*Μετάφραση/Επιμέλεια: Αλεξάνδρα Πράσσα

Στο τέλος κάθε επεισοδίου της παιδικής σειράς «Scooby Doo», οι πρωταγωνιστές αφαιρούν τη μάσκα του κακοποιού για να λύσουν το μυστήριο της ταυτότητάς τους. Αν οι παγκόσμιοι στρατοί χρησιμοποιούσαν αντίστοιχες στρατηγικές στις προσπάθειες που έχουν ξεκινήσει εσχάτως για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, δεν αποκλείεται κάτω από το προσωπείο να έβρισκαν τον εαυτό τους.

Όπως αναφέρει ο Economist, τον Μάρτιο, ο Λόιντ Όστιν, υπουργός άμυνας των ΗΠΑ, έγραψε ότι «η κλιματική αλλαγή αλλάζει το περιβάλλον της παγκόσμιας ασφάλειας και των διεθνών επιχειρήσεων, επηρεάζει τις αποστολές μας, τα σχέδιά μας και τις εγκαταστάσεις μας». Το Πεντάγωνο δημιούργησε μια «Ομάδα Εργασίας για το Κλίμα», μετά από προεδρικό διάταγμα του Τζο Μπάιντεν που ανέφερε ότι η προστασία του περιβάλλοντος θα πρέπει να θεωρείται προτεραιότητα της διεθνούς πολιτικής και της εθνικής ασφάλειας της χώρας.

Οι σύμμαχοι των ΗΠΑ μοιάζουν να συμφωνούν.

Στις 30 Μαρτίου, το βρετανικό υπουργείο άμυνας δημοσίευσε τη «Στρατηγική του για την Κλιματική Αλλαγή και τη Βιωσιμότητα». Στον πρόλογο, ο αντιστράτηγος Ρίτσαρντ Νούτζι, που επέβλεψε την επισκόπηση, έγραψε: «Ο χαρακτήρας του πολέμου αλλάζει ραγδαία. Το ίδιο ισχύει και για το κλίμα. Το καθήκον μας δεν θα μπορούσε να είναι πιο ξεκάθαρο: Η άμυνα πρέπει να δράσει άμεσα και θα το κάνει». Λίγες ημέρες νωρίτερα, σύσκεψη υπουργών άμυνας κρατών του ΝΑΤΟ είχε συμφωνήσει ότι η κλιματική αλλαγή θα πρέπει να μετατραπεί σε μεγαλύτερη προτεραιότητα.

Όμως αυτού του είδους οι συζητήσεις δεν μπορούν να αποκρύψουν ένα θεμελιώδες πρόβλημα: Υπάρχει ελάχιστος έλεγχος ή αναγνώριση του βαθμού στον οποίο οι ίδιοι οι στρατοί συμβάλλουν στην κλιματική αλλαγή. «Μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε είναι η απουσία στοιχείων», εξηγεί ο Γιενς Στόλτενμπεργκ, γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ. Αυτή η απουσία δεδομένων οφείλεται στην ιστορική απροθυμία των στρατών να αποκαλύψουν στοιχεία που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε οριοθέτηση της δραστηριότητάς τους.

Το πρωτόκολλο του Κιότο, που υιοθετήθηκε από τον ΟΗΕ το 1997, ήταν η πρώτη διεθνής συμφωνία για την κλιματική αλλαγή μέσω της οποίας τα κράτη δεσμεύτηκαν να περιορίσουν τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου.

Όμως ακόμη κι εκεί, υπήρχε ένα «παραθυράκι»: Σε όλο τον κόσμο, οι εκπομπές που προέκυπταν από τη στρατιωτική δραστηριότητα εξαιρέθηκαν από την υποχρέωση για μείωση των εκπομπών – αλλά ακόμη και για την ανακοίνωση των δεδομένων που σχετίζονταν με το οικολογικό της αποτύπωμα.

Η εξαίρεση αυτή παραχωρήθηκε μετά από σχετικό αίτημα των ΗΠΑ, ενώ ορισμένοι είχαν επιμείνει ότι ο υπολογισμός των εκπομπών και η δημοσιοποίησή τους θα μπορούσε να οδηγήσει σε πιέσεις για τη μείωση της στρατιωτικής δραστηριότητας της χώρας, πράγμα που κατά τη γνώμη τους δημιουργούσε κινδύνους για την εθνική ασφάλεια. Παρά την επιτυχία των πιέσεών τους, οι ΗΠΑ δεν υπέγραψαν εντέλει ποτέ το πρωτόκολλο. Όπως φαίνεται, η κλιματική αλλαγή δεν έμοιαζε να αποτελεί τόσο σημαντικό κίνδυνο για τις ένοπλες δυνάμεις όσο οι προσπάθειες για την άμβλυνσή της.

Η εξαίρεση αφαιρέθηκε από τη Συμφωνία του Παρισιού του 2015. Όμως τα κράτη που τη συνυπέγραψαν συμφώνησαν μεταξύ τους ότι θα αποφάσιζαν ανεξάρτητα το καθένα για το κατά πόσον θα θέσουν συγκεκριμένους στόχους για τις ένοπλες δυνάμεις ή αν θα δήλωναν ξεχωριστά τις εκπομπές του στρατού στις εκθέσεις που συντάσσουν στο πλαίσιο της Σύμβασης-Πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για τις Κλιματικές Μεταβολές.

Το αποτέλεσμα είναι ότι, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, μέρος των εκπομπών του στρατού αθροίζεται στο εσωτερικό άλλων συνόλων, ενώ άλλα μέρη τους δεν καταγράφονται καν, όπως εξηγεί στον Economist η Λουίζ βαν Σάικ της Clingendael, μιας ολλανδικής δεξαμενής σκέψης.

Οι εκπομπές των κτιρίων και των οχημάτων που χρησιμοποιούν οι ένοπλες δυνάμεις ενδέχεται να συμπεριλαμβάνονται στα στοιχεία που παρέχονται για τις κυβερνητικές εκπομπές, για παράδειγμα, ή για εκείνες που αφορούν τις μετακινήσεις. Και τα κράτη υποχρεούνται να καταμετρήσουν και να καταγράψουν μόνο τις εκπομπές του στρατού στην επικράτεια των χωρών τους, με αποτέλεσμα να αποκλείονται εκείνες που προκύπτουν από δραστηριότητες στο εξωτερικό. Στην περίπτωση των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, το 70% της κατανάλωσης ενέργειας προκύπτει από τη μετακίνηση στρατιωτών και όπλων – και, φυσικά, την αξιοποίησή τους – συνήθως σε μέρη εκτός των συνόρων των ΗΠΑ.

Αρκετές οργανώσεις έχουν επιχειρήσει να εκτιμήσουν τα πραγματικά επίπεδα των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου από τις ένοπλες δυνάμεις.

Τον Φεβρουάριο του 2021, μια έκθεση που παρήγγειλε μια ομάδα αριστερών μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προσπάθησε να υπολογίσει τις στρατιωτικές εκπομπές της Ένωσης, με βάση τις στρατιωτικές δαπάνες. Εκτίμησαν ότι το συνολικό αποτύπωμα των ευρωπαϊκών ενόπλων δυνάμεων ήταν 24,8 εκατ. τόνοι διοξειδίου του άνθρακα για το 2019 (συμπεριλαμβανομένων των εκτιμήσεών τους για τις εκπομπές από την στρατιωτική βιομηχανική παραγωγή). Η ποσότητα αυτή αντιστοιχεί σε περισσότερα από τα 2/3 των εκπομπών ολόκληρης της Δανίας. Το 2018, ωστόσο, τα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ απέδωσαν μόλις 4,5 εκατ. τόνους διοξειδίου του άνθρακα στη στρατιωτική δραστηριότητα, δηλαδή περίπου το 0,1% των συνολικών εκπομπών τους για εκείνο το έτος. Η Γαλλία, η χώρα της ΕΕ με τη μεγαλύτερη στρατιωτική δραστηριότητα, εκτιμάται ότι ευθύνεται για το ένα τρίτο των συνολικών στρατιωτικών εκπομπών της ΕΕ στη διάρκεια του 2019 – όμως δεν έχει δημοσιοποιήσει το παραμικρό σχετικό στοιχείο.

Αντιστοίχως, κατά την περίοδο 2017-2018 το βρετανικό υπουργείο άμυνας ανακοίνωσε ότι ευθυνόταν για εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα της τάξης των 942.283 τόνους, που αντιστοιχούν στις μισές εκπομπές ολόκληρης της κεντρικής βρετανικής κυβέρνησης. Έκθεση των Επιστημόνων για την Παγκόσμια Ευθύνη, μια βρετανική οργάνωση έρευνας και ακτιβισμού, διαπίστωσε ότι το σύνολο των άμεσων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου από το υπουργείο άμυνας της χώρας ήταν πιο κοντά στα 3 εκατ. τόνους, χωρίς να συνυπολογίζονται οι εκπομπές από την παραγωγή του εξοπλισμού ή τις εφοδιαστικές αλυσίδες.

Αυτοί οι αριθμοί, όμως, ωχριούν σε σύγκριση με τους υπολογισμούς για τις ΗΠΑ, με το Πεντάγωνο να θεωρείται ότι είναι ο μεγαλύτερος θεσμικός καταναλωτής προϊόντων πετρελαίου στον κόσμο.

Ένα επιστημονικό άρθρο που δημοσιεύθηκε το 2019 από την καθηγήτρια Νέτα Κρόφορντ, μια πολιτική επιστήμονα του Πανεπιστημίου της Βοστόνης, εκτίμησε τις εκπομπές των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων στα 59 εκατ. τόνους διοξειδίου του άνθρακα μόνο για το 2017. Συγκριτικά, το σύνολο των εκπομπών από κάθε πηγή και τομέα ολόκληρης της Ελβετίας για το 2018 άγγιξε τα 44 εκατ. τόνους διοξειδίου του άνθρακα.

Στη διάρκεια των τελευταίων ετών, πολλοί δυτικοί στρατοί έχουν υιοθετήσει πιο «καθαρές» τεχνολογίες, όπως ηλεκτρικά οχήματα και ανανεώσιμες πηγές ενέργειες. Άλλοι πειραματίζονται με νέα καύσιμα για την αεροπλοΐα. Το ολλανδικό υπουργείο άμυνας, για παράδειγμα, δοκιμάζει βιοκαύσιμα, όπως και η Αμερική, τα οποία πλέον χρησιμοποιεί για να τροφοδοτήσει όλα τα μαχητικά F-16 στη βάση της στο Λέουαρντεν. Απουσία διαφάνειας στην καταγραφή ή τους στόχους των εκπομπών, τέτοιου είδους κινήσεις χρησιμοποιούνται ως αποδείξεις «πράσινης» συμπεριφοράς. Όμως οι αλλαγές αυτές έχουν γίνει κυρίως με στόχο την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα και συνέχεια.

Η εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα για την παραγωγή ενέργειας δημιουργεί κινδύνους ασφαλείας και απειλεί τις αποστολές.

Η μεταφορά καυσίμων σε απομακρυσμένες βάσεις συνήθως απαιτεί μεγάλα κομβόι στρατιωτικών οχημάτων, τα οποία είναι ευάλωτα στις επιθέσεις των εχθρών. Μεταξύ του 2001 και του 2010, για παράδειγμα, πάνω από τις μισές απώλειες των ΗΠΑ στο Ιράκ και το Αφγανιστάν συνδέονταν με τέτοιου είδους μεταφορές. Μελέτη του Ινστιτούτου Περιβαλλοντικής Πολιτικής του Στρατού που δημοσιεύθηκε το 2009 εκτιμά ότι κατά μέσο όρο οι μεταφορές προμηθειών με κομβόι στις περιοχές αυτές αφορούσαν κατά 50% καύσιμα.

Επιπλέον, τα ορυκτά καύσιμα είναι ακριβά: Μεταξύ του 2010 και του 2018, οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις προμηθεύονταν περίπου 100 εκατ. βαρέλια καυσίμων ετησίως, με το αντίστοιχο κόστος να κυμαίνεται στα $8-17 δισ. Και η εξασφάλιση της πρόσβασης σε αυτά τα καύσιμα έχει ακόμη υψηλότερο κόστος. Υπολογίζεται ότι οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις δαπανούν περίπου $81 δισ. ετησίως για την υπεράσπιση της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας πετρελαίου. Εκτός του κόστους, η υιοθέτηση «πράσινων» τεχνολογιών από την ευρύτερη αγορά, ωθεί τους στρατούς να ακολουθήσουν το ίδιο παράδειγμα.

Παρά τις πιέσεις, οι περισσότεροι δυτικοί στρατοί εξακολουθούν να μην έχουν περιορίσει σημαντικά τις εκπομπές τους.

Ταυτόχρονα, η κλιματική αλλαγή διαμορφώνει όλο και περισσότερο το περιβάλλον στο οποίο επιχειρούν και τους κινδύνους τους οποίους καλούνται να αντιμετωπίσουν. Η άνοδος της στάθμης των ωκεανών απειλεί τις υποδομές: Οι επιχειρήσεις στη μεγαλύτερη ναυτική βάση του πλανήτη, στο Νόρφολκ της Βιρτζίνια, διακόπτονται συχνά από πλημμύρες.

Δυτικά κράτη με επικράτειες σε μέρη πιο επιρρεπή στα ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως η Καραϊβική, όπου τόσο η Βρετανία όσο και η Ολλανδία διαθέτουν εδάφη και ο Ειρηνικός Ωκεανός, όπου βρίσκονται ορισμένα υπερπόντια εδάφη της Γαλλίας, λαμβάνουν αιτήματα για την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας και υποστήριξης από τον στρατό τους την επαύριον των εκάστοτε φυσικών καταστροφών.

Επιπλέον, διατυπώνεται πλήθος φόβων για το ενδεχόμενο νέων γεωπολιτικών εντάσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν από την τήξη των πάγων του Αρκτικού Κύκλου, αστάθειας εξαιτίας της κλιματικής μετανάστευσης και περιορισμού των διαθέσιμων πόρων λόγω της ανόδου της παγκόσμιας θερμοκρασίας. Η Αμερική πλέον ενσωματώνει ρητά τέτοιου είδους σενάρια στα μοντέλα, τις προσομοιώσεις και τις στρατηγικές πολέμου που επεξεργάζεται. Το ΝΑΤΟ συμφώνησε πρόσφατα να ξεκινήσει νέα έρευνα για τη σύνδεση μεταξύ της υπερθέρμανσης του πλανήτη και της εθνικής ασφάλειας.

Το αποτέλεσμα είναι ένα παράξενο μείγμα παραίτησης και αίσθησης επείγοντος.

Η πρόσφατη στρατηγική της Βρετανίας για την κλιματική αλλαγή, για παράδειγμα, αναφέρει ανοιχτά ότι οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας προετοιμάζονται για «έναν κόσμο που η κλιματική αλλαγή έχει οδηγήσει σε θερμοκρασίες μεταξύ +2 και 4 °C» σε σχέση με την προ-βιομηχανική εποχή – δηλαδή, θερμοκρασίες που ξεπερνούν το όριο των 2 °C που θέτει ως στόχο η Συμφωνία του Παρισιού. Όμως το πόσο θα ανέβει, εντέλει, η παγκόσμια θερμοκρασία, θα εξαρτηθεί από την πρόοδο που θα σημειώσει η ανθρωπότητα στον περιορισμό των εκπομπών.

Προκειμένου να επιτευχθούν οι σχετικοί στόχοι, θα πρέπει να υπάρξει ακρίβεια και ειλικρίνεια σε σχέση με τις εκπομπές. Κάτι που, επιτέλους, θα πρέπει να ισχύσει και για τον στρατό.

Ο Στόλτενμπεργκ, για παράδειγμα, ανακοίνωσε πρόσφατα ότι επιθυμεί τα μέλη του ΝΑΤΟ να δεσμευτούν στο πλαίσιο συνόδου κορυφής εντός του έτους, ότι θα οδηγήσουν τους στρατούς τους στην ουδετερότητα άνθρακα μέχρι το 2050, ενώ το ΝΑΤΟ ατή την περίοδο αναπτύσσει μεθοδολογία καταγραφής των εκπομπών για να διευκολύνει αυτή τη διαδικασία. Το βρετανικό υπουργείο άμυνας έχει επίσης υποσχεθεί ότι θα θέσει συγκεκριμένους στόχους για τον περιορισμό των εκπομπών άνθρακα. Η έκθεση του αντιστράτηγου Νούτζι αναφέρει ότι οι ιδιοκτησίες του υπουργείου άμυνας – που είναι ένας από τους μεγαλύτερους ιδιοκτήτες γης στη χώρα – πρόκειται να μειώσουν τις εκπομπές τους τουλάχιστον κατά 30% έως το 2025.

Οι δυσκολίες εξισορρόπησης της επιθυμίας των στρατών για αποτελεσματικότητα στο πεδίο της μάχης και της ανάγκης περιορισμού των εκπομπών, δεν πρόκειται να εξαφανιστούν από τη μια μέρα στην άλλη.

Εντέλει, όμως, το ερώτημα παραμένει: Πώς μπορεί να νοείται η «εθνική άμυνα» σε έναν κόσμο που φλέγεται;

Με πληροφορίες από Economist

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο