Τι σημαίνει η φυγή του εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού σε μαζικά κύματα στο εξωτερικό; Πως επιδρά το brain drain στις ήδη υπάρχουσες ανισότητες; Ποιες είναι οι πραγματικές αιτίες και η ιστορική προέλευση της μετανάστευσης υψηλής εξειδίκευσης;

Και ποιες οι προκλήσεις αυτής της διευρυμένης μεταναστευτικής κίνησης;

Το βιβλίο, που φέρει την υπογραφή των δυο σπουδαίων ακαδημαϊκών, Λόη Λαμπριανίδη και Θεοδόση Συκά, δίνει όλες τις απαντήσεις για την καλύτερη κατανόηση όλων των διαστάσεων αυτού του φαινομένου στον σύγχρονο κόσμoυ.

Διαρροή Εγκεφάλων: Πρόκληση ή Πληγή;

Το ανθρώπινο δυναμικό και κυρίως το εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό είναι καθοριστικό για την οικονομική ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα μιας χώρας. Επομένως, η φυγή του στο εξωτερικό (διαρροή εγκεφάλων /brain drain) και ιδιαίτερα σε μαζικά κύματα, συνιστά μια σημαντική απώλεια αναπτυξιακής δυναμικής, αλλά και ευρύτερα, κοινωνικής και εθνικής δυναμικής για τις χώρες προέλευσης.

Μάλιστα, επειδή το brain drain αφορά κυρίως μετακινήσεις από τις λιγότερο αναπτυγμένες προς τις αναπτυγμένες χώρες, συμβάλλει στην επιδείνωση των μεταξύ τους ανισοτήτων.

Σκοπός του βιβλίου αυτού είναι να συμβάλει στην κατανόηση του brain drain, αλλά και του γενικότερου φαινομένου της μετανάστευσης υψηλής ειδίκευσης στον σύγχρονο κόσμο, δίνοντας έμφαση στον ευρωπαϊκό χώρο και στην Ελλάδα.

Ειδικότερα, προσπαθεί να εντάξει την κινητικότητα των ειδικευμένων μεταναστών στα ευρύτερα θεωρητικά σχήματα που ερμηνεύουν το μεταναστευτικό φαινόμενο και να αποτυπώσει σε ένα συνεκτικό πλαίσιο τα μέχρι σήμερα δεδομένα για τη μετανάστευση υψηλής ειδίκευσης, την ιστορική της προέλευση, τις αιτίες που τη δημιουργούν, τις συνέπειες στις χώρες υποδοχής και στις χώρες προέλευσης, καθώς και τις πολιτικές που αναπτύσσονται για τη διαχείρισή της.

Φιλοδοξεί, τέλος, να αναδείξει τις ευκαιρίες και τις προκλήσεις της ολοένα και διευρυνόμενης αυτής μεταναστευτικής κίνησης, καθώς και να παράσχει ένα πλαίσιο ανάλυσης του brain drain από την Ελλάδα, το οποίο, ειδικά μετά τη δριμεία οικονομική ύφεση που ενέσκηψε από τα τέλη του 2008, εξελίχθηκε ραγδαία με πολλαπλές, αρνητικές συνέπειες για τη χώρα μας.

Πώς ξεκίνησε η γνωριμία και η συνεργασία σας ως συγγραφέων (Λαμπριανίδης-Συκάς) μεταξύ σας από την μια, με τις εκδόσεις ΕΑΠ από την άλλη;

Λόης Λαμπριανίδης: Στα τέλη του 2018 με πλησίασε ο κ. Στρατής Μπουρνάζος να μου πει ότι το ΕΑΠ θα προχωρούσε στην έκδοση μιας σειράς βιβλίων μικρής έκτασης που θα επιλεγούν με κριτήριο την εγκυρότητα και την υψηλή ποιότητά τους και με στόχο την προσφορά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό έργων αναφοράς ευρύτερου ενδιαφέροντος από τα πεδία των ανθρωπιστικών, κοινωνικών και θετικών επιστημών.

Στο πλαίσιο αυτό, μου ζήτησε να συγγράψω ένα βιβλίο για το brain drain κάτι που αποδέχτηκα. Στη συνέχεια η επικοινωνία συνεχίστηκε με την κα Κατερίνα Πάπαρη στην οποία και πρότεινα να συγγράψουμε το βιβλίο με τον φίλο Θεοδόση Συκά. Η συγγραφή του βιβλίου ξεκίνησε την άνοιξη του 2020.

Θεοδόσης Συκάς: Υπήρξα προπτυχιακός και μεταπτυχιακός φοιτητής του Λ.Λ. στο τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Στη συνέχεια, συνεργαστήκαμε σε ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα, στο πλαίσιο της Ερευνητικής Μονάδας Περιφερειακής Ανάπτυξης και Πολιτικής (ΕΜΠΑΠ) του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, της οποίας είναι επικεφαλής. Επίσης, ήταν επιβλέπων του διδακτορικού μου. (Αξίζει εδώ να αναφέρω ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους απευθύνθηκα στον Λόη δεν ήταν επιστημονικός. Μου κίνησε το ενδιαφέρον το γεγονός ότι στον τοίχο πίσω από την καρέκλα του γραφείου του είχε αναρτημένες δύο μεγάλες αφίσες: μία του J. Lennon και μια του B.B. King. Ε, μετά γίναμε φίλοι).

Έκτοτε, η συνεργασία μας συνεχίζεται με από κοινού συγγραφή επιστημονικών άρθρων και βιβλίων. Το βιβλίο για το brain drain αποτελεί την πρώτη συνεργασία μου με τις εκδόσεις του ΕΑΠ, η οποία οφείλω να ομολογήσω ότι ήταν εξαιρετική. Η βοήθεια και η υποστήριξη των ανθρώπων του εκδοτικού οίκου ήταν πολύτιμη.

Λ. Λαμπριανίδης

Γιατί σας απασχόλησε το ζήτημα του Brain Drain; Έχετε κάποια ειδική σύνδεση μαζί του, από προσωπικής άποψης; (κάποιος δικός σας έφυγε από την Ελλάδα ή/και το σκεφτήκατε εσείς για εσάς…;)

Λ.Λ. Ασχολούμαι με το ζήτημα αυτό εδώ και αρκετά χρόνια. Ήδη από τις αρχές του 2000 παρακολουθούσα τη σχετική βιβλιογραφία, αλλά το ενδιαφέρον μου έγινε πολύ έντονο, όταν συνειδητοποίησα πως, ολοένα και περισσότεροι πρώην φοιτητές μου αλλά και φίλοι και κυρίως παιδιά φίλων, μετά την απόκτηση του πτυχίου τους, έφευγαν στο εξωτερικό για να βρουν δουλειά.

Έτσι, το 2008 ξεκίνησα μια συστηματική ενασχόληση που κατέληξε το 2011 στη έκδοση του βιβλίου «Επενδύοντας στη φυγή: η διαρροή επιστημόνων από την Ελλάδα την εποχή της παγκοσμιοποίησης».

Θ.Σ. Το ζήτημα με απασχόλησε ερευνητικά στο πλαίσιο της γενικότερης ενασχόλησής μου με τα ζητήματα της οικονομικής μετανάστευσης. Θρυαλλίδα αποτέλεσε η έρευνα που προανέφερε ο Λόης, η οποία ήταν μία από τις πρώτες ερευνητικές προσπάθειες για το brain drain στη χώρα μας. Έκτοτε, και όσο το φαινόμενο αποκτούσε ενδημικό χαρακτήρα, το ενδιαφέρον μου για τη μετανάστευση υψηλής ειδίκευσης διευρυνόταν.

Μάλιστα, η ηλικιακή ομάδα 40-49 ετών στην οποία και ανήκω, έχει τη μεγαλύτερη εκπροσώπηση μεταξύ των Ελλήνων διδακτόρων που έχουν μεταναστεύσει στο εξωτερικό. Προσωπικά, δε σκέφτηκα ποτέ να φύγω από τη χώρα. Ωστόσο, καλός φίλος με σπουδές πολύ υψηλού επιπέδου στη Φυσική εργάζεται ως ερευνητής στην Ευρώπη, μετά από δύο απόπειρες να επιστρέψει στη χώρα, καθώς και ένα σύντομο πέρασμα, ως διδάσκων με σύμβαση, από ελληνικό πανεπιστήμιο.

Ποια η διαδικασία της δημιουργίας αυτού του βιβλίου; Πώς κινηθήκατε ως ερευνητές-συγγραφείς; Τι σας συνάρπασε περισσότερο;

Λ.Λ. Η βασική ιδέα, που ήταν και ο στόχος της σειράς αυτής του ΕΑΠ, ήταν να συγγράψουμε ένα επιστημονικό κείμενο, το οποίο παράλληλα θα είναι προσιτό στο ευρύ κοινό, δεδομένου ότι το θέμα απασχολεί χιλιάδες ελληνικές οικογένειες αλλά και είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την ελληνική οικονομία και θα έλεγα για το σύνολο του κοινωνικού και πολιτικού σχηματισμού.

Ταυτόχρονα, η συγγραφή του βιβλίου συνέπεσε με την ολοκλήρωση μιας εκτεταμένης έρευνας που εκπονούσα σε συνεργασία με το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και αφορά την κινητικότητα (εκπαιδευτική, επαγγελματική και γεωγραφική) των Ελλήνων κατόχων διδακτορικού τίτλου. Το βιβλίο, λοιπόν, συνιστά μια επισκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας για το φαινόμενο και περιλαμβάνει το θεωρητικό του πλαίσιο, τα αίτια, τις συνέπειες, τη διαμόρφωσή του ιστορικά και τις πολιτικές που ασκούνται για τη διαχείρισή του, ενώ παρουσιάζει και τις διαστάσεις του φαινομένου στην Ελλάδα μέσα από τρεις προγενέστερες έρευνες στις οποίες συμμετείχα.

Θ.Σ. Πέραν του ερευνητικού ενδιαφέροντος, δεν ξέρω αν υπάρχει κάτι συναρπαστικό στο πλαίσιο ενός φαινομένου που κατά κύριο λόγο αποτελεί πληγή για την Ελλάδα. Ίσως το συναρπαστικό και συνάμα ελπιδοφόρο θα ήταν να μπορέσουμε να συγκρατήσουμε το υπάρχον επιστημονικό δυναμικό στη χώρα μας και να προσελκύσουμε κάποιους από αυτούς που έφυγαν, αλλά και ξένους επιστήμονες.

Συχνά, λέμε ότι «τα καλά μυαλά φεύγουν από την χώρα», αδικώντας ίσως εκείνα τα μυαλά, πολύ καλά επίσης, που μένουν και διαπρέπουν, με μικρότερες αμοιβές και με multitasking ενίοτε. Τι σκέφτεστε πάνω σε αυτό, τι λέτε;

Θ.Σ. Στο βιβλίο αναφέρουμε ρητά ότι η θέση που θέλει να έχουν φύγει οι «καλύτεροι» και να έχουν μείνει πίσω οι «χειρότεροι» είναι γενικευτική και αυθαίρετη. Οι χαμηλές αμοιβές, η ετεροαπασχόληση και η εξ ανάγκης πολυδραστηριότητα στην οποία αναφέρεστε αποτελούν δομικές παθογένειες της ελληνικής αγοράς εργασίας, η οποία πλήττει πολλές κατηγορίες ειδικοτήτων. Στην περίπτωση των εργαζόμενων υψηλής ειδίκευσης δημιουργούν το πρόσθετο πρόβλημα ότι υπο-αξιοποιούνται, ίσως και απαξιώνονται, οι δεξιότητές και οι σπουδές που διαθέτουν. Η μεγάλη πρόκληση είναι να δημιουργηθούν εκείνες οι εκπαιδευτικές – εργασιακές συνθήκες που θα επιτρέψουν στο ειδικευμένο δυναμικό να δημιουργήσει, αξιοποιώντας πλήρως το υψηλό γνωσιακό του υπόβαθρο και την υψηλή του ειδίκευση.

Λ.Λ. Θα πρόσθετα σε αυτά που είπε ο Θεοδόσης, πως πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί. Οι πολιτικές για την προσέλκυση αυτών που έφυγαν δεν πρέπει να καταλήγουν σε διακριτική μεταχείριση που να αφήνει πίσω αυτούς που έμειναν στη χώρα.

Ποιες χώρες είναι εκείνες που έχουν απορροφήσει περισσότερο τις νέες Ελληνίδες και Έλληνες σε θέσεις εργασίας που επαληθεύουν την Μετανάστευση Υψηλής Ειδίκευσης;

Θ.Σ. Οι χώρες που προσελκύουν το μεγαλύτερο μέρος των μεταναστών υψηλής ειδίκευσης είναι οι παραδοσιακές αναπτυγμένες χώρες υποδοχής μεταναστών, όπως η Μ. Βρετανία, οι ΗΠΑ, η Γερμανία και η Γαλλία. Το ενδιαφέρον με τις χώρες αυτές είναι ότι η γενικότερη οικονομική τους κατάσταση, από τη μία πλευρά και, από την άλλη, ένα ειδικό πλέγμα μέτρων μεταναστευτικής, εκπαιδευτικής και πολιτικής απασχόλησης, παρέχουν ένα ελκυστικό πλαίσιο συνθηκών ζωής, εκπαίδευσης απασχόλησης και αμοιβών το οποίο έρχεται να αντιστοιχηθεί στο υψηλό επίπεδο απαιτήσεων ως προς τους όρους διαβίωσης, σπουδών και απασχόλησης που διαθέτουν οι Έλληνες μετανάστες. Έτσι, επιτυγχάνουν να προσελκύουν την πλειονότητά τους.

Η αντίστροφη, βέβαια, ανάγνωση είναι ότι μια χώρα προέλευσης, όπως η Ελλάδα, που επιθυμεί, είτε να συγκρατήσει το εγχώριο επιστημονικό της δυναμικό, είτε να επανα-προσελκύσει όσους έφυγαν, είτε να προσελκύσει ξένους επιστήμονες, καλείται να ανταγωνιστεί τις πολύ ισχυρές αυτές οικονομικές δυνάμεις σε πολλαπλά επίπεδα. Και βέβαια, αν δεν το καταφέρει τελικά, η απώλεια οικονομικής, κοινωνικής και εθνικής δυναμικής για τη χώρα θα είναι διαχρονικά βαριά.

Λ.Λ. Θα έλεγα, γενικά, πως οι χώρες και οι πόλεις στις οποίες πηγαίνουν χαρακτηρίζονται από μεγάλη δραστηριότητα στην παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών υψηλής προστιθέμενης αξίας. Μάλιστα, πριν από την κρίση πήγαιναν βασικά στις πρωτεύουσες και στις πόλεις που προσέφεραν μια υψηλή ποιότητα ζωής, όμως στην περίοδο της κρίσης πηγαίνουν κυριολεκτικά όπου δει.

Πώς θα μπορούσε η Ελλάδα, κατά την άποψή σας, να περιορίσει το φαινόμενο το οποίο, όπως αναφέρετε και στο βιβλίο σας, είναι πληγή για την οικονομία της;

Λ.Λ. Ο επαναπατρισμός των μεταναστών είναι εφικτός μακροχρόνια και υπό την προϋπόθεση ότι θα αρθούν οι όροι οι οποίοι τους οδήγησαν στη φυγή. Αυτό σημαίνει στην περίπτωσή μας να μετακινηθεί σταδιακά η χώρα μας στην παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, γεγονός που θα οδηγούσε στην αύξηση της ανάγκης της οικονομίας για εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό.

Όπως κατανοείτε, αυτό απαιτεί μια πολυδιάστατη, καλοσχεδιασμένη και μακρόπνοη πολιτική προς αυτή την κατεύθυνση και απαιτεί χρόνο, είναι, δηλ., μια διαδικασία η οποία θα φέρει αποτελέσματα μεσο-μακροπρόθεσμα. Βραχυπρόθεσμα χρειάζεται να υπάρξει στήριξη του εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού για να στήσει την επιχείρησή του, να μπορέσει να εμπλακεί σε ερευνητική ή ακαδημαϊκή εργασία κτλ. Παράλληλα πρέπει να στηριχθεί και η «εικονική επιστροφή» δηλαδή, ενόσω οι μετανάστες ζουν και εργάζονται στο εξωτερικό να αναπτύξουν συνέργειες με τον ελληνικό ακαδημαϊκό, ερευνητικό και επιχειρηματικό χώρο, προσφέροντας τις δεξιότητές τους και στην Ελλάδα με αμοιβαία οφέλη.

Με τον τρόπο αυτό, η Ελλάδα διατηρεί ανοιχτούς τους δεσμούς και τους διαύλους επικοινωνίας μαζί τους, γεγονός που μακροπρόθεσμα μπορεί να βοηθήσει και στη «φυσική» τους επιστροφή. Μια τέτοια προσπάθεια έγινε με την πλατφόρμα «Γέφυρες γνώσης – γέφυρες συνεργασίας», που βρήκε πολύ μεγάλη ανταπόκριση από την ελληνική διασπορά.

Θ. Συκάς

Συχνά, κυριαρχεί η αίσθηση ότι, ακόμα κι αν «έξω» κάποιος δεν βρει μια σπουδαία δουλειά με σπουδαίο μισθό, τουλάχιστον θα κινείται σε ένα επαγγελματικό περιβάλλον αξιοκρατίας και δικαιοσύνης. Πόσο «απέθαντο» είναι τελικά το…ρουσφέτι και το βόλεμα που οι παλιότερες γενιές Ελλήνων ήθελαν διακαώς για εκείνους και τα παιδιά τους; Θεωρείτε ότι φαινόμενα σαν αυτά έχουν ευθύνη στην διαρροή εγκεφάλων;

Θ.Σ. Είναι σημαντικό εδώ να αναφέρουμε ότι όσο γενικευτική και αυθαίρετη είναι η άποψη ότι οι «καλύτεροι» φεύγουν και οι «χειρότεροι» μένουν, άλλο τόσο στερεοτυπική είναι η θέση ότι όλοι όσοι ζουν έξω έχουν τις καλύτερες δουλειές και τις υψηλότερες αμοιβές. Η ιδέα ότι έξω είναι το όνειρο και μέσα ο εφιάλτης είναι εσφαλμένη. Πράγματι, η αναξιοκρατία αναφέρεται ρητά στις απαντήσεις των μεταναστών ως μια βασική αιτία που τους ώθησε να μεταναστεύσουν.

Η αναξιοκρατία έχει βαθιά ιστορική ρίζα στη χώρα μας και, μεταξύ άλλων, σχετίζεται με τον τρόπο που οι πολίτες προσέλαβαν διαχρονικά τη σχέση τους με το κράτος και αντίστροφα.

Το πρόβλημα με την αναξιοκρατία δεν είναι μόνο ότι καταλύει το κράτος δικαίου και διευρύνει τις κοινωνικές ανισότητες, αλλά ότι, στην περίπτωση των μεταναστών, τους αποθαρρύνει ακόμα και να αναζητήσουν την «τύχη» τους στην Ελλάδα, γνωρίζοντας ότι κάποιος συμπολίτης τους μπορεί, με αθέμιτο τρόπο, να διεκδικήσει και ίσως να πετύχει όσα οι ίδιοι κατόρθωσαν με πολύχρονο προσωπικό αγώνα. Δεν είναι, μάλλον, τυχαίο ότι ένα σημαντικό μέρος των μεταναστών δηλώνουν ότι δεν αναζήτησαν καν εργασία στην Ελλάδα πριν αποφασίσουν να φύγουν. Φοβάμαι δε ότι η αναξιοκρατία δεν αφορά μόνο στις παλαιότερες γενιές.

Εννοώ ότι δεν είμαι σίγουρος κατά πόσο και οι νεότερες γενιές αφίστανται ή έχουν απαξιώσει εντός τους τις πελατειακές πρακτικές. Ο τρόπος με τον οποίο οι κοινωνικές πρακτικές διαμορφώνουν νοοτροπίες και οι νοοτροπίες εκβάλλουν σε κοινωνικές πρακτικές, μεταλαμπαδεύεται από γενιά σε γενιά με τόση ισχύ, που μόνο μια αφυπνιστική πολιτική και ηθική παιδεία θα μπορούσε, ίσως, να αντισταθμίσει.

Πώς ερμηνεύετε την δημοφιλή ρήση «ο Έλληνας διαπρέπει στο εξωτερικό»;

Λ.Λ. Προσπερνώντας για λίγο το γενικευτικό της ρήσης, μπορούμε να πούμε ότι ένα δεδομένο γνωσιακό κεφάλαιο, όπως και η δημιουργικότητα, ενεργοποιείται και αξιοποιείται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο μέσα στο κατάλληλο πλαίσιο θεσμών, κανόνων, εργασιακής κουλτούρας κτλ.

Στο βαθμό που αυτά είναι αναπτυγμένα και σαφώς δομημένα σε ορισμένες χώρες υποδοχής είναι δυνατό να παρέχουν το έδαφος εκείνο που επιτρέπει στους μετανάστες μας να ανθίσουν. Από την άλλη πλευρά, δε νομίζω ότι ένα κατάλληλο πλαίσιο μπορεί να σε κάνει έναν άνθρωπο ολότελα διαφορετικό.

Στην Ελλάδα έχουμε brain gain; Έρχονται σε εμάς πτυχιούχοι και επιστήμονες άλλων χωρών, ίσως όχι Ευρωπαϊκών κατ’ ανάγκη;

Λ.Λ. Μια σημαντική διαφοροποίηση των χωρών αυτών σε σχέση με τη δική μας είναι ότι αυτές δεν χάνουν μόνο, αλλά και δέχονται υψηλής ειδίκευσης δυναμικό. Αυτό διατηρεί σε ένα βαθμό το ισοζύγιο δεξιοτήτων τους σταθερό. Στην περίπτωση λοιπόν των χωρών αυτών θα μιλούσαμε για brain circulation. Δεν έχουμε στοιχεία για να γνωρίζουμε ακριβώς τον αριθμό του εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού τρίτων χωρών που ζει στην Ελλάδα αλλά μπορούμε να πούμε από εμπειρική παρατήρηση πως είναι πολύ περιορισμένος…

Πώς εκτιμάτε την κατάσταση για την δεκαετία που διανύουμε (2021-2031); Θα αλλάξουν, λέτε, οι ισορροπίες ή θα έχουμε ακόμα μεγαλύτερη διαρροή μυαλών;

Θ.Σ. Ερευνητικά, οι αιτίες του φαινομένου έχουν ψηλαφηθεί σε ικανοποιητικό βαθμό. Αυτό μας επιτρέπει να χαράξουμε στοχευμένες πολιτικές. Στο βαθμό που το κατορθώσουμε, μπορούμε να αναστρέψουμε τις αρνητικές συνέπειες του brain drain και να επωφεληθούμε από τη διεθνή κυκλοφορία μεταναστών υψηλής ειδίκευσης.

Αξίζει η Ελλάδα να θεωρείται απλώς τόπος διακοπών; Ήδη θεωρούμαστε έτσι στον παγκόσμιο χάρτη: μια γη θερινής επαγγελίας, με ανείπωτες ομορφιές, γλέντια και καλό φαγητό. Φοβάμαι ότι κι εμείς οι ίδιοι οι Έλληνες αρχίζουμε σιγά σιγά να την βλέπουμε έτσι. Δουλειά και προκοπή εκτός και πίσω στο χωριό για το Πάσχα και τον Δεκαπενταύγουστο, για να το θέσω κάπως απλοϊκά. Τι πιστεύετε;

Λ.Λ. Όπως κάθε συμβολισμός, έτσι και αυτή η σχηματοποιημένη πρόσληψη της χώρας ενέχει τον κίνδυνο του αυτοεγκλωβισμού σε μια στερεοτυπική, βολική πολλές φορές, εικόνα. Είναι απολύτως στο χέρι της χώρας, της πολιτικής και των πολιτών, να αξιοποιήσουν τις ομορφιές της με πιο δημιουργικούς τρόπους, εννοώ και έξω από τη συνήθη τουριστική αξιοποίηση.

Η χώρα μας διαθέτει εξαιρετικές κλιματικές συνθήκες, υπέροχη φύση, πολιτισμό, ποιότητα ζωής, καθώς και διαθέσιμες ανέσεις και υποδομές (π.χ. συχνά, υψηλού επιπέδου σχολεία) και βέβαια εξαιρετικής ποιότητα καθημερινή ζωή (ήλιος, 4 εποχές, καλό φαγητό, νυχτερινή διασκέδαση, αμέτρητες επιλογές για εκδρομές όλη την χρονιά). Όλα αυτά, καθιστούν τη χώρα μας ιδανικό τόπο για την προσέλκυση ανθρώπων με υψηλού επιπέδου κατάρτιση.

Το βιβλίο από τις εκδόσεις του Ανοιχτού Πανεπιστημίου

Λίγα Λόγια για τους συγγραφείς

Ο Λόης Λαμπριανίδης είναι Καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Είναι οικονομικός γεωγράφος (πτυχίο – ΑΠΘ 1977, MA –Sussex 1978, Ph.D. -LSE 1983) και συντονίζει την Ερευνητική Μονάδα Περιφερειακής Ανάπτυξης και Πολιτικής (ΕΜΠΑΠ). Είναι συγγραφέας πολλών άρθρων και βιβλίων μεταξύ των οποίων: (1993) Περιφερειακά πανεπιστήμια στην Ελλάδα. (2001) (συνσυγγραφέας) Αλβανοί μετανάστες στη Θεσσαλονίκη. (2001) Οικονομική Γεωγραφία. (2004) (επιμέλεια) The future of Europe’s rural peripheries. (2008) (επιμέλεια) The Moving Frontier: The Changing Geography of Production. (2008) (συν επιμέλεια) Η Θεσσαλονίκη στο μεταίχμιο. (2011) Επενδύοντας στη φυγή: Η διαρροή επιστημόνων από την Ελλάδα. (2016) (συν επιμέλεια) Χωρική ανάπτυξη και ανθρώπινο δυναμικό. Κατά την περίοδο 2015-19 διετέλεσε Γενικός Γραμματέας Ιδιωτικών Επενδύσεων του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης.

Ο Θεοδόσης Συκάς είναι διδάκτωρ του τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και υποψήφιος μεταδιδακτορικός ερευνητής Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Υπηρετεί ως μόνιμος εκπαιδευτικός του κλάδου των Οικονομολόγων στο 1ο Πρότυπο Λύκειο Θεσσαλονίκης «Μ. Ανδρόνικος». Έχει διδάξει στο τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και έχει εργαστεί ως ερευνητής σε ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα με αντικείμενο τα οικονομικά της μετανάστευσης. Μελέτες του έχουν δημοσιευτεί σε ξένα και ελληνικά επιστημονικά περιοδικά και πρακτικά συνεδρίων και αφορούν σε ζητήματα μετανάστευσης, περιφερειακής ανάπτυξης, ηθικής και δημοκρατικής ανάπτυξης και εκπαίδευσης.

Προμηθευτείτε το «Brain Drain» εδώ.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο