Η Diane Nemerov ήταν η κόρη ενός πλούσιου γουναρά της Νέας Υόρκης που στα δεκαοκτώ της χρόνια παντρεύτηκε τον Allan Franklin Arbus, φωτογράφο μόδας στα πιο γνωστά περιοδικά εκείνης της εποχής, όπως τη Vogue και το Harper’s Bazaar.

Στον σκοτεινό θάλαμο του σπιτιού τους είναι που ερωτεύεται την φωτογραφία: ένα έρωτας που θα εξελισσόταν σε πυρήνας της ζωής και της καθημερινότητάς της.

Η ενασχόληση της ως φωτογράφου στο χώρο της μόδας αποτελεί μονόδρομο λόγω του γάμου της, όμως το 1956, μετά από μια εξαντλητική φωτογράφιση για τη Vogue αποφασίζει ότι αυτό το πεδίο δεν την αφορά. Tα παρατάει όλα (και τον άντρα της μαζί!) και ξεκινάει μαθήματα φωτογραφίας πλάι στη Lisette Model.

Με τον Allan Franklin Arbus

Λίγο αργότερα, η Diane Arbus, με ένα διαζύγιο και μια φωτογραγική μηχανή Rolleiflex στα χέρια στρέφεται στους δικούς της ήρωες. Νάνοι, πνευματικά καθυστερημένοι, επαγγελματίες του τσίρκου, παρατημένοι ηλικιωμένοι, τραβεστί, γίγαντες, αλλόκοτα παιδιά, ψυχασθενείς, γίνονται οι χαρακτήρες της σε ένα παραμύθι για ενήλικες.

“Ζούμε τη ζωή μας με το φόβο ότι θα μας συμβεί κάποια τραυματική εμπειρία” λέει η ίδια χαρακτηριστικκά. Και συμπληρώνει: “Τα φρικιά γεννιούνται με το τραύμα τους. Έχουν ήδη περάσει τη δοκιμασία της ζωής. Είναι αριστοκράτες.”

Περιπλανιέται στην πόλη και ψάχνει τους ήρωές της. Τους βρίσκει στα πάρκα, στα κοσμικά σαλόνια, στα φρενοκομεία, στο τσίρκο, στα γηροκομεία, στα καμπαρέ, στους δρόμους. Και κάνει αυτό που δεν έχει τολμήσει να κάνει κανένας φωτογράφος, μέχρι τότε. Τους πλησιάζει και αρχίζει να ζει μαζί τους.

Πίνει καφέ παρέα τους στα κοσμικά σαλόνια, περνάει το χρόνο της στα φρενοκομεία, συζητάει μαζί τους στους δρόμους, περπατά πλάι τους στα πάρκα, γίνεται κοινωνός της ιστορίας τους προετοιμάζοντας το κλικ που θα μετατρέψει αυτή την ιστορία σε εικόνα.

«Η φωτογραφία αποτελεί ένα μυστικό για ένα μυστικό. Όσο περισσότερα λέει, τόσο λιγότερα ξέρεις» γράφει και από το 1960 και μετά προσφέρει τις αλλόκοτες εικόνες ενός περιθωριακού και παραμελημένου κόσμου, μπροστά στα έκπληκτα μάτια του κοινού.

Μετουσιώνει μέσα από το φακό της την ιδιορρυθμία και την ψύχωση σε τέχνη και αποκαλύπτει μια άλλη εικόνα της Αμερικής έξω από καθιερωμένα καλούπια και ευκολοχώνευτες παραστάσεις.

«Οι πρωταγωνιστές των φωτογραφιών της Arbus είναι όλοι μέλη της ίδιας οικογένειας, του ίδιου χωριού. Μόνο που συμβαίνει αυτό το χωριό των ηλιθίων να είναι η Αμερική» γράφει η κριτικός, δοκιμιογράφος και μυθιστοριογράφος Susan Sontag στο σύγγραμμά της «On Photography».

«Η δουλειά της Arbus εξέφρασε τη μεταστροφή της απ’ ό,τι ήταν δημόσιο, συμβατικό, ασφαλές, καθησυχαστικό – και βαρετό – προς το ιδιωτικό, το κρυμμένο, το άσχημο, το επικίνδυνο, το συναρπαστικό. Οι αντιθέσεις αυτές φαντάζουν τώρα σχεδόν παράξενες. Το ασφαλές θέμα δεν μονοπωλεί τη δημόσια εικονογραφία. Το αλλόκοτο δεν είναι πια ιδιωτική περιοχή με δύσκολη πρόσβαση.

Αλλόκοτους ανθρώπους, σεξουαλικά ατιμασμένους, συναισθηματικά κενούς, βλέπουμε καθημερινά στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, στην τηλεόραση, στο μετρό. Ο άνθρωπος του Χομπς περιφέρεται ορατός στους δρόμους».

To 1971, στα 48 της χρόνια, η Diane Arbus βάζει τέλος στη ζωή της καταπίνοντας βαρβιτουρικά και κόβοντας τις φλέβες της.

Η ευρεία αναγνώριση της έρχεται ένα χρόνο μετά το θάνατο της, με την συμμετοχή του έργου της στην Μπιενάλε της Βενετίας, την πρώτη μεγάλη έκθεση του στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης και την έκδοση του βιβλίου Diane Arbus: An Aperture Monograph.

*Με πληροφορίες από το Cignialo.gr

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο