Με τον Λάμπρο Φιλίππου τα είπαμε ωραία στο in.gr.

Μου μίλησε για την ζωή του στην Αμερική, την μουσική, την υποκριτική, το διάστημα. Όπως μόνο αυτός θα μπορούσε να κάνει. Παραμβάλλονταν σκίτσα της Σαρανταποζαρούσας, ενός εκπληκτικού καλλιτέχνη που, προσωπικά, γνώρισα χάρη στον Νίκο τον Μπόβολο και τον Ζαμπονοκόπτη του.

Αν τα παραπάνω δεν σας λένε τίποτα, ίσως σας πει το παρακάτω:

Η Σαρανταποζαρούσα σχεδίασε το εξώφυλλο του νέου δίσκου του Λάμπρου Φιλίππου με τίτλο «Πέζαντλυ». Χωριάτικα. Επαρχιακά. Μια λέξη σχεδόν φτιαχτή, ό, τι πρέπει για τίτλος σε αυτό το μουσικό διαμάντι με τις επτά λάμψεις, τα επτά παραδοσιακά τραγούδια που ο Φιλίππου και οι μουσικοί πείραξαν με τρόπο μοναδικό.

Χρησιμοποιώ την λέξη «πείραξαν» ανερυθρίαστα, καθώς ο ίδιος ο Λάμπορυ δήλωσε στο ταινιάκι που έφτιαξε για να μας παρουσιάσει τον δίσκο ότι δεν τον ενοχλεί καθόλου.

Η παράδοση έχει γίνει της μόδας για λόγους βαθείς και ρηχούς, λόγους που δεν γουστάρει να αναλύσει τούτο το κείμενο-η γράφουσα συζητά συνέχεια, τον τελευταίο καιρό, γύρω από αυτό το θέμα. Ο Λάμπρος Φιλίππου, vocalist των Yanneis, είναι η επιτομή της καλλιτεχνικής φύσης και της δημιουργικής επίσης.

Δεν είχε καμία ανάγκη να γραπωθεί από κάτι φιλικό προς το κοινό, καυτό για τα social media ή επίκαιρο στην ελληνική τραγουδοπαραγωγή. Δεν είχε καμία ανάγκη να ασχοληθεί με την παράδοση για να γίνει περισσότερο γνωστός ή να βγάλει λεφτά. Είχε ανάγκη να λαλήσει αλάνικα νότες και λόγια που μοιάζουν με ιστορίες που ο καθένας μας έχει ζήσει.

Να μου ζήσεις, Λάμπρο μου!

Είναι και ο ίδιος ξενιτεμένο πουλί στην γλυκιά στέπα της Άγ(ρ)ιας Δύσης, στα Μανχάταν και στα Μάντισον. Παρεμπιπτόντως, θα ήθελα πολύ να ακούσω τον «Πινόκλη» από το γλυκό στόμα του.

Ο δίσκος Πέζαντλυ αφηγείται μια ιστορία, απολύτως παραδομένη στην τέχνη του λαού που, με αλήθειες, προτροπές και πάθος, στήνει ποίηση αμίμητη. Έννοιες ουράνιες, συμπαντικές, όπως ο έρωτας, η προδοσία, ο πλούτος, η φτώχεια, η μοναξιά, ο καημός, στριμώχνονται γλυκά μες στην ελληνική γλώσσα και τα τέμπα της παράδοσης και μας σερβίρονται με τον πιο οικείο τρόπο.

Ο δίσκος απευθύνεται στον μπάρμπα που ζει για το πανηγύρι του χωριού του, στη νεράιδα που στ’ ακουστικά της έχει Θεοδοσία Στίγκα και οι φίλες της την περιγελούν, στον «πάσα ένα» που κάπου, κάπως, κάποτε έκανε μια γυροβολιά με το παιχνίδι του Αμερικάνου κι ένωσε χέρια σε μια πλατεία για να χορέψει στον ρυθμό του Μαργουδιού.

Το ταξίδι του ακροατή ξεκινάει με την «Πικροδάφνη», που μιλά για έναν τύπο ο οποίος παντρεύει την αγαπημένη του με τον εχθρό του. Ο ήχος ηπειρώτικος, βουνίσιος, μυρίζει πεύκο και ρετσίνα γαμήλια. Ακολουθεί η «Περιστέρα», πολύ τρυφερή, σαν λυγμός, για μένα ιδανικό soundtrack ερωτικής πράξης με την γυναίκα ή τον άντρα της ζωής σου. Ένας συγκλονιστικός Φιλίππου βγάζει τις νότες από τα γόνατά του και τις σκαρφαλώνει μέχρι το λαιμό, δημιουργώντας μια μουσική θρησκεία που καλεί για προσευχή.

Το ταίρι εδώ ξενιτεύτηκε κι ο πόνος βαθαίνει. Μια ξενιτιά είναι βέβαια και το να χάσεις εκείνον που λατρεύεις, επειδή παντρεύεται με το λάθος πρόσωπο.

Άναμμα τσιγάρου.

Σειρά έχει η έκφραση του απόλυτου πόθου στο απόλυτο χιτ της ελληνικής καραντίνας για τα περίχωρα του αθηναϊκού κέντρου. Το «Άρωμα» (από την Λέρο) έρχεται και μεθά τον ίδιο τον Λάμπρο πρώτα κι έπειτα εμάς. Η φωνή του Λάμπρου στέκει ως δεύτερη φωνή στην πρώτη του Τάσου Κουφοδήμου, που μοιάζει εντελώς απροβάριστη, σα να βγαίνει φυσικά κι αυθόρμητα την ώρα της εγγραφής. Αυτή η αυτοσχέδια υψιφωνία πιάνει κατηφόρα σε μια φράση προς το τέλος και ραγίζει η πέτρα. Ποιος αγαπά στις μέρες μας μέχρι να μπει στον Άδη;

Η υποκριτική διάσταση του τραγουδιστή Φιλίππου δεν παριστάνει την ντροπαλή. Ο ηθοποιός είναι εκεί, πλάι στον ερμηνευτή και παίζει δυνατή μπάλα. Οι στίχοι των παραδοσιακών τραγουδιών μοιάζουν καθάριοι, σύγχρονοι και οι πανέξυπνες ενορχηστρώσεις αφορούν ακροατές και εκτός Ελλάδας.

Το «Αηδόνι» επιτρέπει ένα διάλειμμα από τα μέλια του έρωτα που πονά και σφάζει. Φιλοσοφικό κομμάτι, βαθιά μαρξιστικό (πλούσιοι-φτωχοί), χριστιανικό (το θέμα του ουρανού, του αγγέλου, του Χριστού των Αγίων), αναρχικό (ένα αηδόνι να κερνά). Ντουγούν αμάν. Κανείς δεν θα μπορέσει, κατά την ταπεινή μου άποψη, να ξεπεράσει αυτήν την ερμηνεία και αν ήμουν η μάνατζερ του Λάμπρου θα του απαγόρευα να το εντάξει σε δίσκο. Αυτό είναι μπαμ και κάτω. Να σταθεί σε μια κάμερα, να μας κοιτά κατάματα και να το ερμηνεύσει, ανοίγοντας τον Παράδεισο με το ελαφρύ «ν» που σπάει χωριάτικα, χαρίζοντας σκιά στους εργάτες και κάψα στον σβέρκο των αρχοντάδων που τα φλουριά του δεν τους χρησιμεύουν σε τίποτα, τώρα που πεθάνανε.

Αυτό το τραγούδι δίνει δύναμη στον αγρότη που σφάζει με την τσάπα του την γη: στην άλλη ζωή θα πίνει κρύο νερό. Ο Λάμπρος βήχει στην διάρκεια της ηχογράφησης κι ο βήχας δεν αφαιρείται. Μοιάζει να γίνεται επίτηδες. Βαθιά υπόκλιση.

Τώρα, όλοι θέλουμε να νιώσουμε λιγάκι αλήτες. Κι ο ήρωάς μας, ο Χωριάταρος Λάμπρος Φιλίππου προσγειώνεται στην Αμερική εκ Καρδίτσης ορμώμενος και αρπάζει κολπατζίδικα τα λεφτά των Νιουγιόρκηδων σε ένα παραληρηματικό καρέ καύλας. «Ο Αμερικάνος», κυρίες και κύριοι. (Το χορεύω)

Η εκφορά του λόγου του και η τοποθέτηση της φωνής του αξιοθαύμαστες αμφότερες. Σε αντίστοιχο, ανεβασμένο τέμπο, αλλά πάλι πίσω στο αιώνιο αφήγημα του έρωτα και της επιθυμίας, το «Μαργούδι»-επίσης χιλιοδιασκευασμένο-αποκτά υπόσταση τζαζ και μοντέρνα, δίχως ίχνος προσποίησης. «Τσ’ ίδγε η μάνα τση κι μουρμουρρρίζ». Ο Φιλίπππου έχει αγγίξει ποιότητες duende, αλλά αυτό το κομμάτι είναι το λιγότερο αγαπημένο μου του δίσκου. Είναι η ώρα που βάζω να πιω νερό, η ώρα που στεγνώνει η συγκίνηση από τα μάγουλά μου.

Αλλά θέλω επιτακτικά να ταξιδέψω. Κι έτσι, ανάβω άλλο ένα τσιγάρο.

Ο δίσκος έχει ένα τελευταίο κομμάτι, που μοιάζει με βρύση που στάζει πλάι σε ένα ρέμα, νερό κρυστάλλινο και δροσερό. Δεν το γνώριζα το «Ντούρου Ντούρου». Στιβαρό και ερμηνευμένο αρκετά εσωτερικά για να με κάνει να αναζητώ απεγνωσμένα κάποιο κρυφό, όγδοο τρακ. Είναι το τραγούδι που σε κάνει να θες ακόμα ένα. Σαν Χορός Τραγωδίας που δεν έχει γραφτεί ακόμα. Τα κοκαλάκια της Μαρίκας Παπαγκίκα μυρώσανε, φίλες και φίλοι μου.

Το κλαρινέτο της Δάφνης Μέγγου, τα πνευστά του Παναγιώτη Σιωρά, το βιολί του Θοδωρή Σιούτη  και  τα pipe drums του Γιώργου  Λιβανού ύφαναν την ιστορία συναρπαστικά.

Και το ηθικό δίδαγμα αυτής; Αυτό που λέει ο Λάμπρος μας: «Οι άνθρωποι θα συναντιούνται και θα λένε ιστορίες, και στη χαρά και στη λύπη τραγούδια θα λένε πάλι.»

Δείτε την ταινία-παρουσίαση του δίσκου ή/και κάντε donate για να σας σταλούν τα τραγούδια ΕΔΩ.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο