Ανάμεσα στα εκατομμύρια των Σύριων που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πόλεις τους εξαιτίας των βομβαρδισμών που κατέστρεψαν τα σπίτια τους και στοίχισαν τις ζωές των αγαπημένων τους προσώπων, ανήκουν και 150 οικογένειες που ζουν σε ένα γήπεδο ποδοσφαίρου στο Ιντλίμπ, στα βορειοδυτικά της χώρας. Εκεί, βρίσκουν καταφύγιο σε ετοιμόρροπα αντίσκηνα, πάνω στο σκληρό πετρώδες έδαφος.

Οι ευκαιρίες για εργασία είναι σπάνιες και ο τρόμος βρίσκεται πάντα κοντά: Οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να φέρει νέους βομβαρδισμούς. Όμως ο φόβος για αντίποινα από την πλευρά της κυβέρνησης, δεν τους αφήνει να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Περισσότεροι από 1.300 τέτοιοι καταυλισμοί είναι σπαρμένοι στα τελευταία προπύργια της Συρίας που εξακολουθούν να βρίσκονται υπό τον έλεγχο των ανταρτών, πλάι σε πολυκατοικίες εντός των οποίων οικογένειες προσφύγων βρίσκουν καταφύγιο σε καταστραμμένα διαμερίσματα χωρίς παράθυρα.

«Οι άνθρωποι προτιμούν να μείνουν σε αυτά τα μέρη, με όλη αυτή την καταστροφή, παρά να ζήσουν υπό το καθεστώς του Μπασάρ αλ-Άσαντ, τονίζει ο Όκμπα αλ-Ραχούμ, διαχειριστής του καταυλισμού στο γήπεδο ποδοσφαίρου.

Στην επαρχία Ιντλίμπ, τα παραδείγματα σοκαρισμένων και πάμφτωχων ανθρώπων που ζουν εγκλωβισμένοι σε αυτή την αδιέξοδη κατάσταση, δυστυχώς αφθονούν. Από τη μια πλευρά, υπάρχει ένα τείχος που δεν τους επιτρέπει να περάσουν τα κοντινά σύνορα με την Τουρκία και από την άλλη μια εχθρική κυβέρνηση, ικανή να τους επιτεθεί ανά πάσα στιγμή, ενώ εκείνοι παλεύουν για να καλύψουν ακόμη και τις βασικές τους ανάγκες, σε μια περιοχή που ελέγχεται από μια στρατιωτική οργάνωση, που κάποτε συνδεόταν με την Αλ Κάιντα.

Στη δεκαετία που έχει περάσει από την έναρξη του πολέμου στη Συρία, οι δυνάμεις του προέδρου της χώρας, Μπασάρ αλ-Άσαντ, έχουν συντρίψει τις κοινότητες που εξεγέρθηκαν εναντίον του, ενώ εκατομμύρια άνθρωποι έχουν εγκαταλείψει την περιοχή, ζώντας ζωές γεμάτες αβεβαιότητα σε γειτονικές χώρες, την Ευρώπη, αλλά και τμήματα της Συρίας που δεν έχουν περάσει στον έλεγχο του Άσαντ, όπως το βορειοδυτικό τμήμα της χώρας.

Ο Σύριος ηγέτης έχει ξεκαθαρίσει ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν χωρούν στην αντίληψή του για τη νίκη, και λίγοι είναι εκείνοι που θα επιστρέψουν όσο εκείνος παραμένει στην εξουσία. Η μοίρα των εκτοπισμένων είναι μια από τις πλέον ακανθώδεις πτυχές ενός πολέμου που έχει ακόμη πολλούς ανοιχτούς λογαριασμούς.

«Το ερώτημα είναι: Ποιο θα είναι το μέλλον αυτών των ανθρώπων;», αναρωτιέται ο Μαρκ Κατς, αναπληρωτής συντονιστής της ανθρωπιστικής βοήθειας του ΟΗΕ για την περιοχή της Συρίας. «Δεν μπορούν να συνεχίσουν να ζουν για πάντα σε αυτά τα λασπωμένα χωράφια, κάτω από τις ελιές, στην άκρη του δρόμου».

Σε όλη τη διάρκεια του πολέμου, το βορειοδυτικό τμήμα της χώρας που ελεγχόταν από τους αντάρτες, μετατράπηκε σε τελευταίο καταφύγιο των Σύριων που δεν είχαν πού αλλού να πάνε. Η κυβέρνηση τους μετακίνησε εκεί, αφού κατέλαβε τις πόλεις τους. Έφτασαν με φορτηγά, φορτωμένα μέχρι επάνω με κουβέρτες, στρώματα και παιδιά. Κάποιοι έφτασαν με τα πόδια, με ελάχιστα περιουσιακά στοιχεία εκτός των ρούχων που φορούσαν.

Πέρσι, μια επίθεση της συριακής κυβέρνησης, που πραγματοποιήθηκε με την υποστήριξη της Ρωσίας και του Ιράν, ώθησε σχεδόν ένα εκατομμύριο ακόμη ανθρώπους σε αυτή την περιοχή.

Περίπου 2,7 εκατ. άτομα, από τα 4,2 εκατ. που ζουν στην περιοχή, σε ένα από τα τελευταία δύο τμήματα της χώρας που βρίσκονται υπό τον έλεγχο του κινήματος των ανταρτών που κάποτε ήλεγχε μεγάλο μέρος της Συρίας, έχουν φτάσει ως εκεί αφού αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν άλλες περιοχές της χώρας. Η προσέλευσή τους έχει μετατρέψει μια περιοχή που κάποτε φιλοξενούσε καλλιέργειες σε ένα πυκνό σύνολο αυτοσχέδιων καταυλισμών, με λεκιασμένες υποδομές και εκτοπισμένες οικογένειες που στριμώχνονται σε κάθε γωνιά που βρίσκουν διαθέσιμη.

Αφού ο πόλεμος κατέστρεψε τη γενέτειρά του, ο Ακράμ Σαΐντ, ένας πρώην αστυνομικός, δραπέτευσε στο συριακό χωριό Καχ, κοντά στα σύνορα με την Τουρκία, το 2014 και εγκαταστάθηκε σε ένα οικόπεδο πάνω από μια κοιλάδα. Έκτοτε έχει δει τους συμπατριώτες του να πλημμυρίζουν αυτή την κοιλάδα, όπου οι ελιές έδωσαν τη θέση τους σε έναν πυκνοκατοικημένο καταυλισμό από αντίσκηνα.

«Στη διάρκεια της περσινής χρονιάς, όλη η Συρία κατέληξε εδώ», διηγείται ο ίδιος στους Times της Νέας Υόρκης. «Μόνο ο Θεός ξέρει τι μας περιμένει στο μέλλον».

Ανθρωπιστικές οργανώσεις που προσπαθούν να καταπολεμήσουν την πείνα και τις μεταδοτικές ασθένειες, συμπεριλαμβανομένου του κοροναϊού, αδυνατούν να παρέχουν επαρκή βοήθεια στην περιοχή. Και η προσπάθειά τους θα μπορούσε να συναντήσει ακόμη μεγαλύτερα εμπόδια αν η Ρωσία, ο στενότερος διεθνής σύμμαχος του Άσαντ, μπλοκάρει τη λύση του ΟΗΕ, που θα πρέπει να εγκριθεί εκ νέου στη διάρκεια του καλοκαιριού και η οποία προβλέπει ότι ένα σημείο των συνόρων στα βορειοδυτικά θα πρέπει να παραμένει ανοιχτό, προκειμένου να είναι εφικτή η παροχή διεθνούς ανθρωπιστικής βοήθειας.

Άλλο ένα στοιχείο που περιπλέκει την παραλαβή ανθρωπιστικής βοήθειας από τους εκτοπισμένους, είναι ο κυρίαρχος ρόλος της αντάρτικης οργάνωσης Hayat Tahrir al-Sham (H.T.S.) στην περιοχή.

Η οργάνωση αποτελεί μια μετεξέλιξη του Μετώπου της Νούσρα, μιας τζιχαντιστικής οργάνωσης που στην αρχή του εμφυλίου είχε τεθεί ανοιχτά με το μέρος της Αλ Κάιντα και η οποία έγινε γνωστή για την χρήση βομβιστών αυτοκτονίας εναντίον κυβερνητικών στόχων αλλά και πολιτών.

Η Τουρκία, οι ΗΠΑ και ο ΟΗΕ έχουν χαρακτηρίσει την H.T.S. τρομοκρατική οργάνωση, παρά το γεγονός ότι οι ηγέτες της διαχώρισαν τη θέση τους από την Αλ Κάιντα το 2016 και έκτοτε προσπαθούν να απομακρυνθούν από τις τζιχαντιστικές τους ρίζες. Αυτές οι προσπάθειες είναι ξεκάθαρες και στην περιοχή γύρω από το Ιντλίμπ, όπου οι σημαίες, οι επιγραφές και τα γκράφιτι που δήλωναν την παρουσία της οργάνωσης πλέον απουσιάζουν, παρά το γεγονός ότι οι κάτοικοι συχνά αναφέρονταν επιφυλακτικά σε αυτή ως «η ομάδα που ελέγχει την περιοχή», σύμφωνα με τους Times.

Σε αντίθεση με το Ισλαμικό Κράτος, την τρομοκρατική οργάνωση που πολεμούσε τόσο τους αντάρτες όσο και την συριακή κυβέρνηση για τον έλεγχο μιας περιοχής στα σύνορα Συρίας-Ιράκ, η HTS δεν επιδιώκει τα δημιουργία ισλαμικού κράτους και δεν επιβάλλει κοινωνικούς κώδικες μέσω πολιτοφυλακών.

Στη διάρκεια μιας ξενάγησης δημοσιογράφων στο μέτωπο, ένας στρατιωτικός εκπρόσωπος που χρησιμοποιούσε στη μάχη το ψευδώνυμο Αμπού Χαλίντ αλ-Σαμί, τους οδήγησε στη βάση μιας βρώμικης σκάλας στο βάθος ενός καταφυγίου και από εκεί σε ένα μακρύ, υπόγειο τούνελ που οδηγούσε σε ένα δίκτυο από επανδρωμένα χαρακώματα και θέσεις μάχης.

«Το καθεστώς είναι από εδώ, οι Ρώσοι είναι από εκεί και οι Ιρανοί παραστρατιωτικοί από εκεί», τους είπε, δείχνοντας σε αντίστοιχα σημεία στο βάθος των πράσινων χωραφιών.

Όταν τον ρώτησαν σε τι διαφέρει η οργάνωση από το Μέτωπο της Νούσρα, εκείνος δήλωσε ότι είναι μέρος του ευρύτερου αντάρτικου κινήματος για την ανατροπή του Άσαντ.

Προκειμένου να διαχειριστεί την περιοχή, η HTS συνέβαλε στην εγκαθίδρυση της Κυβέρνησης Συριακής Σωτηρίας, που διαθέτει περισσότερους από 5.000 υπαλλήλους και 10 υπουργεία, είχε δηλώσει σε συνέντευξη ο επικεφαλής της διοίκησης, Αλίο Κεντά.

Η κυβέρνηση δεν έχει αναγνωριστεί διεθνώς και αδυνατεί να ανταποκριθεί στις τεράστιες ανάγκες της περιοχής.

Οι επικριτές της υποστηρίζουν ότι δεν είναι παρά ένα πολιτικό προκάλυμμα που επιτρέπει σε μια απαγορευμένη οργάνωση να έρχεται σε επαφή με ξένους οργανισμούς. Κατηγορούν τόσο την κυβέρνηση όσο και την HTS για φυλακίσεις επικριτών και διακοπή δραστηριοτήτων που κρίνονται ως αντιτιθέμενες στις αυστηρές προσταγές του Ισλάμ.

Τον περασμένο μήνα, η Ράνια Κισάρ, η Αμερικανοσύρια διευθύντρια της SHINE, μιας οργάνωσης που ασχολείται με την εκπαίδευση, παρότρυνε μια ομάδα γυναικών στο πλαίσιο εκδήλωσης στην Ιντλίμπ να αρνηθούν την πολυγαμία, που επιτρέπεται από τον ισλαμικό νόμο.

Την επόμενη μέρα, ένοπλη ομάδα επιτέθηκε στα γραφεία της SHINE και απείλησε να φυλακίσει την διευθύντριά της, ισχυρίζεται η Κισάρ μιλώντας στους Times.

Εκπρόσωπος της κυβέρνησης, ο Μελχέμ αλ-Αχμάντ, επιβεβαίωσε ότι τα γραφεία παραμένουν κλειστά «μέχρι νεοτέρας», καθώς τα όσα είπε η Κισάρ θεωρούνται «προσβολή του δημόσιου αισθήματος και της ηθικής».

Εκπρόσωπος του HTS δήλωσε ότι τόσο οι ανθρωπιστικές οργανώσεις όσο και τα ΜΜΕ είναι ελεύθεροι να εργαστούν εντός ενός «επαναστατικού πλαισίου» που σέβεται τους κανόνες και δεν τους υπερβαίνει.

Από πέρσι, η εκεχειρία Ρωσίας-Τουρκίας έχει θέσει σε παύση τις ανοιχτές μάχες στο Ιντλίμπ, όμως τον περασμένο μήνα η περιοχή βίωσε τρεις επιθέσεις σε μια μέρα. Μια βόμβα χτύπησε έναν καταυλισμό προσφύγων, μια άλλη έβαλε φωτιά σε αποθήκη καυσίμων στα σύνορα με την Τουρκία και τρεις ακόμη έπληξαν ένα νοσοκομείο στο χωριό Αλ Αταρίμπ, σκοτώνοντας επτά ασθενείς, μεταξύ των οποίων και ένα ορφανό αγόρι που βρισκόταν εκεί για να εμβολιαστεί, σύμφωνα με τη Συριακή-Αμερικανική Ιατρική Εταιρεία.

Αν και οι εκτοπισμένοι παλεύουν να επιβιώσουν, δεν λείπουν και οι προσπάθειες για κάποια απόλαυση. Στην πόλη του Ιντλίμπ, το εστιατόριο «Disneyland» προσφέρει γεύματα και παιχνίδια – παρά το γεγονός ότι η ταράτσα του είναι καλυμμένη με πλαστικό αντί για γυαλί, ως μέτρο προστασίας από την (ρεαλιστική) πιθανότητα ενός βομβαρδισμού.

«Η κανονική ζωή πρέπει να συνεχίσει», εξηγεί ο ιδιοκτήτης του στους Times. «Θέλουμε να ζήσουμε».

TAGS:

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο