Στον αριθμό 190 της περίφημης Paramatta Road στο Σίδνεϊ ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του ’50 μια ιστορία που έμελλε να κινητοποιήσει σήμερα χιλιάδες ανθρώπους: Η συγκινητική ιστορία ενός έλληνα μετανάστη, ιδιοκτήτη του ιστορικού milk bar Ολυμπία. Ο Νίκος Φωτίου πέρασε τα δύο τρίτα της ζωής του μέσα σε αυτό το κατάστημα που φτιάχτηκε τη δεκαετία του ’30. Ακόμη κι όταν η δημοτική Αρχή το έκλεισε πριν από μερικά χρόνια, καθώς το κτίριο αντιμετώπιζε προβλήματα και τμήμα της οροφής είχε καταρρεύσει, ο ηλικιωμένος ιδιοκτήτης έδινε καθημερινά το «παρών» περιμένοντας στο πόστο του πελάτες που δεν θα έρχονταν ποτέ… Η θρυλική φιγούρα με τα λευκά μαλλιά, που αρνιόταν επίμονα να ποζάρει στον φακό και που επέμενε μέχρι τέλους πως το milk bar θα ξαναλειτουργήσει, μπήκε πλέον σε γηροκομείο, σε ηλικία 91 ετών, και το ιστορικό κατάστημα έκλεισε για πάντα.

Πλέον κάτοικοι του Σίδνεϊ προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανό το Ολυμπία, ένα από τα τελευταία αυθεντικά milk bars της Αυστραλίας: Μέσα από ομάδα που σύστησαν στο Facebook, όπου συμμετέχουν περισσότεροι από 5.000 άνθρωποι, αναζητούν τρόπους χρηματοδότησης για να επισκευαστεί, ενώ κάποιοι θεωρούν πως θα μπορούσε να λειτουργήσει ακόμη και ως μουσείο. Οι κλασικές διαφημίσεις του ’60, τα τραπεζάκια μιας άλλης εποχής, εκεί όπου έτρωγαν το μεσημεριανό τους οι εργάτες της περιοχής ή έδιναν ραντεβού οι έφηβοι της δεκαετίας του ’70 έχουν αποτυπωθεί στις μνήμες τους. Ενα σκηνικό που παρέμεινε σχεδόν αναλλοίωτο μέχρι το τέλος.

Μια από τις ελάχιστες φορές που ο Νίκος Φωτίου είχε δεχθεί να μιλήσει σε δημοσιογράφους ήταν το 2018, όταν ρεπόρτερ της εφημερίδας «Syndey Morning Herald» τον ρωτούσε αν σκέφτεται να ξαναδώσει πνοή στο Ολυμπία. «Σιγά σιγά θα το ξαναφτιάξω», απαντούσε με σπαστά αγγλικά, «όμως μην με πιέζετε, δεν ξέρω πόσο χρόνο θα χρειαστώ». Περήφανος, όπως διηγούνται όσοι τον έζησαν, αρνιόταν να δεχθεί βοήθεια για την επισκευή του καταστήματος και πίστευε ότι οι αρμόδιες Αρχές θα του επέτρεπαν να υποδεχθεί και πάλι πελάτες.

Τα βάζα του παρέμεναν στα ράφια, αν και άδεια, και εκείνος, που λέγεται πως ζούσε στο πίσω μέρος του καταστήματος, δεν έχανε ποτέ την ελπίδα του. «Εχω περάσει πολλά», εξηγούσε, «θα τα καταφέρω». Η ακμή του είχε παρέλθει προ καιρού, καθώς ο Φωτίου, σύμφωνα με όσους τον έζησαν, αν και παρέμενε στο μαγαζί σιγοτραγουδώντας και σερβίροντας τσάι με μπισκότα, δεν έκανε τις απαραίτητες κινήσεις για τη συντήρησή του. Πέρυσι ξανάνοιξε για λίγο την πόρτα του και η σκιά του φάνηκε στο βάθος του καταστήματος, όμως το κλείσιμο είχε πλέον δρομολογηθεί.

Ετσι τελείωσε μια ιστορία που ξεκίνησε το 1959, όταν ο ίδιος μαζί με τον αδελφό του Γιάννη αγόραζαν το milk bar της Paramatta Road. Το κατάστημα είχε ιδρυθεί δύο δεκαετίες νωρίτερα, φτιαγμένο σε αρτ ντεκό ύφος, δίπλα στο περίφημο Olympia De-Luxe Theatre που έπαιζε σε πρώτη προβολή ταινίες της εποχής, όπως το «Οσα παίρνει ο άνεμος» ή τον «Μάγο του Οζ». Πλέον σανίδες καλύπτουν την πρόσοψη του milk bar, το οποίο έχει καταχωριστεί στο τοπικό Μητρώο Πολιτιστικής Κληρονομιάς.

 

Φάντασμα από το παρελθόν

Αυτό το «φάντασμα από το παρελθόν», όπως το αποκαλούν οι αυστραλιανές εφημερίδες, χιλιάδες πολίτες επιμένουν να το κρατήσουν στη ζωή. Οχι τυχαία: Τα milk bars εμφανίστηκαν στην Αυστραλία τη δεκαετία του ’30 φέρνοντας μια «επανάσταση» στην καθημερινότητα των ντόπιων: Λειτουργώντας – κυρίως με έλληνες ιδιοκτήτες – σχεδόν 24 ώρες το 24ωρο, επτά ημέρες την εβδομάδα, διαμόρφωσαν την αυστραλιανή λαϊκή κουλτούρα, ενώ πουλούσαν το «αμερικανικό όνειρο» της εποχής: Αβγά με ζαμπόν και μπέικον, σπέσιαλ παγωτά και παράξενα αναψυκτικά, αργότερα χάμπουργκερ, μαζί με σοκολάτες, μιλκσέικ, τσίχλες, ακόμη και τσιγάρα. Με ονόματα που άφησαν ιστορία, όπως Νιαγάρας, Αστόρια, Παρθενώνας, έγιναν το επίκεντρο της κοινωνικής δραστηριότητας σε πολλές γειτονιές. Ετσι εξηγούνται και οι ισχυροί δεσμοί της τοπικής κοινωνίας με το Ολυμπία. «Είναι ντροπή να χαθεί, είναι μια αληθινή χρονοκάψουλα» γράφουν κάποιοι στην ομάδα «Olympia milk bar fan club», ενώ ένας άλλος χρήστης επισημαίνει: «Υπάρχω χάρη στο Ολυμπία! Οι παππούδες μου έκαναν εκεί το πρώτο τους «ραντεβού στα τυφλά» το 1963 και είναι ακόμη μαζί».

Παρότι τα απομεινάρια του καταστήματος είναι πλέον βουτηγμένα στη σκόνη, με μούχλα στους τοίχους και σοβάδες να πέφτουν, η πινακίδα πίσω από την πόρτα του γράφει ακόμη: «Βραδινό μέχρι αργά, μπριζόλες, σάντουιτς, σνακ μπαρ», ενώ πάνω στις σανίδες που καλύπτουν την πρόσοψη άγνωστοι έχουν σημειώσει με σπρέι το καλό κατευόδιο σε μια ολόκληρη εποχή: «Αναπαύσου εν ειρήνη Ολυμπία».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο