Εσχάτως αποχαρακτηρισμένες απόρρητες πληροφορίες αποκάλυψαν ότι υψηλόβαθμος διοικητής της μυστικής αστυνομίας του Χίτλερ, που ήταν υπεύθυνος για την απέλαση δεκάδων χιλιάδων Εβραίων, προστατεύτηκε από τις αμερικανικές και τις γερμανικές αρχές μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και αργότερα εντάχθηκε στις μυστικές υπηρεσίες της Δυτικής Γερμανίας που ήταν πλήρως ενημερωμένες για το ρόλο του στη διάρκεια του πολέμου.

Μέχρι το τέλος του πολέμου, ο Φραντς Γιόζεφ Χούμπερ, που ανήκε και στα SS, την παραστρατιωτική οργάνωση των Ναζί, ήταν επικεφαλής ενός από τα μεγαλύτερα τμήματα της Γκεστάπο, που ήλεγχε ολόκληρη την Αυστρία και διατηρούσε σχέσεις με την Ανατολή. Στη Βιέννη, κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής, οι δυνάμεις του συνεργάζονταν στενά με τον Άντολφ Άιχμαν, οργανώνοντας τις απελάσεις προς τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης.

Ο Άιχμαν εντέλει εκτελέστηκε για τον ρόλο του στη δολοφονία εκατομμυρίων Εβραίων. Την ερχόμενη Κυριακή συμπληρώνονται 60 χρόνια από την έναρξη της δίκης του στην Ιερουσαλήμ. Όμως ο Χούμπερ ποτέ δεν αναγκάστηκε να κρυφτεί ή να διαφύγει στο εξωτερικό, όπως έκαναν αμέτρητοι άλλοι κορυφαίοι αξιωματούχοι του Τρίτου Ράιχ.

Πέρασε τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του στη γενέτειρά του, το Μόναχο, μαζί με την οικογένειά του, διατηρώντας ακόμη και το πραγματικό του όνομα. Και η εξήγηση για αυτή την παράξενη ασυλία, φαίνεται ότι σχετίζεται με τη χρησιμότητά του κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ως έμπειρος κατάσκοπος που ήταν.

Έγγραφα των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών δείχνουν ότι υπήρχε έντονο ενδιαφέρον για την αξιοποίηση του δικτύου που είχε δημιουργήσει ο Χούμπερ στη διάρκεια του πολέμου, με στόχο την στρατολόγηση πρακτόρων από τη Σοβιετική Ένωση, ακόμη και κατά την περίοδο που η Αυστρία επιχειρούσε να τον δικάσει για εγκλήματα πολέμου.

«Αν και σε καμία περίπτωση δεν είμαστε αδιάφοροι απέναντι στους κινδύνους της συνεργασίας με έναν διοικητή της Γκεστάπο», αναφέρει υπόμνημα της CIA από το 1953, «ταυτόχρονα πιστεύουμε ότι με βάση τις πληροφορίες που έχουμε αυτή τη στιγμή στη διάθεσή μας, ίσως είναι συμφέρον ο Χούμπερ να αξιοποιηθεί από αυτή την υπηρεσία».

Εσχάτως αποχαρακτηρισμένα έγγραφα των αμερικανικών και γερμανικών μυστικών υπηρεσιών αποκαλύπτουν ότι και οι δυο χώρες κατέβαλαν προσπάθειες για να αποκρύψουν τον ρόλο του Χούμπερ στα εγκλήματα του Τρίτου Ράιχ και να τον προστατεύσουν από τις διώξεις. Το γερμανικό κρατικό κανάλι ARD απέκτησε πρόσβαση στα έγγραφα, τα οποία στη συνέχεια παραχώρησε στους Times της Νέας Υόρκης. Όλα τους πρόκειται να παρουσιαστούν στο πλαίσιο ενός ερευνητικού ντοκιμαντέρ με τίτλο «Munich Report», που πρόκειται να προβληθεί στη Γερμανία.

Οι γερμανικές μυστικές υπηρεσίες, γνωστές με τα αρχικά BND, απασχόλησε τον Χούμπερ σχεδόν επί μια ολόκληρη δεκαετία, παρέχοντάς του ταυτόχρονα μια θέση εργασίας-βιτρίνα σε μια ιδιωτική επιχείρηση. Πέρασαν σχεδόν 20 χρόνια από το τέλος του πολέμου, πριν οι επικεφαλής της υπηρεσίας αποφασίσουν ότι δεν μπορούν να ανεχθούν άλλο τη συνύπαρξη με έναν πρώην ναζιστή. Υπόμνημα του Δεκεμβρίου του 1964 προειδοποιούσε ότι η αποκάλυψη αυτού του μυστικού «θα ανατάρασσε τις προσπάθειες της ηγεσίας της υπηρεσίας να οικοδομήσει σχέσεις εμπιστοσύνης με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση και τον πληθυσμό».

Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Χούμπερ κατάφερνε να προσαρμοστεί σε μια νέα διοίκηση.

Στη διάρκεια των δεκαετιών του 1920 και του 1930, ως ταλαντούχος νεαρός αστυνομικός στο Μόναχο, συμμετείχε στην παρακολούθηση πολιτικών κομμάτων, μεταξύ των οποίων και το ναζιστικό. Μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Χίτλερ το 1933 μετατράπηκε σε φανατικό ναζιστή και λίγο αργότερα σε κορυφαία μορφή της Γκεστάπο, της μυστική αστυνομίας της ναζιστικής Γερμανίας που σκορπούσε τον τρόμο.

Οι ναζιστές ηγέτες που δημιούργησαν την Γκεστάπο, είχαν ανάγκη από έμπειρους αστυνομικούς, εξηγεί στους Times της Νέας Υόρκης ο Μίχαελ Χόλτσμαν, γιος ενός Αυστριακού ναζιστή που ερευνά εδώ και πολλά χρόνια τις δραστηριότητες της Γκεστάπο στη χώρα. «Ο Χούμπερ άδραξε αυτή την ευκαιρία για να μετατραπεί από χαμηλόβαθμος ντετέκτιβ στον πιο επιτυχημένο ηγέτη του καθεστώτος τρόμου που είχε επιβάλει η Γκεστάπο στην πρώην Αυστρία», τόνισε.

Τον Μάρτιο του 1938, όταν η Γερμανία προσάρτησε την Αυστρία, ο Χούμπερ διορίστηκε επικεφαλής της Γκεστάπο για το πιο σημαντικό τμήμα της χώρας, που συμπεριλάμβανε και τη Βιέννη. Λίγο αργότερα, η Γκεστάπο ξεκίνησε ανελέητο κυνήγι εναντίον των αντιφρονούντων της χώρας και ο Χούμπερ έδωσε εντολή «να συλληφθούν άμεσα οι ανεπιθύμητοι, ιδιαιτέρως οι Εβραίοι που χαρακτηρίζονται από εγκληματικές τάσεις και να μεταφερθούν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νταχάου». Λίγες ημέρες αργότερα, τα πρώτα δύο τρένα με Εβραίους έφυγαν από τη Βιέννη προς το στρατόπεδο. Θα τα ακολουθούσαν αμέτρητα ακόμη.

Ο Χούμπερ διατήρησε τη θέση του μέχρι το τέλος του πολέμου, με τους υφιστάμενους – και την εξουσία του – να αυξάνονται διαρκώς με την πάροδο των ετών. Σε αυτό το διάστημα, 70.000 Αυστριακοί Εβραίοι, δηλαδή περίπου το 40% της κοινότητας, που δεν κατάφεραν να δραπετεύσουν από τη χώρα δολοφονήθηκαν, με την περιουσία τους να πέφτει στα χέρια των Ναζί.

Ο Άιχμαν παραδέχτηκε κατά τη διάρκεια της δίκης του ότι ενεπλάκη στις απελάσεις των Εβραίων, όμως αρνήθηκε να δηλώσει ένοχος γενοκτονίας, λέγοντας: «Δεν είχα άλλη επιλογή παρά να ακολουθήσω τις εντολές που μου δόθηκαν».

Ο Χούμπερ ακολούθησε μια διαφορετική προσέγγιση. Μιλώντας σε έναν αξιωματούχο στο πλαίσιο της Δίκης της Νυρεμβέργης, το 1948 – ως μάρτυρας και όχι ως ύποπτος – ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε τίποτα για την εξόντωση των Εβραίων μέχρι το τέλος του 1944, όταν ο υποδιευθυντής του ανέφερε κάτι ασαφές.

«Όμως τα ιστορικά στοιχεία παρουσιάζουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα», εξηγεί στους Times ο καθηγητής Μόσε Ζίμερμαν, ιστορικός και ερευνητής του Ολοκαυτώματος στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ. «Ο Άιχμαν μπορεί να είναι ένα πρόσωπο πιο γνώριμο στην εβραϊκή κοινότητα, όμως εκείνος που είχε την ευθύνη για τον τρόμο που εξαπολύθηκε εις βάρος των Εβραίων, για την εξαναγκαστική επιβίβασή τους στα τρένα και την απέλασή τους στα στρατόπεδα, ήταν η αστυνομία και η Γκεστάπο, που βρισκόταν υπό τον έλεγχο του Χούμπερ».

Επιπλέον, ο Χούμπερ έχει απαθανατιστεί από τον φωτογραφικό φακό στο πλευρό του επικεφαλής των SS και της Γκεστάπο, Χάινριχ Χίμλερ, σε μια επίσκεψη στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν στη βόρεια Αυστρία, όπου δολοφονήθηκαν τουλάχιστον 90.000 κρατούμενοι.

Προς το τέλος του πολέμου, ο Χούμπερ θεωρήθηκε ένας από τους πλέον καταζητούμενους εγκληματίες πολέμου από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, ενώ ο ίδιος φαίνεται ότι ίσως υπήρξε ιδιαιτέρως διορατικός. Αφιέρωσε μεγάλο μέρος του χρόνου του στις διαπραγματεύσεις με τους πράκτορές του στην Ανατολή, που πιθανότατα γνώριζε πως σύντομα θα γίνονταν το ισχυρότερο δικό του διαπραγματευτικό χαρτί.

Οι αμερικανικές δυνάμεις συνέλαβαν τον Χούμπερ τον Μάιο του 1945.

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για τις αλληλεπιδράσεις του με τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες στη διάρκεια των δυο ετών της κράτησής του, όμως τον Μάιο του 1947, παρά την αφθονία των στοιχείων που καταδείκνυαν το αντίθετο, Αμερικανός ερευνητής έγραψε ότι ο Χούμπερ ήταν «ένας τίμιος, αδέκαστος αστυνομικός που εκτέλεσε τις αστυνομικές του υποχρεώσεις χωρίς κομματική μεροληψία ή φυλετικές και πολιτικές προκαταλήψεις». Το έγγραφο συνεχίζει αναφέροντας ότι ο γενικός διοικητής των SS «δεν πρόσκειται στις ιδεολογίες του ναζιστικού κόμματος» και τον αποκαλεί «πλήρως αξιόπιστο».

Έναν μήνα αργότερα, ένας διοικητής του κέντρου κράτησης στις ΗΠΑ δήλωσε ότι εκτιμούσε βαθύτατα τη συνεργασία του Χούμπερ. Τον Μάρτιο του 1948, ο Χούμπερ ήταν και πάλι ελεύθερος.

«Εκείνη την εποχή, η Αυστρία ήταν ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα του Ψυχρού Πολέμου», επισημαίνει μιλώντας στους Times ο καθηγητής Σλόμο Σπίρο του Πανεπιστημίου «Μπαρ-Ιλάν» στο Ισραήλ, που έχει ερευνήσει την αλληλεπίδραση μεταξύ πρώην ναζιστών και δυτικών μυστικών υπηρεσιών. «Οι δυτικές μυστικές υπηρεσίες δυσκολεύτηκαν να στρατολογήσουν αξιόπιστες αντικομμουνιστικές επαφές και δεν ασχολούνταν και πολύ με το παρελθόν των ανθρώπων που πίστευαν ότι μπορούσαν να τις υπηρετήσουν αποτελεσματικά».

«Πολλοί πρώην ναζιστές εκμεταλλεύτηκαν τη νέα κομμουνιστική απειλή για να εξασφαλίσουν για τον εαυτό τους όχι μόνο την ασυλία για τα εγκλήματα πολέμου που διέπραξαν, αλλά και παχυλούς μισθούς από τις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ και της Δυτικής Γερμανίας», τόνισε ο καθηγητής Σπίρο.

Στα χρόνια που ακολούθησαν οι αμερικανικές δυνάμεις κατοχής και μυστικές υπηρεσίες έκαναν εκτενείς και επιτυχημένες προσπάθειες αποτροπής – βάσει μιας σειράς από γραφειοκρατικούς λόγους – της έκδοσής του στην Αυστρία, αλλά και κάθε προσπάθειας μιας σειράς από οργανώσεις επιζώντων του Ολοκαυτώματος και διάφορων συνηγόρων που επιθυμούσαν τη δίωξη του Χούμπερ.

Επιπλέον, οι ΗΠΑ άσκησαν πιέσεις στις γερμανικές αρχές, προκειμένου ο Χούμπερ να ενταχθεί σε ένα πρόγραμμα ταχείας αποναζιστοποίησης, που κατέληγε σε μια σύντομη ποινή με ανασταλτικό χαρακτήρα και την επιβολή ενός προστίμου.

Τον Δεκέμβριο του 1955 ο Χούμπερ προσελήφθη από τον Οργανισμό «Γκέλεν», ο οποίος αργότερα θα μετατρεπόταν στην BND.

«Η BND είχε στρατολογήσει πολλούς Ναζί, όμως σχεδόν κανένας άλλος δεν είχε τόσο υψηλόβαθμη θέση», δήλωσε στους Times ο Στέφαν Μάινινγκ, ένας ιστορικός και αρχισυντάκτης στη γερμανική κρατική τηλεόραση, ο οποίος είναι και ο δημιουργός του ντοκιμαντέρ για τον Χούμπερ. «Ήξεραν με βεβαιότητα ότι ο Χούμπερ δεν ήταν κανένας ταπεινός δολοφόνος της Γκεστάπο, αλλά ένας διοικητής των SS που κινούνταν στους εσώτατους κύκλους του ναζιστικού μηχανισμού τρόμου και ήταν υπεύθυνος για τον θάνατος δεκάδων χιλιάδων Εβραίων και αντιφρονούντων».

Ο Μπόντο Χέχελχάμερ, κορυφαίος ιστορικός της BND, μίλησε στην κάμερα του ντοκιμαντέρ και επιβεβαίωσε ότι ο Χούμπερ υπήρξε υπάλληλος της υπηρεσίας, ενώ εξήγησε ότι η αναζήτηση έμπειρου προσωπικού για τις μυστικές υπηρεσίες, το οποίο να διακρίνεται από έντονα αντικομμουνιστικά αισθήματα, οδήγησε στη στρατολόγηση «σε υπερβολικά πολλές περιπτώσεις, πρώην ναζιστών». Η υπηρεσία δεν ανταποκρίθηκε σε κρούσεις των Times για κάποιο σχόλιο, ενώ η CIA αρνήθηκε να σχολιάσει την υπόθεση.

Στις αρχές του 1964, φοβούμενη την αποκάλυψη της υπόθεσης, η BND κατέληξε ότι «ήταν πλέον αδιανόητη» η διατήρηση του Χούμπερ στη θέση του, καθώς θα μπορούσε να «θέσει σε κίνδυνο την υπηρεσία» και αποφασίστηκε η απόλυση του πρώην διοικητή της Γκεστάπο.

Όμως, από τη στιγμή που ο Χούμπερ δεν είχε αποκρύψει από τα πρώην αφεντικά του το σκοτεινό παρελθόν του, «δεν μπορούσε να αποδειχθεί ότι έκανε λάθος», προκειμένου να ολοκληρωθεί η απόλυσή του, με αποτέλεσμα να τεθεί σε… άδεια μετ’ αποδοχών.

Τρία χρόνια αργότερα, σε ηλικία 65 ετών, συνταξιοδοτήθηκε και λάμβανε σύνταξη δημοσίου υπαλλήλου από το γερμανικό κράτος, μέχρι τον θάνατό του σε ηλικία 73 ετών.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο