Κάθε φορά που γίνεται λόγος για τα γραπτά του Νίκου Καχτίτση, αναρωτιέμαι γιατί ασκούν πάνω μας μια γοητεία. Είναι, άραγε, η γοητεία που βγαίνει από το έργο μιας υπεροξυμένης φαντασίας; Μήπως εκείνη που αναβλύζει από τις ρωγμές ενός κόσμου, απόλυτα υπαρκτού μέσα από την ενόραση του συγγραφέα; Θα έλεγα, χωρίς να είμαι καθόλου υπερβολικός, ότι αυτό που με έλκει στα πεζογραφήματα του Καχτίτση είναι μια απροσδιόριστη νοσταλγία για κάτι που δεν έχει υπάρξει ως προσωπική του ζωή ή προσωπική νοσταλγία του συγγραφέα, αλλά ως ζωή που υπάρχει μέσα από τη φαντασίωσή του και που ξεδιπλώνεται τη στιγμή ακριβώς της ανάγνωσης. Είναι η γοητεία που δημιουργείται από την περιήγησή μας σ’ αυτό το αδιαφανές, το θαμπό, το γεμάτο ίσκιους σύμπαν, όπου τίποτε δεν είναι καθορισμένο μια κι έξω, τίποτε δεν είναι οριστικό και ορισμένο. Οι σκέψεις των ανθρώπων είναι δίβουλες, οι αποφάσεις τους διστακτικές, η δράση τους με αμφίβολα αποτελέσματα, γιατί από την ίδια τη γέννησή της είναι καταδικασμένη να εκφυλιστεί σε σπασμωδικές κινήσεις. Έτσι όπως όλα κινούνται σε μια ατμόσφαιρα ασάφειας και αβεβαιότητας, μοιάζουν να έχουν δυο προσωπεία, αντιφατικά πολλές φορές μεταξύ τους, που το ένα εξουδετερώνει την ύπαρξη του άλλου. Η μόνη σιγουριά, η μοναδική βεβαιότητα, που διαπνέει τα πεζογραφήματα του Νίκου Καχτίτση, από την αρχή τους ως το τέλος, είναι η παντοδύναμη φθορά.

[…]

Αν ζούσε τότε, στο γύρισμα του 19ου προς τον 20ό αι., θα μπορούσαμε να τον συνδέσουμε πιο οργανικά με τους Ευρωπαίους και Αγγλοσάξονες πεζογράφους του συμβολισμού. Ιδιοσυγκρασιακά τουλάχιστον εκεί ανήκε. Οι βαριές κουρτίνες των μισοσκότεινων δωματίων του Μαλαρμέ, οι μέχρι τρέλας φαντασιώσεις του Θ. Γκοτιέ, οι δαιμονισμένες μορφές του Ε. Α. Πόε. Όπως στους μακρινούς αυτούς προδρόμους εμφανίζεται το άτομο αβοήθητο, στερημένο από κάθε είδος αλληλεγγύης, έτσι και στον Ν. Καχτίτση συνήθως οι αφηγηματικοί χαρακτήρες του καταδιώκονται από μια αδιευκρίνιστη, ασαφή απειλή, που γρήγορα τους εξουθενώνει, αποκόβοντάς τους από κάθε σχέση με τον γύρω κόσμο. Οι αντιδράσεις είναι σπασμωδικές, αβέβαιες, υποταγμένες ήδη σ’ ένα μοιραίο ρυθμό που τους επιβάλλεται μ’ έναν ανεξήγητο τρόπο, κάνοντας την όλη συμπεριφορά τους αντιφατική, υπερβολικά επιθετική και αμέσως μετά υπερβολικά αμυντική. Δεν είναι μόνο ότι είναι εντελώς αποκομμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο· η αίσθηση που μεταδίδεται στον αναγνώστη είναι αυτή του μετέωρου, του ανθρώπου που από μια ανεξήγητη αιτία είναι καταδικασμένος να ζει κάτω από το φορτίο του παρελθόντος του.

[…]

Απ’ όσο μπορώ να υποθέσω ο Ν. Καχτίτσης δεν επιδίωξε να γίνει θηρευτής του παράξενου, του αλλόκοτου. Δεν του χρειαζόταν να διαμορφώσει καμιά κατά συνθήκη πραγματικότητα, ώστε να φανταστεί διαφορετικά τον κόσμο. Ήταν αρπαγμένος εξαρχής από τη φαντασία. Ο κόσμος ήταν για εκείνον διαφορετικός.

 
 

*Αποσπάσματα από άρθρο του διαπρεπούς κριτικού λογοτεχνίας Αλέξη Ζήρα για τον Νίκο Καχτίτση, που έφερε τον τίτλο «Νίκος Καχτίτσης, Μια φρενιτώδης φαντασία» και είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό «Γράμματα και Τέχνες» (αρ. τεύχους 46, Ιούλιος – Αύγουστος 1986).

 
 

Ο Νίκος Καχτίτσης γεννήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 1926 στη Γαστούνη, κωμόπολη του κάμπου της Ηλείας.

Ήταν το πέμπτο από τα έξι παιδιά του Θωμά και της Μελπομένης Καχτίτση (το γένος Λογοθέτη).

Ο πατέρας του, με καταγωγή από την Κόνιτσα, ήταν σιδηροδρομικός και την περίοδο εκείνη υπηρετούσε στη Γαστούνη.

Ο Καχτίτσης πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στη Μανωλάδα, τον Πύργο και την Πάτρα.

Από τα μαθητικά του χρόνια έδειξε ζωηρό ενδιαφέρον όχι μόνο για το γράψιμο αλλά και για την τυπογραφία, και εξέδωσε πολλά χειρόγραφα μαθητικά και νεανικά περιοδικά, στα οποία έγραφε σχόλια και μικρά αφηγήματα.

Έφηβος ακόμα, το 1941, δημοσίευσε κείμενό του σε περιοδικό, ενώ προσέγγισε από πολύ νωρίς την ευρωπαϊκή λογοτεχνία.

Πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1947 σε περιοδικό του Πύργου, ενώ ακολούθησαν δημοσιεύσεις νεανικών κειμένων του σε περιοδικά της Πάτρας και της Αθήνας.

Η Κατοχή και ο Εμφύλιος στην Πάτρα, καθώς και η θητεία του στο στρατό, σφράγισαν ανεξίτηλα τον ψυχισμό του και επέτειναν την τάση φυγής που διαρκώς τον διακατείχε.

Την περίοδο 1953-1955 μετανάστευσε στην Αφρική, όπου εργάστηκε σε εμπορική εταιρεία.

Το 1956 εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Μόντρεαλ του Καναδά, όπου νυμφεύτηκε τη Θάλεια Τσαπουλάρη, απέκτησε οικογένεια (ο γιος του, Θωμάς – Κωνσταντίνος, γεννήθηκε το 1962) και εξασφάλισε τα προς το ζην ασκώντας διάφορα επαγγέλματα.

Την περίοδο της διαμονής του στον Καναδά συνεργαζόταν με το περιοδικό της Θεσσαλονίκης «Διαγώνιος», ενώ στο σπίτι του είχε στήσει ολόκληρο τυπογραφείο.

Στον περιορισμένο ελεύθερο χρόνο του επιδιδόταν με πάθος στα δύο εκείνα πράγματα που κατεξοχήν τον έτρεφαν: τη λογοτεχνία και την αλληλογραφία με τους φίλους του.

Χτυπημένος από οξεία λευχαιμία, ο Καχτίτσης αναχώρησε για το στερνό ταξίδι, το πρώτο στην Ελλάδα έπειτα από δεκατέσσερα χρόνια, στις 16 Μαΐου 1970.

Εξέπνευσε στην Πάτρα εννέα ημέρες αργότερα, στις 25 Μαΐου 1970.

Τα χαρακτηριστικά του έργου του

Στο έργο του Καχτίτση είναι εμφανείς οι επιδράσεις των ρευμάτων του ευρωπαϊκού αισθητισμού και συμβολισμού.

Το έργο του συνδέεται επίσης με τη μεταπολεμική πεζογραφική παραγωγή της Θεσσαλονίκης, κυρίως δε με τον εσωτερικό μονόλογο της λεγόμενης Σχολής της Θεσσαλονίκης.

Στην αφηγηματική τεχνική ο Καχτίτσης συνδυάζει την παρωδία και την ανατροπή των κλασικών τεχνικών αφήγησης.

Τα πεζά αλλά και τα λιγοστά ποιήματά του διακατέχονται από μια διαρκή αγωνία και ένα άγχος που συνθλίβει τον άνθρωπο.

Οι ήρωές του είναι παγιδευμένοι στις ενοχές που προκαλεί ένα μακρινό παρελθόν και αδυνατούν να απεμπλακούν από την κατάσταση αυτήν.

Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι το έργο του Καχτίτση κινείται στα όρια ενός ιδιότυπου μοντερνισμού, στη μεθόριο ανάμεσα στο μοντέρνο και το μεταμοντέρνο.

Στα σημαντικότερα δημιουργήματά του συγκαταλέγονται τα ακόλουθα: «Ποιοι οι φίλοι» (1959), «Η ομορφάσχημη» (1960), «Το ενύπνιο» (1960), «Ο εξώστης» (1964), «Η περιπέτεια ενός βιβλίου» (1965), «Ο ήρωας της Γάνδης» (1967).

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο