκα πόντους ύψος και στριμωχνόμουν σε καμιά σοφίτα.

Η Κυψέλη είναι ένα αναρριχητικό φυτό πάνω στον βρώμικο τοίχο της Αθήνας. Απλωμένη, εδραιωμένη, παλιά και, ολοένα, καινούργια. Νέα φυλλαράκια στις άκρες των κλαδιών, μα από κάτω οι ρίζες γερές.

Δεν αντέχεται να ζεις στην Κυψέλη. Είναι τόσο όμορφα και τόσο άσχημα, συγχρόνως. Αβάσταχτα υπέροχη η ζωή στην Κυψέλη και σας το λέω ωμά και ατόφια, μην φετιχοποιώντας τίποτα. Τριάντα έφτασα, μου πέρασε η καψούρα της αθλιότητας που βαπτίζεται ομορφιά, επειδή είναι αυθεντική και ατόφια.

Βλέπεις όλα εκείνα τα δέντρα στην Κυψέλη. Τα μικρά πάρκα, σαν ξαφνιασμένα «αχ», μέσα στο πουθενά των συμβολών που κάνουν οι ημιφωτισμένοι δρόμοι. Τα πρωινά, ψάθινα καλάθια να λικνίζονται σε λογής λογής χέρια. Ένα σωρό λαϊκές αγορές και «η ζωή μας είναι άσκοπα λαχανικά».

Η γειτνίαση με το ξεψυχισμένο Γαλάτσι και με τα καλτ Πατήσια, γεγονός οριστικό και, ενίοτε, με σημασία.

Η Μεγίστη Οδός της πόλης: η Πατησίων.

Μες στις γειτονιές, ενσαρκώσεις της Βαβέλ σε κάθε γωνία. Ρετρό αθωότητες πάνω στις παλιές επιγραφές με τηλέφωνα από «010», μαύρες μάνες με τα μωρά δεμένα πάνω τους, σκυλιά, σκυλιά, σκυλιά σε ατέλειωτες βόλτες, παχείς τηλέγραφοι στα στενά μπαλκόνια, γέροι με λευκές φανέλες, γλώσσες από τα βάθη της Ανατολής και της Αφρικής, τζανκ φουντ, φραπές με γάλα σκέτος, μηχανάκια με πειραγμένη εξάτμιση, μοδάτα ανθοπωλεία με παράξενα φυτά, καινούργια καφέ που ακκίζονται και καμώνονται τα βορειοευρωπαϊκά, εγώ.

Εγώ μέσα σε όλα αυτά, εγώ ντυμένη με κοντή φούστα και τακούνι, μια από τις εκατοντάδες Παναγίες της Πατησίων, Παναγίες αλλόγλωσσες, αλλόθρησκες, ωραίες. Μυρίζει γιασεμί από κάποιες μάντρες, μυρίζει γατίλα, μυρίζει ανθρώπινο σώμα. Έχει φασαρία και, κάποτε, απόκοσμη σιωπή που σε κάνει να ανησυχείς. Ο λόφος Ελικώνος από το μπαλκόνι μου, οι ηλικιωμένοι γείτονες με τις εφημερίδες και τα ψώνια ρουτίνας.

Κοντά μας, η Αγίας Ζώνης, η πιο όμορφη οδός του κόσμου όλου με το μανάβικο, το βιβλιοπωλείο, το κουρείο, το μπαράκι, τον φούρνο, το επισκευαστήριο, τα πάντα όλα της. Κάθονται θλιμμένοι οι άνθρωποι στα παγκάκια. Παρέες Αλβανών μαστόρων με μπίρες, ζευγάρια νεαρών φοιτητών που απολαμβάνουν το κινούμενο σινεμά της πόλης, μικρά παιδιά με τους γονείς και τους παππούδες τους, καρότσια, λουριά, τσάντες, παραζάλη.

Μια πλούσια φτώχεια. Μια παρακμή γεμάτη έμπνευση. Μια μοσχοβολιά που ζέχνει. Προσπαθήστε να με νιώσετε. Ένας ρόγχος.

Δεν μου καίγεται καρφί για τα νεόκοπα χίπστερ μαγαζιά με λινάτσες και βιολογικά τσάγια-έχει και τέτοια. Εμένα τα μάτια μου και την καρδιά μου σκλαβώνουν όλα εκείνα που χτίστηκαν με προορισμό να ερημώσουν. Ξεφτισμένες μαρκίζες, άδειες βιτρίνες, σκόνη, τρόπον τινά, τρόμος.

Κι άνθρωποι τέτοιοι με σκλαβώνουν. Ακριβώς τέτοιοι. Καταδικασμένοι να χάσουν τα δόντια τους, να λάμπουν μες στο άδειο τους, να ακυρώνουν την παρακμή τους με την αιώνια λάμψη του κλασικού.

Ας πούμε…η Οδός Νάξου

Λίγο να ξέρετε από κέντρο, θα έχετε υπόψη ότι όλα τα ελληνικά νησιά βρίσκονται σε φθηνότερη και πιο ευκολοπροσβάσιμη εκδοχή στην Κυψέλη. Θέλετε Πάρο, Νάξο, Σπέτσες και Ύδρα; Εδώ είμαστε. Μια βόλτα στα στενά με τις μπουκαμβίλιες και τα γερασμένα νιάτα θα σας ταξιδέψει σε άλλους τόπους κι εποχές.

Η οδός Νάξου έχει κάτι το σουρεάλ. Πρωταγωνίστησε πριν ένα χρόνο σε μια φριχτή είδηση: απόπειρα βιασμού από μεσήλικα σε ανήλικο κορίτσι. Σε ένα διαμέρισμα της οδού Νάξου. Κάθε φορά που κοιτάζω τα διαμερίσματα των πόλεων, σκέφτομαι ποιοι δολοφόνοι, ποιοι άγιοι και ποιοι υπέροχοι-απαίσιοι τύποι αναπαύονται πίσω από τα παράθυρα. Σκέφτομαι αν πλακώνονται στο ξύλο, αν παραβράζουν τις φακές και αν προτιμούν να διαβάζουν βιβλία στο γραφείο ή τον καναπέ τους.

Αλλά τώρα είναι τέλη Αυγούστου 2021, καλοκαίρι θεόπικρο, κακή ελιά. Και είναι απόγευμα και πάω στο Σινέ Λιλά, εκεί όπου, λέει, γενιές και γενιές, κανόνιζαν ρομαντικά ραντεβουδάκια.

Νιώθω πως περπατάω μόνη. Ανεβαίνω τη Νάξου από τα χαμηλά της από το ύψος της Πόρου και δεν την προχωράω πέρα από το Λιλά.

Αυτό της όμως το 15λεπτο κομμάτι, αρκεί για να μου την συστήσει.

Για να με κάνει να την χωρέσω μέσα μου. Μα τι μου αρέσει σε αυτό το ετερόκλητο χάος; Σε αυτή την οσμή της μοναξιάς και της ένδειας; Κάνω σχεδόν παρκούρ. Στα στενά πεζοδρόμια στάζουν θρασύτατα τα ερκοντίσιον που δροσίζουν τους λιωμένους από την ζέστη ενοίκους. Στον δρόμο, πετάγονται ποδήλατα και μηχανάκια ή καμιά τεμπέλα γάτα που ξύπνησε ξαφνικά.

Αν απλώσεις το χέρι σου, θα αγγίξεις τους κατοίκους στο υπερυψωμένο ισόγειο

Γραμματοσειρά παλιάς δεκαετίας και φόβος

Καταλαβαίνεις τα ελληνικά μπαλκόνια, καταλαβαίνεις την «πληγή» που έχει ανοίξει στο κέντρο της πόλης τα τελευταία τριάντα χρόνια. Οι ξένοι, στην πλειοψηφία τους, είναι, όπως και οι ντόπιοι ακίνδυνοι. Αν ήταν οι περισσότεροι από όλους εμάς τα καθάρματα, θα είχαμε μια φυλακή για κάθε δρόμο. Τα κρίματά μας δεν είναι νομικά ενδιαφέροντα, συνήθως.

Οι ξένοι, επίσης, δεν αλλοίωσαν κανένα τοπικό χρώμα. Ούτε έδιωξαν τους Έλληνες από τα σπίτια τους. Οι ίδιοι οι Έληνες άφησαν το κέντρο της πόλης, τις γειτονιές και τα στέκια τους.

Και νέοι ένοικοι κόπιασαν και, με τον ιδρώτα τους, ψευτορίζωσαν. Η Κυψέλη, μου λένε οι ταξιτζήδες που με γυρίζουν νύχτα, χάλασε, παλιά ήταν χάρμα και…

Τους απαντώ πως ομορφαίνει τώρα με άλλο τρόπο, με άλλη κλίση.

Τώρα την αγαπούν και την φροντίζουν και την κακοποιούν και της ζητούν συγχώρεση άλλοι και άλλες. Εμείς οι τρελοί, απάτριδες, άφραγκοι νέοι που, ίσως, (νομίζουμε πως) είμαστε καλλιτέχνες και που δεν πρόκειται να αγοράσουμε δικό μας σπίτι και όλο νοικιάζουμε κι αλλού, αναλόγως με την φάση της ζωής μας. Οι φτωχοί ξένοι, η εργατιά που μυρίζει κάρι και κρεμμύδι, οι καλλονές μαύρες με τα μαγαζιά που πουλούν περούκες και φτιάχνουν τζίβες, οι Πακιστανοί που σας ενοχλούν στην βραδινή σας έξοδο, προσπαθώντας να σας πουλούσαν τριαντάφυλλα από τα νεκροταφεία.

Ο Βατόπουλος γράφει για τα σπίτια των γειτονιών αυτών: «Καπνισμένες από το καυσαέριο και τον χρόνο πολυκατοικίες 50, 60 και 70 χρόνων, κάποιες νεώτερες, και ανάμεσα τα παλιά σπίτια του Μεσοπολέμου, μονώροφα, διώροφα και λίγα τριώροφα σε όλη εκείνη τη βεντάλια της αισθητικής ευρυχωρίας και του μορφολογικού πειραματισμού».

Όπως η βεντάλια των σπιτιών μας, έτσι και η δική μας. Πολλά τα εξωτικά πουλιά που βοσκάμε τα ψίχουλα της Κυψέλης. Όλων των χρωμάτων, των θρησκειών, των πεποιθήσεων, των γούστων.

Δεν έχετε ιδέα πόσο μια χαρά τα καταφέρνουμε να συγκατοικήσουμε όλοι εμείς.

Θα θέλαμε, καμιά φορά, να πλησιάσουμε κάπως περισσότερο ο ένας τον άλλο. Η γλώσσα είναι ένα χάσμα. Η κουλτούρα μας, επίσης.

Όμως, άλλα πιο σημαντικά νικούν ή αγνοούν τα χάσματα.

Ένα θλιμμένο, μικρό γλυπτό καταδικασμένο στην σιωπή και την σκόνη ενός ημι-εγκαταλελειμμένου καταστήματος στη Νάξου

Στην θάλασσα της Κυψέλης, η Κύθνος τέμνεται με τη Νάξο. Γκράφιτι, αντι-εστέτ και ρούχα συνεχώς απλωμένα

Μια παλιά πιτσαρία που υπολειτουργεί. Η επιγραφή δεν πρέπει να έχει αλλάξει εδώ και δεκαετίες

Αυτός ο Φούρνος, πάντως, έκλεισε εντελώς και ενοικιάζεται-εδώ και πόσον καιρό, άραγε;

Όλη η Ελλάδα, όλη η Αθήνα είναι σουρεάλ.

Και αυτό είναι το έσχατο αισθητικό άλλοθι που επιτρέπει στους τελευταίους τους πιστούς να ματώνουν τα γόνατά τους για δαύτες.

Ανοργανωσιά, βρώμα, ξεσκισμένες αφίσες. Το τοπίο αντικατοπτρίζει το μέσα μας: ξεχειλίζουμε από οργή, ύστερα παραιτούμαστε, μετά πενθούμε και τραβάμε τα μαλλιά μας, έπειτα το ρίχνουμε στο γλεντοκόπι και ξανά από την αρχή. Μην βιαστείτε να κρίνετε αυτή την προσέγγιση ως απλοϊκή. Η εμμονή μας με την ανάλυση στα πάντα, με την παράθεση όλων των διαφορετικών απόψεων πάνω στο κάθε τι, το οτιδήποτε τι, είναι επίσης πολύ «ελληνική». Όσο εμείς αναλύουμε, κάποιοι άλλοι βρίσκουν λύσεις.

Κι εγώ κάθομαι σαν τον χάνο και κοιτάζω από το βάθρο της όποιας υπεροχής (;) μου την φτωχογειτονίτσα και κοροϊδεύω τον εαυτό μου ότι ανήκω εκεί, ότι είμαι κομμάτι της. Φωτογραφίζω ως εξωγήινος που κατέβηκε από άλλον πλανήτη. Κανείς δεν μου δίνει σημασία, μόνο μια γριά με φλοράλ φουστάνι, καθισμένη σε ένα πεζούλι.

Με κοιτά και χαμογελά. Η τέλεια λήψη. Αλλά δεν το κάνω.

Τι φωτογραφίζω ακριβώς; Τι με γοητεύει; Ίσως η συνύπαρξη μέσα σε ελάχιστα βήματα μιας ερημωμμένης κατάληψης, μιας φροντισμένης θεατρικής σκηνής, ενός θερινού σινεμά, με την Οικοκυρική Βιοτεχνική Επαγγελματική Σχολή από το 1938, με μια πιτσαρία με ζυμάρι-που-ξέρω-πόσο-λαδερά-νόστιμο-είναι, με ένα γιγάντιο λούτρινο πίσω από μια βιτρίνα να με ραγίζει, με καλοβαλμένες μονοκατοικίες και με θλιβερά διαμερίσματα που αν ακουμπήσει το αυτί σου στους τοιχους θα ακούσεις τα χνώτα των ανθρώπων τους.

Ίσως πάλι το απορημένο βλέμμα, μες στο κεφάλι μου, των γονιών μου που τους άφησα πίσω, στο Μοσχάτο τους, που ποτέ δεν έγινε ακριβώς «μου».

«Σ’ αρέσει εδώ πέρα, παιδάκι μου;»

Εγώ χαμόγελο.

Μια κάθετη στη Νάξου. Εκατοντάδες ψυχές πονούν και χαίρονται με την ίδια μη-θέα

Αν δεν βλέπεις θέατρα, δεν είσαι στην Κυψέλη

Ένα γωνιακό σπίτι από άλλους καιρούς με φροντισμένες γλάστρες

Στέκι άνω κάτω η Πατησίων- η Γώγου πιθανά θα ενέκρινε αυτήν την μικρή παράφραση

Μεγάλες προσφορές-για ποιους;

Τα περιστέρια λερώνουν δίχως έλεος την πλαστική επιγραφή αυτού του ξεχασμένου, παλιού σούπερ μάρκετ

Το «Ελληνικό Σπίτι» της Αγγελικής Χατζημιχάλη συνέχιζε, ως Οικοκυρική-Βιοτεχνική Επαγγελματική Σχολή, και μετά τον θάνατό της (1965) ως τις αρχές της δεκαετίας του ’80

Προπατζίδικο ΕΛΒΑΚΑΝΤΟ- σε ποια ταινία παίζω;

Αν δεν βλέπεις μπωλάκια για τα αδέσποτα, δεν είσαι στην Κυψέλη

Έτοιμο να υποδεχθεί τους βραδινούς το Σινέ Λιλά, σχεδόν ανέγγιχτο από τον χρόνο

Η οδός Νάξου βογγά, τραγουδά, είναι μια βρώμικη, ερωτευμένη γυναίκα.

Όταν επιστρέφω από το σινεμά και την ανεβαίνω προς τα πίσω, έχει πέσει ο ήλιος και τα πρώτα καροτσάκια έχουν βγει παγανιά. Από κάποιο μπαλκόνι, ακούγεται η φωνή του Μάλαμα και πόσο ταιριάζει. Ένας παππούς κάθεται πλάι στην ελληνική του σημαία στο μπαλκόνι και κοιτά κάτω. Με κοιτά.

Ένα μικρό αγόρι τρέχει ενθουσιασμένο, κάποια νέα έχει να ανακοινώσει στη μάνα του που το περιμένει στην απέναντι γωνία. Νιώθω πως βρίσκομαι στα σπάργανα της ζωής, σαν σε βυθό, που το φως κι ο ήχος φτάνουν με αλλοίωση, που μια άλλη πραγματικότητα ανασαίνει κι απλώνεται.

Δεν έχω καμία παιδική μνήμη, κανένα βίωμα από εδώ. Δεν έχω καμία επίσημη νομιμοποίηση να αγαπώ μαυλισμένη τα μέσα φύλλα της Αθήνας, τα κατουρημένα από τους ανθρώπους και τα χεσμένα από τα περιστέρια.

Κι όμως, το κάνω.

Καλύτερα: δεν μπορώ να μην δεν το κάνω.

Το περπάτημά μου, το βλέμμα μου, η μνήμη του κινητού μου, τα σημειωματάριά μου, τα κλεμμένα φιλιά μου. Στην Αθήνα, την σιχαμένη. Βαθιά της, Εξάρχεια, Κυψέλη. Πιο βαθιά, πεθαίνεις. Πιο σφιχτά, πιο «ένα με» πεθαίνεις.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο