Μαθαίνουμε από πολύ νωρίς ότι η δουλειά μας δεν είναι απλώς μια υποχρέωση, μέσω της οποίας βγάζουμε τα προς το ζην. Για τον «ιδανικό άνθρωπο» της εποχής μας,, η εργασία οφείλει να μετατρέπεται σε τρόπο ζωής, σε ταυτότητα και – κυρίως – να μην σταματά ποτέ. Να έρχεται στο σπίτι, να μας ακολουθεί ως νοοτροπία στον τρόπο που απολαμβάνουμε – ή εμπορευόμαστε – τα χόμπι μας.

Το τελευταίο στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε μια ιδέα που επικράτησε στην πρώτη εποχή της διάδοσης της τεχνολογίας και υποστήριζε ότι η δουλειά μπορεί να γίνει τόσο απολαυστική που να μην διαφέρει σε τίποτα από τον ελεύθερο χρόνο. Πρόκειται για το γνωστό: «Αν κάνεις το χόμπι σου επάγγελμα, δεν θα χρειαστεί να δουλέψεις ούτε μια μέρα στη ζωή σου». Σταδιακά, η νοοτροπία αυτή επεκτάθηκε λίγο-πολύ στα πάντα. Ακόμη και η καλή φυσική κατάσταση έγινε μια υποχρέωση απέναντι στη δουλειά μας, την οποία επιπλέον θα πρέπει να… λατρεύουμε.

Και, φυσικά, να αντιμετωπίζουμε τους συναδέλφους μας ως φίλους, αν όχι ως οικογένεια.

«Πολλές εταιρείες χρησιμοποιούν τη λέξη “οικογένεια” στις ιστοσελίδες τους, ακόμη κι αν έχουν εργαζόμενους στον Καναδά, στην Ινδία και τη Βρετανία ταυτόχρονα», εξηγεί η Σάρα Τζαφ, συγγραφέας του βιβλίου Work Won’t Love You Back («Η δουλειά δεν θα ανταποδώσει την αγάπη σου»), μιλώντας στον Guardian. Την ίδια στιγμή, εταιρείες όπως η Facebook και η Apple προσφέρουν στις εργαζόμενές τους τη δυνατότητα κατάψυξης των ωαρίων τους, υπονοώντας ότι ίσως αναγκαστούν να αναβάλουν τη δημιουργία πραγματικής οικογένειας, αν αποφασίσουν να δουλέψουν για μια ψεύτικη.

Και τα ήθη των τεχνολογικών κολοσσών έχουν πια διαδοθεί σε αμέτρητους κλάδους: Χρωματιστά περιβάλλοντα με τεράστιες μαξιλάρες, χώροι παιχνιδιού, ακόμη και δωρεάν γεύματα, γίνονται κομμάτια της σύγχρονης εταιρικής κουλτούρας. Όμως, όταν τόσο πολλές ιδιωτικές στιγμές μας ξαφνικά μεταφέρονται στον χώρο του γραφείου, εκτός από τον χρόνο μας καταλήγουμε να πουλάμε και ολόκληρο τον εαυτό μας.

Ο Έλον Μασκ επιχείρησε να δώσει μια λύση στο πρόβλημα. Η δημιουργία αξίας για κάποιον άλλο, σε όλη τη διάρκεια της ζωής σου, δεν μπορεί να είναι το νόημά της. Ο δισεκατομμυριούχος το αναδιατύπωσε: Η εργασία, κατά τη γνώμη του, δεν είναι ένας περισπασμός από το νόημα της ζωής μας. Είναι η ίδια το νόημα. «Κανείς δεν άλλαξε τον κόσμο δουλεύοντας 40 ώρες την εβδομάδα», έγραψε κάποτε στο Twitter, καταλήγοντας ότι οι οραματιστές εργάζονται τουλάχιστον 80 ώρες εβδομαδιαίως, γεμίζοντας τη βιομηχανία με πάθος, όραμα και κοινότητα. Φυσικά, αμέτρητοι άνθρωποι που εργάζονται τόσες και περισσότερες ώρες, όχι απλώς δεν καταφέρνουν να αλλάξουν τον κόσμο, αλλά ούτε και το βιοτικό τους επίπεδο.

Η απάτη της «ευγενέστερης αποστολής»

Η κουλτούρα της παραγωγικότητας έχει αποδειχθεί εξαιρετικά ανθεκτική, αλλάζοντας την εικόνα και τη γλώσσα που χρησιμοποιεί και αφήνοντας ανέγγιχτα τα θεμέλιά της. Η Σαμ Μπέικερ, συγγραφέας του βιβλίου The Shift: How I (Lost and) Found Myself After 40 – And You Can Too, εξηγεί στον Guardian ότι εργαζόταν 80 ώρες την εβδομάδα για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της, ως επιμελήτρια περιοδικών. «Στη δεκαετία του 1980 λέγαμε “Βάλε ένα σακάκι και δούλεψε μέχρι να πέσεις κάτω”». Η μόνη διαφορά με το σήμερα, υποστηρίζει είναι ότι «τώρα όλα ντύνονται τον μανδύα μιας ευγενέστερης αποστολής».

Όμως η πανδημία ξεγύμνωσε (και) αυτό τον τρόπο σκέψης. Μαζί με τα κρούσματα ήρθαν και πολλαπλές δυσάρεστες συνειδητοποιήσεις – ανάμεσα σε αυτές και το ότι οι δουλειές που η κοινωνία μας έχει τη μεγαλύτερη ανάγκη, είναι οι πλέον κακοπληρωμένες. Ο Τιμ Τζάκσον, καθηγητής βιώσιμης ανάπτυξης στο Πανεπιστήμιο Σάρεϊ και συγγραφέας του Post Growth: Life After Capitalism, λέει για αυτούς τους τομείς ότι «χρηματοδοτούνται ελλιπώς επί πάρα πολλά χρόνια, τους αμελούμε επί πάρα πολλά χρόνια», ενώ χαρακτηρίζονται από «εξευτελιστικά χαμηλούς μισθούς», παρά το γεγονός ότι είναι ακριβώς οι τομείς στους οποίους στηρίζεται ο πολιτισμός μας: Η φροντίδα παιδιών και ηλικιωμένων, η λιανική πώληση, οι διανομές.

Αντιθέτως, πολλοί από εμάς είμαστε αναγκασμένοι να αντιμετωπίσουμε το γεγονός ότι οι δουλειές μας… δεν είναι και τόσο αναγκαίες. Σύμφωνα με τον Guardian, ίσως για αυτό και να υπήρξε τόσο μεγάλη αύξηση του εθελοντισμού εν μέσω της πανδημίας.

Μια τέτοια περίπτωση είναι κι εκείνη της Σαρλότ Γουάιτ, μιας 47χρονης που εγκατέλειψε την εικοσαετή καριέρα της στη διαφήμιση για να προσφέρει εθελοντική εργασία σε μια τράπεζα τροφίμων. «Αισθανόμουν ότι με χρειάζονται πολύ», εξηγεί στον Guardian. «Ακούγεται πολύ εγωιστικό, όμως πρέπει να παραδεχτώ ότι κέρδισα πολλά από αυτό. Είναι το αντίθετο από τις αηδίες της διαφήμισης. Κάθε βράδυ σκεφτόμουν: Θεέ μου, στ’ αλήθεια βοήθησα έναν άνθρωπο. Έχω ζήσει πολλά χρόνια σε αυτή τη γειτονιά και εκεί είδα τόσο πολλούς ανθρώπους που δεν είχα συναντήσει ποτέ: Νέους, γέρους, άστεγους».

Καθώς η θνητότητά μας γίνεται πιο αισθητή από ποτέ, δεν είναι να απορεί κανείς που οι προτεραιότητές μας αλλάζουν. Ο 50χρονος Νιλ έχασε τη δουλειά του ως λογιστής τον Ιανουάριο του 2020. Ξεκίνησε να αναζητά εργασία στο ίδιο αντικείμενο. «Με καλούσαν σε μια συνέντευξη ανά 25 βιογραφικά ή κάτι τέτοιο. Νομίζω ότι αδιαφορούσα τόσο πολύ που φαινόταν στην αίτησή μου. Προσποιούμουν ότι με ενδιέφεραν τα λογιστικά φύλλα τη στιγμή που χιλιάδες άνθρωποι πέθαιναν, απλώς δεν αισθανόμουν καλά με αυτί». Τώρα εργάζεται σε μια μονάδα εντατικής ψυχιατρικής θεραπείας και βγάζει λίγα περισσότερα από τον βασικό μισθό. «Θα έπρεπε να το είχα κάνει δεκαετίες νωρίτερα», λέει.

«Ένα ψέμα για να μας πείσουν να δουλεύουμε 24 ώρες το 24ωρο»

Όλοι οι εργαζόμενοι που μίλησαν στον Guardian, επανέλαβαν πάνω-κάτω την ίδια ιστορία: Αυτή μιας βαρετής δουλειάς που θα έπρεπε να είχαν αλλάξει χρόνια νωρίτερα. Γιατί, λοιπόν, παρασυρόμαστε όλοι από αυτή την ιδέα της δουλειάς ως «οικογένεια» ή ως μέσο για να… αλλάξουμε τον κόσμο; Η Μπέικερ υποστηρίζει ότι όλα αυτά είναι «απλώς ένα ψέμα, ένας νέος τρόπος να πείσεις τους ανθρώπους να δουλεύουν 24 ώρες το 24ωρο. Συνδυάστηκε με την κουλτούρα των email και της υποχρέωσης του εργαζόμενου να είναι πάντα διαθέσιμος. Θυμάμαι όταν πήρα το πρώτο μου BlackBerry, τότε εργαζόμουν για το Cosmopolitan και ήταν το καλύτερο πράγμα που μου είχε συμβεί… μέχρι που λίγους μήνες μετά απαντούσα σε email στη διάρκεια των διακοπών μου».

Εξαιτίας του φόβητρου της ανεργίας, η οποία συνοδεύεται συχνά από κοινωνική απαξίωση για τα άτομα που τη βιώνουν, η εξαντλητική εργασία συχνά αντιμετωπίζεται και ως κάτι που προσφέρει κύρος. Το να είσαι απαραίτητος δεν σου δίνει μόνο την αίσθηση της ασφάλειας ως προς τα οικονομικά σου, αλλά και την ψευδαίσθηση ότι κινείσαι σε ένα μονοπάτι ανέλιξης – το οποίο αποτελεί έναν ακόμη κοινωνικά επιβεβλημένο μονόδρομο.

«Τις ανάγκαζαν να επιλέξουν ανάμεσα στην πείνα και στο στίγμα»

Η Κάθριν Τρέμπεκ, της Wellbeing Economic Alliance λέει στον Guardian ότι η συζήτηση για την παραγωγικότητα θα πρέπει να διευρυνθεί. «Το να έχεις την επιλογή α σχεδιάσεις τους δικούς σου στόχους για τη δική σου ζωή, να αποφασίσεις από πού θες να αντλήσεις το κύρος και την αυτοπεποίθησή σου είναι ένα τεράστιο προνόμιο. Υπάρχει συγκεκριμένη κοινωνικοοικονομική βαθμίδα που προσφέρει αυτό το επίπεδο αυτονομίας», τονίζει. Με άλλα λόγια: θα πρέπει να διαθέτεις ένα συγκεκριμένο επίπεδο οικονομικής ασφάλειας, πριν αρχίσουν να έχουν σημασία οι προσωπικές σου συναισθηματικές ανάγκες.

«Όταν εργαζόμουν στην Oxfam, δουλεύαμε με νεαρές μητέρες που ζούσαν σε συνθήκες φτώχειας», θυμάται η Τρέμπεκ. «Και μόνο η πίεση που αισθάνονταν να εξασφαλίσουν ότι τα παιδιά τους δεν θα φαίνονται φτωχά, τις ανάγκαζε να μειώσουν τις ποσότητες φαγητού που τους προσέφεραν. Η κοινωνία τις ανάγκαζε να επιλέξουν ανάμεσα στην πείνα και το στίγμα». Δεν είναι σίγουρη ότι οι ατομικές λύσεις θα μπορούσαν να αποδειχθούν αποτελεσματικές. Θεωρεί ότι υπάρχει ανάγκη για αλλαγή του ίδιου του συστήματος. Άλλωστε, είτε βρισκόμαστε στη βάση είτε στη  μέση αυτής της κλίμακας, όλοι μας είμαστε τμήματα της ίδιας ιστορίας.

Ένας ψευδής διαχωρισμός με πραγματικές συνέπειες

Ο διαχωρισμός των εργαζόμενων είναι εξάλλου άλλο ένα μέρος αυτής της απάτης: οι «ανειδίκευτοι» φιμώνονται, απαξιώνονται για την απουσία εκπαίδευσής τους, ενώ οι «ειδικευμένοι» δεν έχουν κανένα δικαίωμα να παραπονιούνται. Γιατί αν θέλουν να δουν τι πραγματικά σημαίνει να έχεις προβλήματα, θα έπρεπε να ζήσουν για μια μέρα την πραγματικότητα των ανειδίκευτων. Στην ουσία, όμως, όλοι μας συνδεόμαστε μεταξύ μας.

Οι δημιουργικές και ακαδημαϊκές δουλειές, θεωρητικά διαφέρουν πολύ σε σχέση με εκείνες που έχουν ως άμεσο στόχο το κέρδος. Όμως στην πραγματικότητα εκμεταλλεύονται εξίσου τους εργαζόμενούς τους, αξιοποιώντας ακριβώς αυτό το αφήγημα, του ότι είναι πολύ τυχεροί που κάνουν αυτή την καλλιτεχνική ή πνευματική εργασία – τόσο πολύ, που σχεδόν θα έπρεπε να πληρώνουν οι ίδιοι. Η 39χρονη Ελίζαμπεθ ήταν καλλιτέχνης και εργαζόταν στο θέατρο. «Η μεγαλύτερη αδερφή μου ήταν αρχαιολόγος», λέει η ίδια στον Guardian, «και αυτές οι δυο δουλειές ακούγονται διαφορετικές, αλλά είναι οι ίδιες: Απαιτούν να είσαι εξαιρετικά εξειδικευμένος και εξαιρετικά παθιασμένος. Αλλά θέλουν να σου δίνουν τον βασικό μισθό και σε καμία περίπτωση να μην αποκτήσεις παιδί».

Και το κυριότερο: Περνώντας τις μέρες μας προσπαθώντας να αποδώσουμε το «110%» μας, καταλήγουμε να αγνοούμε πτυχές του εαυτού μας που δεν έχουν τον χρόνο να αναπτυχθούν. Για χάρη της παραγωγικότητας – και της παραγωγής αξίας για τρίτους – ξεχνάμε να αναρωτηθούμε: Εμείς, ποιοι θα θέλαμε να ήμασταν;

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο