Στο πρώτο βιβλίο, Ο Λιλίκος Φορούσε Tod’s, βλέπουμε το ξεκίνημα του ειδυλλίου, όταν ο Λιλίκος θα γνωρίσει τη Λιλίκα… στη Ρώμη. Ετοιμαστείτε για μια απολαυστική βουτιά στα μυστικά του χώρου των lifestyle περιοδικών και της μόδας, με ξεναγούς σας δυο ήρωες που είναι έτοιμοι για όλα. Ή σχεδόν όλα…

Στο δεύτερο βιβλίο, Η Λιλίκα Προβάρει Vera Wang, το αντισυμβατικό αυτό ζευγάρι παίρνει μια πρώτη γεύση από τον λαμπερό κόσμο της τηλεόρασης και μάς καλεί να παρακολουθήσουμε μια εκπομπή που θα φέρει τα πάνω κάτω στη ζωή τους.

To read or not to read?

Οι εκδόσεις Bell σπανίως με απογοητεύουν. Κάθε βιβλίο τους, ανεξαρτήτως λογοτεχνικού είδους, έχει κάτι να πει. Καθένα τους, άρτιο από άποψης περιεχομένου και εξωφύλλου, έχει να πει κάτι σε κάποιους. Ούτως ή άλλως, Bell ξε-Bell, ελάχιστα είναι τα βιβλία εκείνα που έχουν να πουν κάτι σε όλους, έστω σε πολλούς.

Τα δύο βιβλία της Ανδριάνας Σακκά, πρωτοεμφανιζόμενης στα ελληνικά γράμματα, αλλά όχι άπειρης στο κολύμπι της γραφής εν γένει, θα μιλήσουν σε αρκετές γυναίκες άνω των 35, οι οποίες νοσταλγούν το Sex and the City και οι οποίες, μάλλον, δεν έχουν καμιά σχέση με την ηρωίδα και το status της.

Δεν θεωρώ δηλαδή ότι η μέση αναγνώστρια στην οποία απευθύνεται αυτή η διλογία του λιλικισμού ξέρει κατά πού πέφτει η Σπονδή. Και ναι, μπορεί να έχει τύχει να πάει Ρώμη, αλλά σίγουρα δεν έχει αλλάξει χρονιά σε λουξ ξενοδοχείο με θέα Φοντάνα ντι Τρέβι. Δεν έχω καμιά αντίρρηση με τα «ψέματα» στην τέχνη: η τέχνη δεν είναι δημοσιογραφία, η συγγραφή βιβλίων δεν είναι σκηνοθεσία ιστορικών ντοκιμαντέρ. Όμως, αν θέλουμε να «πούμε ψέματα» νομίζω ότι αξίζει να το κάνουμε κάπως πιο ολοκληρωμένα και πιο πιστά.

Από την αρχή μέχρι το τέλος.

Το χτίσιμο των ηρώων στα δύο βιβλία της Ανδριάνας Σακκά πάσχει στα σημεία, η πλοκή ξεφεύγει κάποιες φορές και ορισμένα σκηνικά ξεπετάγονται συγγραφικά πολύ γρήγορα και «εύκολα», ιδίως στο δεύτερο και εμφανώς συντομότερο σε έκταση βιβλίο, του οποίου το τέλος καταφθάνει εν ριπή οφθαλμού σαν πασάλειμμα.

Στα καλά στοιχεία των δύο βιβλίων συγκαταλέγονται η φρέσκια και άνετη στην ανάγνωση γραφή, το πιασάρικο story (κακά τα ψέματα, δεν έχουμε ξεφύγει ακόμα από την πρωταγωνιστική θέση της καψούρας και του έρωτα ως Βαλκάνιοι-Μεσογειακοί γραφιάδες και ως αναγνώστες-ακροατές-τηλεθεατές) και τα διάσπαρτα μαθήματα αθηναϊκής, μικρο-μεσοαστικής κουλτούρας της προηγούμενης δεκαετίας, που σπαράγματά της να κρατούν μέχρι σήμερα.

Η Σακκά δεν είχε πρόθεση να κάνει επίδειξη των συγγραφικών της δυνατοτήτων, αν και φωνάζει από μακριά ότι μπορεί να γράψει πολύ καλύτερα και πολύ βαθύτερα από ό, τι εδώ. Ένα άλλο θετικό credit είναι το θάρρος της να γράψει για μια ηρωίδα που, ελάχιστα αν την ξέρει ο άλλος (την Σακκά, όχι την Λιλίκα) κατανοεί ότι έχει τρομακτικά πολλά κοινά με την συγγραφέα. Ίδιο ζώδιο, ίδιο όνομα κατοικιδίου, ίδιο επάγγελμα και ποιος ξέρει και πόσα άλλα ίδια, δείχνουν το θαυμαστό θάρρος της γράφουσας να πέσει σε σκοτεινά νερά εξομολόγησης και αλήθειας, κινδυνεύοντας μέχρι και να κακολογηθεί.

Την αλήθεια πάντα την εκτιμούμε ως αναγνώστες. Το εμπεδωμένο βίωμα του συγγραφέα που καταφθάνει ως απόσταγμα των εμπειριών του σε εμάς. Ακόμα και αν, όπως εν προκειμένω, αυτό συμβαίνει λίγο ατρόχιστα, που θα πει ανεπεξέργαστα.

Ο χρόνος περνά ευχάριστα με αυτά τα δύο βιβλιαράκια με τα πανέμορφα εξώφυλλα ανά χείρας. Η Λιλίκα, σε γενικές γραμμές, περνάει αδιάφορη ως ηρωίδα, ο Λιλίκος ενσαρκώνεται στο μυαλό κάθε μιας από εμάς ως το ιδανικό αρσενικό: κούκλος, αν και λίγο μαλάκας. Προσωπικά, ας πούμε, τον φαντασιώθηκα ως έναν πανύψηλο Τζουντ Λο κι έκανα την δουλειά μου μέχρι τέλους.

Αν σκοπεύετε να διαβάσετε τον Λιλίκο και την Λικίκα, μην συνεχίσετε την ανάγνωση αυτού του κειμένου-ακολουθούν spoilers.

Και ποια γυναίκα δεν ονειρεύεται μια καριέρα γεμάτη λαμπερά πάρτι, εκθαμβωτικές τουαλέτες και συναρπαστικά ταξίδια; Η Λιλίκα δεν αποτελεί εξαίρεση του κανόνα και όταν της προσφέρεται η θέση της fashion editor στο Image δεν μπορεί αρχικά να πιστέψει στην τύχη της. Τα σκληρά ωράρια, ο ανταγωνισμός των διπλανών γραφείων και η κρίση που έχει αλλάξει τα πάντα στο χώρο των lifestyle περιοδικών δε φαίνονται να την αγγίζουν. Είναι αποφασισμένη να ζήσει το όνειρο και θα το κάνει, ο κόσμος να χαλάσει!

Ειδικά όταν τη θέση του πρωταγωνιστή διεκδικεί ο μυστηριώδης άντρας με τα άψογα κοστούμια του τρίτου ορόφου, πώς να μην ανυπομονεί να πάει στο γραφείο κάθε μέρα; Και πόση σημασία να δώσει στην γκρίνια του συντρόφου της, όταν στη γωνία καραδοκεί ένα ζευγάρι μαύρα μάτια που κάνουν τα γόνατά της να λυγίζουν;

Επιτέλους ένας άξιος αντίπαλος, σκέφτεται η Λιλίκα, όσο ο Λιλίκος φτιάχνει τη γραβάτα του και ετοιμάζεται για την κατάκτησή της. Είναι όμως η Λιλίκα ένα ακόμη εύκολο θύμα της γοητείας του; Και πόσο θα μπορέσει εκείνη να παίζει παιχνίδια με τη φωτιά χωρίς να καίγεται;

Κάποιες γυναίκες δεν ονειρεύονται καθόλου λαμπερά πάρτυ και εκαθμβωτικά φουστάνια. Κάποιες γυναίκες ονειρεύονται να σώζουν ζωές, να εμπνέουν, να δημιουργούν. Η Λιλίκα μου την σπάει από τις πρώτες σελίδες γιατί κάνει αυτό που κάνω εγώ, άρα συγκρίνω: γράφει, δουλεύει σε εκδοτικούς οίκους και media. Και ούτε μια στιγμή δεν μας αφήνει το βιβλίο να καταλάβουμε αν αυτό που κάνει το κάνει επειδή αγαπά την γραφή και την ανάγνωση-μάλλον, το κάνει επειδή θέλει τζάμπα gift boxes και ταξιδάκια στο εξωτερικό.

Πού είναι η βιβλιοθήκη του σπιτιού της; Μια πάλαι ποτέ μεταφράστρια βγαίνει κάθε τρεις και λίγο στα εστιατόρια; Δεν περνά καλά διαβάζοντας και μελετώντας; Σπαταλάει τους μισθούς της σε ακριβές τσάντες, αντί για την τελευταία συλλογή κάποιου ποιητή ή συγγραφέα; Αρκετά νερά μπάζουν ως προς την δόμηση του χαρακτήρα της Λιλίκας.

Η Ανδριάνα Σακκά αναμφίβολα προσπάθησε να την ταυτίσει με την μέση Ελληνίδα: χαριτωμένη, μετρίου αναστήματος, ισορροπημένης συμπεριφοράς, ταλαντούχας αλλά όχι και τρελής ευφυίας ή κλίσης σε κάτι που μπορεί να την καταστήσει εκκεντρική. Ξέχασα να πω, οπωσδήποτε κλασάτης, δεν είναι η Λιλίκα λαϊκό κορίτσι, μαγκιώρικο, ερωτικό. Κάπως νερόβρασττη τη λες, ο Τσιτσάνης κι ο Ελύτης δεν θα μπορούσαν να γράψουν κάτι με έμπνευση από εκείνη.  Με μισθό 500 και 1000 ευρώ καταφέρνει να τρώει φιλέτα στα μισελενάτα ρεστοράν της Αθήνας και να φορά κομμάτια από μεγάλους οίκους μόδας. Και μπράβο της (sic).

Μου θυμίζει πολύ Κάρι Μπράντσω-και ο Λιλίκος, ο Μίστερ Μπιγκ της, αναμφιβόλως.

Οι φίλες της, πάντως, απέχουν πολύ από τις γεμάτες προσωπικότητα κολλητές της Κάρι στο Sex and The City. Άχρωμες, άγευστες, ψιλο-νευρωσικές, δεν τους δίνεται χρόνο μες στις σελίδες να αναπτυχθούν, να βγάλουν τα τούτα και τα κείνα τους. Κάποιες σκηνές πάνε να πιάσουν το ζητούμενο και, ναι, η πλοκή σε πολλά σημεία γίνεται ενδιαφέρουσα, αλλά το παιχνίδι μοιάζει χαμένο, όσο η συγγραφέας επιλέγει να αναλωθεί περισσότερο στο τι φορά η Λιλίκα στα ραντεβού της, από ό, τι στον τρόπο με τον οποίο νιώθει για/σε αυτά.

Περνώντας στο δεύτερο βιβλίο, αναμένει η καλοπροαίρετη αναγνώστρια κάτι να αλλάξει ίσως.

Έξι μήνες μετά από μια απόφαση που άλλαξε όλα τα δεδομένα στη ζωή της, ο γάμος της Λιλίκας πλησιάζει. Κι όμως, το μυαλό της αδυνατεί να συγκεντρωθεί σε νυφικά, βέρες και προσκλητήρια, μόνο παραδέρνει ζαλισμένο ανάμεσα στις αναμνήσεις ενός παρελθόντος που τη στιγμάτισε και σε αναπάντητα ερωτήματα για το μέλλον που την περιμένει.

Κι εκεί που θα έλεγε κανείς ότι το μπέρδεμά της δε θα μπορούσε να γίνει χειρότερο, λίγους μήνες πριν το μεγάλο γεγονός ο Λιλίκος κάνει τη δυναμική επανεμφάνισή του, αυτή τη φορά με μια πρόταση επαγγελματικής συνεργασίας που κάνει ξανά τη ζωή της άνω-κάτω. Η πρόκληση είναι μεγάλη και η απάντησή της δεν μπορεί παρά να είναι θετική.

Έτσι, στο επόμενο επεισόδιο, η Λιλίκα και ο Λιλίκος διασταυρώνουν πλέον τα ξίφη τους σε εθνικό τηλεοπτικό δίκτυο και οι δύο συμπαρουσιαστές είναι αποφασισμένοι: εκείνος να αποδείξει ότι έχει αλλάξει για τα καλά κι εκείνη ότι αυτή τη φορά θα βάλει την καριέρα της πάνω από το συναίσθημα. Μήπως όμως ξεχνάνε ότι ο φακός της τηλεόρασης δεν κρύβει τίποτα και ότι κάτω από τους προβολείς η αλήθεια λάμπει περισσότερο;

Δεν αλλάζει τίποτα, όμως. Η Λιλίκα, μια αδιάφορη κοπελίτσα που παραιτήθηκε εν μία νυκτί από την δουλειά των ονείρων της βασικά λόγω bullying (ποτέ δε θα το έκανε αυτό μια Σκορπίνα, σας το λέει μια Λιονταρίνα!), αναλαμβάνει θέση στην τηλεόραση. Ο Λιλίκος, ετών 35, έχει ήδη διαγράψει μια καριέρα διευθυντή περιοδικών και του προτείνεται εκπομπή σε ρόλο παρουσιαστή-αυτά σε ποιο σύμπαν εν Ελλάδι συμβαίνουν, άραγε; Οι εκδότες και ο αρχισυντάκτες μικρή σχέση έχουν με τα τηλεοπτικά, αλλά ας το προσπεράσουμε αυτό.

Η Λιλίκα αναλαμβάνει την συμπαρουσίαση. Ετοιμάζεται να παντρευτεί και φλερτάρει αρειμανίως με τον Λιλίκο. Ο οποίος την κατακτά, ζητώντας της το χέρι. Ο άντρας της ζωής της, ο Παύλος, δέχεται σχεδόν στωικά την απόφασή της να τον εγκαταλείψει για δεύτερη φορά, έχοντας περάσει γιορτινές μέρες στην Αράχοβα με μια δυνάμει νέα ερωμένη, πλην όμως χωρίς να την κουτουπώσει, καθώς περίμενε την τελική απόφαση της Λιλίκας. Ψύχραιμα το παίρνει. Την αφήνει πολύ ήρεμη και με τέλειες συνθήκες να προχωρήσει με τον Άρη-Λιλίκο της και η αναγνώστρια νιώθει μεγάλος μαλάκας που στην δική της ζωή τα ερωτικά μπερδέματα έχουν λίγο πιο πολύ βρισίδι, πάθος, φωνές και κλάματα, ρε αδερφέ.

Ανδριάνα, έχεις στ΄αλήθεια νιώσει κάτι για δύο άνδρες παράλληλα; Έχεις ζήσει τι σημαίνει να σε διεκδικούν δύο μαζί; Ο χαμός γίνεται. Όχι ένα παθιασμένο σεξ σε απομονωμένο χώρο μεγάλου ξενοδοχείου με τον έναν και τον άλλον στο μπαρ του ξενοδοχείου κι ύστερα εσύ ωραία και καλά να τρέχεις να ξεφύγεις. Ξέρω κι εγώ; Μήπως τα έχω ζήσει υπερβολικά αλμοδοβαρικά κι εσύ απλώς τα περιγράφεις πιο απλά και πιο κοντά στην πεζή πραγματικότητα;

Θα ήθελα με τρέλα να ζήσω το ροζ τσιχλοφουσκί όνειρο της Λιλίκας, αλλά με πιο ρεαλιστικούς όρους, για να παρασυρθώ για τα καλά: Εναν Άρη που δεν εκφράζει ανερυθρίαστα τις φαλλοκρατικές και μισογύνικες απόψεις του, αλλιώς πώς θα πέσω στην αγκαλιά του λίγο αφού λέει στην αγαπημένη του ότι θέλει λίγο φτιάξιμο και σουλούπωμα γενικώς; Μία Αλεξάνδρα με πιο έντονη προσωπικότητα, γυναίκα του καιρού της, την οποία δεν δείχνει με το να μπουγελώσει τον Άρη ή να σηκωθεί από το τραπέζι των φιλενάδων της, αλλά με το να ξηγηθεί ντόμπρα στον Παύλο και να πάψει να παίζει παιχνιδάκια, ούσα μπερδεμένη με τους όρους 16χρονης κορασίδας.

Σε πιο προσωπικό επίπεδο, με ενοχλεί ο νεοπλουτίστικος αέρας που μάλλον ακουσίως «δροσίζει» τις σελίδες του βιβλίου.  Η ηρωίδα κάπου λέει ότι μια χαρά είναι και τα ταβερνάκια αλλά από το Γκάλαξι, στο Γκαρν Μπρετάνια την πετυχαίνουμε και με φιλέτα και σαμπάνιες ανά χείρας συνεχώς. Πολύ Βόρειο και Νότιο Προάστιο, καθόλου Εξάρχεια και Μεταξουργείο; Πολλή μάρκα και κακό, καθόλου second hand;

Είμαι απολύτως βέβαιη ότι αν η Ανδριάνα έγραφε τώρα για ένα σύγχρονο, αστικό ειδύλλιο, θα προσθαφαιρούσε διάφορα. Δεν μπορώ να ξεχάσω την σημείωσή της ότι τα βιβλία γράφτηκαν το 2011, δηλαδή δέκα χρόνια πριν. Δεν μπορώ όμως και να παραβλέψω την αμετάκλητη πίστη μου ότι η καλή λογοτεχνία είναι διαχρονική: η Άννα Καρένινα, η Μαντάμ Μποβαρί και η Λώρα μοιάζουν σημερινές πάντοτε.

Η Λιλίκα, πάλι, φαντάζει κακέκτυπο του κύκνειου άσματος μιας εποχής για την Ελλάδα όπου όλα πήγαιναν λάθος. Όταν, δηλαδή, το στάτους ενός άντρα αρκούσε για να τον κάνει λιγότερο ανάξιο για ενα κορίτσι-αν ο Άρης ήταν ταξιτζής ή μπακαλάκος (με τις ίδιες ακριβώς απόψεις και το ίδιο ακριβώς κορμί), η Αλεξάνδρα θα του έριχνε δεύτερο βλέμμα; Όταν οι αξιώσεις των ανθρώπων από τις σχέσεις τους εγείρονταν σε άμεση συσχέτιση με το φύλο τους. Όταν εμείς οι σημερινοί 30ρηδες, είχαμε μόλις περάσει πανεπιστήμιο και σχολιάζαμε τα απότοκα της εποχής Κωστόπουλου κοροϊδευτικά. Όταν το φαλίρισμα της χώρας βάθαινε και πλάταινε.

Τι μουσική ακούει η Λιλίκα; Τι σχέση έχει με τους γονείς της; Ποια νέα κοπέλα που παλεύει ανάμεσα σε υπχορεώσεις σπιτιού και δουλειάς κάνει μανικιούρ και μαλλί στο σπίτι και όχι σε κάποιο κομμωτήριο με 35 ευρώ χέρια-πόδια και πολύ λέω; Ποιος άντρας σαν τον Άρη αποφασίζει να «νοικοκυρευτεί» για μια…Λιλίκα, την ώρα που υπάρχουν χίλιες σαν εκείνη;

Μου έλειψε μες στα βιβλία η πραγματική περιγραφή των σεξουαλικών σκηνών, με ρεαλιστικούς όρους. Η Λιλίκα δεν καυλώνει; Δεν χύνει; Δεν φαντασιώνεται; Και αν ναι, γιατί το κάνει τόσο… «κυριλάτα»; Αν αυτά τα βιβλία απευθύνονται στις σημερινές γυναίκες, φαίνεται πως ξεχνούν την πρόοδο του φεμινισμού, την επέλαση της γυναικείας σεξουαλικότητας και τόσα άλλα ακόμα βήματα προόδου που έχουν ξεκαθαρίσει λίγο τους όρους με τους οποίους συζητάμε και γράφουμε σήμερα για τα φύλα και τις μεταξύ τους σχέσεις.

Κι ένα τελευταίο: Τελικά, τι σημαίνει λιλικισμός; Ποιοι είναι οι Λιλίκοι και οι Λιλίκες; Νόμιζα θα λάμβανα απάντηση, αλλά δεν έλαβα τίποτα. Ένα γλυκόπικρο συναίσθημα στο τέλος, αυτό που με διακατέχει πάντα όταν τελειώνω κάτι που είχε όλα τα φόντα να με απογειώσει, αλλά με προσγειώνει σε μια πραγματικότητα πολύ λιγότερο ενδιαφέρουσα από την αληθινή δική μου.

Νιώθω πως αν ντυθώ και βαφτώ, η ντροπαλή Λιλίκα θα σβήσει μπροστά στο 1.80 μου και το πάθος στο βλέμμα και στον λόγο μου. Ο Λιλίκος, δε,  δεν φτάνει ούτε στο μικρό τους δαχτυλάκι τους δικούς μου Λιλίκους και αυτούς των κολλητών μου φιλενάδων-και αν ένα βιβλίο «γυναικείας» μυθοπλασίας και ρομάντζου δεν καταφέρνει να με κάνει να «ζηλέψω» (με τον τρόπο του Sex and The City, έστω!), τότε από πού να πιαστώ και να το αγαπήσω;

Τολμηρό δεν είναι, καινοτόμο δεν είναι, συγκινητικό δεν καταφέρνει να γίνει, στην τελική, ούτε απολύτως αληθινό αποδεικύνεται αυτό το μυθιστόρημα το σπασμένο σε δύο μέρη. Το ότι είναι καλύτερο από χίλια σκουπίδια που κυκλοφορούν, κακογραμμένα και αμφιβόλου ποιότητος, δεν είναι επαρκής λόγος για να προτείνω να το διαβάσετε. Η Ανδριάνα Σακκά μπορεί σίγουρα πολύ, πολύ καλύτερα.

Οι Ελληνίδες συγγραφείς πρέπει να σπάσουν το φράγμα, επιτέλους, της αφήγησης των sex & love stories με όρους ηθικής και αποστασιοποίησης. Το Netflix, ας πούμε, θερίζει σε ιδέες και σε μεταφορές βιβλίων επί της οθόνης: χοντρές που τις ερωτεύονται όλοι επειδή πάλιωσε το στερεότυπο της «αδύνατης θεάς», φτωχές με τρεις δουλειές που μια ιδέα τους φέρνει αποτέλεσμα κάποια στιγμή και αλλάζουν πίστα έχοντας ρίξει ιδρώτα, μάνες με δυο παιδιά και ψυχοφάρμακα που δε γουστάρουν γαμπρούς και ραντεβουδάκια, γκέι άντρες που σπάνε τα στερεότυπα, νέες κοπέλες που ερωτεύονται τον ευαίσθητο και όχι τον αρχιμαλάκα, μεγάλες γυναίκες που δεν φοβούνται να ζήσουν με πάθος και να κυνηγήσουν την αγάπη ξανά.

Τα χρόνια των ψευδώς παχιών αγελάδων στην Ελλάδα-για να μην πω τον κόσμο- πέρασαν ανεπιστρεπτί. Οι σχέσεις μας, τα όνειρά μας, η αισθητική μας, εμείς οι ίδιες, μεταμορφωνόμαστε, προσαρμοζόμαστε. Γινόμαστε πιο απλές και ανακαλύπτουμε την αξία ενός ραντεβού για καφέ στο χέρι, πετώντας παλιούς φόβους όπως «μην μας πουν πουτάνες», «μην φανούμε ντεμοντέ», «μην δείξουμε εύκολες», «μην μας περάσουν για ηλίθιες» και ούτω καθεξής.

Η νέα ελληνική λογοτεχνία οφείλει να αφουγκραστεί αυτές τις εξελίξεις και να μιλήσει με γλώσσα πιο κοντινή στην αλήθεια μας. Αλλιώς, θα υπάρχουν πάντα τα παγκόσμια, κλασικά αριστουργήματα και, φυσικά, τα social media. Εκεί να δεις, Ανδριάνα μου, λιλικισμούς…Με το κουτάλι!

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο