Η οδός Θεάτρου νωχελικότερη από ποτέ, ήλιος του Μάη, Κυριακή. Οι Αθηναίοι ξεχύθηκαν στις παραλίες ή παρέμειναν στα μπαλκόνια τους.

Όχι και όλοι. Κάποιοι επέλεξαν κέντρο Αθήνας. Οι πιστοί κάτοικοί του, άλλωστε, δύσκολα το ξεπουλούν για την παραλία. Οι τουρίστες δεν έχουν κατακλύσει ακόμα τους δρόμους, η πόλη μοιάζει να μας ανήκει περισσότερο από ποτέ αυτές της πρώτες μέρες «ξελευθερίας».

Κατέβηκα με φίλους κι εγώ στην Αθηνάς, την Αιόλου, την Ευρυπίδου, σε μια χορταστική βόλτα που ξεκίνησε από την Πατησίων και κατέληξε στου Ψυρρή. Πίσω από την Βαρβάκειο, μας περίμενε αναπάντεχα ανοιχτή η μία από τις δύο πόρτες της αγαπημένης μου ταβέρνας στην πόλη μετά τον πολύ δικό μου Πειναλέοντα.

Ο κύριος Μήτσος με τον συνεργάτη του, που θα με συγχωρέσει που δεν θυμάμαι το όνομά του τώρα, κάθονταν σε ένα τραπέζι και τσιμπολογούσαν μεζέδες, πίνοντας κρασί.

Έχω πάει στο Δίπορτο πάνω από δεκαπέντε φορές σε εύρος τεσσάρων έως πέντε ετών και ποτέ, μα ποτέ, δεν έχω δει τον κύριο Δημήτρη να κάθεται. Πάντα τριγυρίζει, πάντα προετοιμάζει, σερβίρει, καθαρίζει, μιλά, υποδέχεται, τρέχει.

Η καραντίνα τον φρέσκαρε, τον ξεκούρασε. Οι παλιοί μαγαζάτορες (ο συγκεκριμένος ξεκίνησε ως παραγιός, αλλά δεν πρόκειται να σας «κουράσω» με την πασίγνωστη και χιλιοειπωμένη ιστορία του Δίπορτου) έχουν ζήσει μες στις δεκαετίες αρκετές ανακατατάξεις, άνοιξε-κλείσε, κρίσεις και τα συναφή. Όχι, κοροναϊό κανείς δεν είχε ξαναζήσει, αλλά σε κάποια στέκια ο κοροναϊός άνετα πνίγεται μες στην δύναμη και την αντοχή και την επιμονή και την υπομονή.

Απαράλλαχτο σκηνικό, άχρονο σχεδόν

Το Δίπορτο άδειο από κόσμο (κι αυτό πρώτη φορά!) είναι πιο όμορφο από ποτέ. Ο κυρ Μήτσος μας οδηγεί στον μαρμάρινο πάγκο στο βάθος. «Να, τραβήξτε καμιά φωτογραφία από εδώ» και μας προσφέρει ρετσίνα. Πίνουμε «κούπα». Μπαμ και κάτω. Κι έπειτα άλλο ένα.

Λέμε μερικές κουβέντες στα όρθια. Νοσταλγώ. Εκείνος γελά πάνω και κάτω από τα μουστάκια του.

Είναι έτοιμος να ανοίξει σε λίγες μέρες-δεν έχει αυλές και ακάλυπτους το Δίπορτο. Έχει μερικά ταπεινά τραπέζια, κοντά το ένα με τ’ άλλο για να γίνονται οι επισκέπτες συνδαιτημόνες ενός συμπεριληπτικού συμποσίου, στο οποίο τον ρυθμό κρατάνε τα κροταλίσματα των σερβίτσιων ή κάποιο όργανο που κατεβαίνει διστακτικά τα σκαλάκια.

Από ακορντεόν κάποιου εφήβου τσιγγάνου εμμονικού με το «Μπαγλαμαδάκι», μέχρι τα μπουζουκοκίθαρα φίλων που ξέρουν πού πηγαίνουν, το γλέντι στο Δίπορτο ανάβει και σβήνει απροειδοποίητα σαν καλοκαιρινό αστέρι, ακούραστα μες στα χρόνια, πάντα το ίδιο μυσταγωγικά.

«Θέλουμε να ανοίξουμε, να σας δεχτούμε πάλι. Περιμένουμε από μέρα σε μέρα τις ανακοινώσεις», λέει ο κύριος Δημήτρης.

Η μάσκα βγήκε για λίγο. Η απόσταση κρατήθηκε. Αλλά ένα κρασί το τσουγκρίσαμε!

Και το Δίπορτο μουρμουρίζει κάτι δικό του, κάτι αμεταγλώττιστο, μέσα από τα πολυκαιρισμένα, ξύλινα βαρέλια του, κάτω από τις μαρμάρινες επιφάνειες και τους τοίχους με τις χίλιες δύο ιστορίες και καημούς που φέρουν εντός τους.

Ανεβαίνουμε με τους φίλους τις σκάλες, μας έχει συνεπάρει αυτή η σύντομη επίσκεψη. Ο ήλιος της πόλης περιμένει να οδηγήσει τα βήματά μας λίγο παρακάτω.

Έτσι συμβαίνει πάντοτε.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο