Πρόλογος

(του συγγραφέως)

Πολύν καιρό τώρα έχω την ιδέα ότι το Θέατρο, όπως και εν γένει η Τέχνη, είνε μια Biblia pauperum, μία βίβλος με εικόνες για κείνους που δεν μπορούν να διαβάσουν τυπωμένα γράμματα, και ο θεατρικός συγγραφεύς είνε ένας λαϊκός ρήτορας, που διασπείρει τις σκέψεις της εποχής σε δημώδη τύπο, τόσο δημώδη, ώστε η μεσαία τάξις, που ως επί το πλείστον γεμίζει το θέατρο, να μπορή χωρίς πολλή σκέψη να εννοή περί τίνος πρόκειται.

[…]

Στο δράμα μου αυτό δεν επεχείρησα να παρουσιάσω κάτι τι νέο –γιατί αυτό δεν μπορεί να το κάνη κανένας– αλλά θέλησα μονάχα να νεωτερίσω στον τύπο σύμφωνα με τις απαιτήσεις που κατά τη γνώμη μου έχει για την τέχνη αυτή ο νέος άνθρωπος της εποχής μας.

Και για το σκοπό αυτό εδιάλεξα ή μάλλον άφησα να με κυριεύση ένα μοτίβο που να στέκη ψηλότερα από τους εφήμερους αγώνες της ζωής, γιατί το πρόβλημα της κοινωνικής ανυψώσεως ή καταπτώσεως, του ανωτέρου ή κατωτέρου, του καλυτέρου ή χειροτέρου, του ανδρός ή της γυναικός είνε, ήταν και θα είνε αντικείμενο μονίμου ενδιαφέροντος. Όταν επήρα το μοτίβο αυτό απ’ τη ζωή, έτσι καθώς πολλά χρόνια τώρα άκουσα να το διηγούνται, ηύρα ότι ήταν κατάλληλο για δράμα, γιατί ακόμα κάνει θλιβερή εντύπωση να βλέπη κανένας ένα άτομο που ζούσε υπό ευτυχισμένας συνθήκας να ξεπέφτη κ’ ένα ένδοξο γένος να σβύνη. Ίσως όμως νάρθη εποχή που θα φθάσουμε σε τέτοιο σημείο εξελίξεως και διαφωτισμού ώστε να βλέπουμε αδιάφοροι ένα θέαμα που σήμερα μας φαίνεται στη ζωή άγριο, κυνικό και απάνθρωπο· και αυτό θα γίνη μόλις αναπτυχθή η κριτική μας δύναμη και πετάξουμε τις χαμηλές και επισφαλείς μηχανές που τις λέμε αισθήματα, γιατί έγιναν περιττά και βλαβερά. Το ότι η ηρωίδα γεννάει συμπάθεια, αυτό στηρίζεται μονάχα στην αδυναμία μας, γιατί δεν μπορούμε ν’ αντισταθούμε στο αίσθημα του φόβου ότι η ίδια τύχη μπορεί να πλήξη και μας. Ένας υπερβολικά αισθηματικός θεατής δεν θα ικανοποιηθή ίσως με τη συμπάθεια αυτή και ο άνθρωπος του μέλλοντος θα ζητήση ίσως με θετικά μέσα να θεραπεύση το κακό, δηλαδή θα ζητήση ένα είδος προγράμματος. Αλλά πρώτα-πρώτα δεν υπάρχει απόλυτο κακό, γιατί όταν ένα γένος χάνεται, κάνει καλό σ’ ένα άλλο γένος που με το μέσον αυτό ανυψώνεται, και η αλλαγή ανυψώσεως και καταπτώσεως αποτελεί ακριβώς μια από τις μεγαλύτερες ευχαριστήσεις της ζωής, γιατί η ευτυχία έγκειται μόνο στη σύγκριση.

*Αποσπάσματα από τον πρόλογο της νατουραλιστικής τραγωδίας του Αυγούστου Στρίντμπεργκ «Δεσποινίς Τζούλια» (μετάφρασις Πέτρου Λυδού, εκδοτικός οίκος Γεωργίου Φέξη, εν Αθήναις, 1916). Το 1916 το ελληνικό αναγνωστικό κοινό γνώρισε τρία από τα γνωστότερα έργα του Στρίντμπεργκ, τη «Δεσποινίδα Τζούλια», τους «Συναδέλφους» και τους «Δανειστές», μέσα από τις μεταφράσεις του Πέτρου Λυδού και τις εκδόσεις του «Φέξη» (το 1917 τυπώθηκε και ο «Πατέρας»).

Ο σουηδός δραματουργός και συγγραφέας Αύγουστος Στρίντμπεργκ (Johan August Strindberg) απεβίωσε στις 14 Μαΐου 1912 στη Στοκχόλμη.

Γεννημένος στη σουηδική πρωτεύουσα στις 22 Ιανουαρίου 1849, ο Στρίντμπεργκ κατάφερε με το πλούσιο και πρωτοποριακό έργο του να συμβάλει τα μέγιστα στην εξέλιξη του σύγχρονου ευρωπαϊκού θεάτρου.

Ο πατέρας του ήταν ευγενούς καταγωγής, η δε μητέρα του, την οποία έχασε λόγω φυματίωσης σε ηλικία 13 μόλις ετών, ήταν κόρη ενός φτωχού ράφτη.

Ο Στρίντμπεργκ ενεγράφη το 1867 στο Πανεπιστήμιο της Ουψάλας, αλλά δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του.

Δοκίμασε τις ικανότητές του σε διάφορα πεδία (ιατρική, θέατρο, υποκριτική), ενώ εργάστηκε και ως οικοδιδάσκαλος για να εξασφαλίσει τα προς το ζην.

Το 1872 ήταν το έτος συγγραφής του πρώτου ώριμου θεατρικού έργου του με τίτλο «Αφέντης Ούλοφ».

Το 1874 προσελήφθη ως βιβλιοθηκάριος στη Βασιλική Βιβλιοθήκη, ενώ το 1877 νυμφεύτηκε τη βαρόνη Σίρι φον Έσσεν (1850-1912), που φιλοδοξούσε να γίνει ηθοποιός.

Το 1879 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα του Στρίντμπεργκ «Το κόκκινο δωμάτιο» (έτσι ονομαζόταν ένα διάσημο στέκι των καλλιτεχνών της Στοκχόλμης, στο οποίο σύχναζε και ο ίδιος), που αποτέλεσε μεγάλη εκδοτική επιτυχία.

Από το 1884 έως το 1889 ο Στρίντμπεργκ ταξίδεψε με την οικογένειά του στην Ευρώπη, βιώνοντας μια περίοδο ψυχολογικών μεταπτώσεων.

Το 1886 εκδόθηκε το δίτομο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα «Ο γιος της δούλας» και το 1887 το μυθιστόρημα «Οι κάτοικοι του Χέμσε».

Την ίδια χρονιά ο Στρίντμπεργκ έγραψε τον «Πατέρα», το δράμα διαμέσου του οποίου καθιερώθηκε στην Ευρώπη.

Ακολούθησαν, το 1888, τα νατουραλιστικά δράματα «Δεσποινίς Τζούλια» και «Οι δανειστές», που συγκαταλέγονται στα σημαντικότερα έργα του σύγχρονου παγκόσμιου ρεπερτορίου.

Ύστερα από μια σύντομη επιστροφή στη Σουηδία και το χωρισμό του με τη Σίρι φον Έσσεν (1889), ο Στρίντμπεργκ πραγματοποίησε μια νέα εξόρμηση στη γηραιά ήπειρο.

Στο Βερολίνο ήταν γραφτό να γνωρίσει τη δεύτερη σύζυγό του, την αυστριακή δημοσιογράφο Φρίντα Ουλ.

Αφού προηγήθηκε μια περίοδος έντονων ηθικοπνευματικών αναζητήσεων και ποικίλων πειραματισμών, αλλά και το διαζύγιό του με τη Φρίντα Ουλ, ο Στρίντμπεργκ επέστρεψε στη Σουηδία.

Προς τα τέλη του 19ου αιώνα έγραψε το «Ινφέρνο» (1897) και την τριλογία «Προς Δαμασκόν» (1899).

Το 1901 έκανε τον τρίτο του γάμο (και αυτός έμελλε να καταλήξει σε διαζύγιο), αυτήν τη φορά με τη νορβηγίδα ηθοποιό Χάριετ Μπόσε.

Το 1902 παρουσίασε το «Ονειρόδραμα», ενώ το 1904 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά του «Μαύρες σημαίες».

Το 1907 ο Στρίντμπεργκ, που ήθελε να αποκτήσει ένα δικό του θεατρικό χώρο, ίδρυσε μαζί με το χαρισματικό ηθοποιό και σκηνοθέτη Άγκουστ Φαλκ το «Ιντίμα Τεάτερν».

Από τη σειρά έργων δωματίου που άρχισε να γράφει για το θέατρό του ξεχωρίζει «Η σονάτα των φαντασμάτων».

Ο καρκίνος του στομάχου ήταν η αιτία που προκάλεσε το θάνατο του Στρίντμπεργκ το 1912, σε ηλικία 63 ετών.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο