Για ένα θέμα που πρωτοστατεί στη δημοσιότητα με διάφορες αφορμές εδώ και δεκαετίες, η πραγματική ιστορική έρευνα παραμένει περιορισμένη. Σε αντίθεση με τη γειτονική Ιταλία όπου η ιστορική διαδρομής της ένοπλης πολιτικής βίας έχει αποτυπωθεί σε πλήθος ιστορικών ερευνών και ντοκουμέντων, που συχνά αντιπροσωπεύουν και «εκ των έσω» μαρτυρίες, και που φτάνουν ως προς τη λεπτομέρεια ακόμη και στην αναλυτική ιστοριογράφηση π.χ. συγκεκριμένων «κολώνων» των Ερυθρών Ταξιαρχιών, στην Ελλάδα η αντίστοιχη βιβλιογραφική παραγωγή είναι πιο περιορισμένη.

Η διαφορά αυτή δεν αντανακλά μόνο τη μεγάλη διαφορά κλίμακας, εφόσον στην Ιταλία μιλάμε για μια ιστορικών διαστάσεων πολιτική περιπέτεια που ενέπλεξε αρκετές χιλιάδες ανθρώπους, όσο και τη διαφορετική προσέγγιση.

Στην Ελλάδα οι δικαστικές διαδικασίες ξεκίνησαν αρκετές πάνω από 20 χρόνια μετά τις αντίστοιχες ιταλικές, τυπικά και με βάση τα αδικήματα για συμμετοχή  διατηρούν ενεργό το ενδεχόμενο δίωξης για όσους δεν εντοπίστηκαν ή συνελήφθησαν και ο συνδυασμός με την ύπαρξη επόμενων γενεών ένοπλης δράσης, έστω και με διαφορετικό πολιτικό πρόσημο δεν επιτρέπει εύκολα την αποτύπωση μαρτυριών.

Αυτό, όμως, δεν αναιρεί το γεγονός ότι στην Ελλάδα υπήρξε ένα μειοψηφικό αλλά υπαρκτό ρεύμα ένοπλης πολιτικής βίας στη Μεταπολίτευση, σε μια άνιση και αντιφατική σχέση με ένα ευρύτερο κλίμα πολιτικού και κοινωνικού ριζοσπαστισμού.

Η αναζήτηση μιας άλλη μεταπολίτευσης

Παρότι στα κείμενα των οργανώσεων μπορεί κανείς να συναντήσει τις αναφορές στον ΕΛΑΣ ή το ΔΣΕ ως προσπάθεια σύνδεσης με την Εθνική Αντίσταση και τον Εμφύλιο και παρά την αναπόφευκτη φόρτιση που είχε η επικοινωνία με παλιούς αντάρτες ή η –ακόμη προφορική τότε κατά βάση– ιστορία των πρακτικών της ΟΠΛΑ ή της «Στενής Αυτοάμυνας», ήταν κυρίως η περίοδος της αντιδικτατορικής πάλης στο φόντο ενός ευρύτερου κλίματος ριζοσπαστισμού που ερχόταν από το «παγκόσμιο 1968» που τροφοδότησε το ελληνικό «αντάρτικο πόλης».

Αυτό αποτυπώθηκε και στον τρόπο που τουλάχιστον σε μια πρώτη φάση θα αντιμετωπιστεί η δράση κυρίως μια μορφή «ένοπλης προπαγάνδας» σε σύνδεση με ριζοσπαστικά κινήματα είτε στο χώρο της νεολαίας είτε των εργαζομένων.

Ωστόσο, η ιδέα ενός αυτόνομου μαζικού επαναστατικού κινήματος που θα συνδυάζει νόμιμη και παράνομη δράση δεν θα μπορέσει να ευοδωθεί ως προς τη μαζικότητα. Οι μαζικές οργανώσεις της κομμουνιστικής αριστεράς, το ΠΑΣΟΚ, αλλά και οι οργανώσεις της πολυκατακερματισμένης επαναστατικής αριστεράς θα αποδειχθούν πολύ πιο αποτελεσματικές στη συσπείρωση όλων εκείνων των ανθρώπων που διεκδικούσαν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, τη δικαίωση των ηττημένων του Εμφυλίου.

Αυτό δεν σημαίνει ότι και οι οργανώσεις της ένοπλης πολιτικής βίας δεν είχαν επίσης κάποια απήχηση ότι δεν μπορούσαν να «επικοινωνούν» με ένα ευρύτερο δυναμικό ή να εισπράττουν διάφορους βαθμούς αλληλεγγύης. Ας μην ξεχνάμε ότι ιδίως στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια πράξεις όπως οι δολοφονίες βασανιστών της Χούντας όπως ο Μάλλιος ή ο Μπάμπαλης έτυχαν μάλλον ευμενούς αντιμετώπισης από σημαντικό τμήμα της κοινής γνώμης που είχε δει με απογοήτευση την ατιμωρησία μεγάλου μέρους του προσωπικού της δικτατορίας. Όμως, σε κανένα βαθμό δεν αντιπροσώπευαν την «πρωτοπορία» ενός ευρύτερου κινήματος όπως ευελπιστούσαν.

Η διαλεκτική της ήττας

Όταν η Ροσάνα Ροσάντα, το 1978 και εν μέσω της απαγωγής Μόρο, είχε χρησιμοποιήσει την περίφημη μεταφορά της «οικογενειακής φωτογραφίας», δεν είχε ως σκοπό να υπογραμμίσει με «αστυνομικό» τρόπο τη συσχέτιση ανάμεσα στις Ερυθρές Ταξιαρχίες και την κομμουνιστική αριστερά. Σκοπός ήταν υπογραμμίσει ότι η αντίληψη του κράτους και του ρόλου της Χριστιανοδημοκρατίας που είχαν οι ερυθροταξιαρχίτες δεν απείχε από τα απλουστευτικά σχήματα του κομμουνιστικού κόμματος στη δεκαετία του 1950. Και το είχε κάνει ακριβώς για να υποδείξει την αδυναμία να διατυπωθεί μια στρατηγική που θα αποδομούσε το κοινωνικό μπλοκ γύρω από τη Χριστιανοδημοκρατία.

Με αυτόν τρόπο έμμεσα η Ροσάντα υπογράμμιζε ένα πραγματικό πρόβλημα. Η μαζικοποίηση της ένοπλης πολιτικής βίας στην Ιταλία αντανακλούσε ταυτόχρονα και την ιστορική αποτυχία της Αριστεράς να μπορέσει να αποδομήσει αποτελεσματικά το καθεστώς που είχε στο κέντρο του τη Χριστιανοδημοκρατία και να πυροδοτήσει μια δυναμική κοινωνικής αλλαγής. Ούτε είναι τυχαίο ότι στην Ιταλία η μεγάλη μαζικοποίηση των ένοπλων οργανώσεων έγινε ακριβώς τη στιγμή που οι «νόμιμες» οργανώσεις, είτε το ΙΚΚ είτε οι μεγάλες οργανώσεις της άκρας αριστεράς φτάνουν στο στρατηγικό τους όριο και ένα μεγάλο εργατικό και νεολαΐστικο κίνημα, αυτό του 1977, έμενε χωρίς προοπτική. Ήταν με έναν τρόπο μια αδιέξοδη απάντηση σε ένα ούτως ή άλλως πολιτικό αδιέξοδο.

Η ίδια η εκτέλεση Μόρο το συγκεφαλαίωσε. Η απαγωγή υποτίθεται ότι θα χτυπούσε «την καρδιά του κράτους» (παρότι αυτό είναι πολύ πιο σύνθετο) και θα αποτελούσε εν τέλει «πολιτική αναγνώριση», αυτή δεν έρχεται, εν μέρει και από μια πολιτική ετοιμότητα της ηγεσίας της Χριστιανοδημοκρατίας να μη διστάσει ακόμη και να «θυσιάσει» τον Μόρο. Η οργάνωση επιμένοντας στη λογική ότι πρέπει να δείξει «επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα», αντί να επιλέξει την απελευθέρωση σε συνδυασμό με τη δημοσιοποίηση όσων είχε πει ο Μόρο στη διάρκεια της κράτησης, προχωρά στην εκτέλεση.

Στην Ελλάδα, εάν κοιτάξει όσα θραύσματα ιστορίας έχουμε για την εξέλιξη του αντίστοιχου φαινομένου, είναι εμφανές ότι οι οργανώσεις ένοπλης πολιτικής βίας περνούν μια ανάλογη φάση κρίσης παραμονές των εκλογών του 1981, φαινόμενο που καταγράφεται και σε άλλα ρεύματα της αριστεράς, ιδίως στην εξωκοινοβουλευτική. Η ανασυγκρότηση της 17Ν στη συνέχεια έχει λιγότερο το χαρακτήρα της «ένοπλης πρωτοπορίας» ενός ευρύτερου κινήματος και περισσότερο αυτό της «ένοπλης υποκατάστασης», που τροφοδοτείται από ένα κλίμα απογοήτευσης από τα στρατηγικά αδιέξοδα προηγούμενων εκδοχών ριζοσπαστικής πολιτικής δράσης. Με έναν τρόπο πλέον η ένοπλη πολιτική βία, όπως και στην Ιταλία λίγο νωρίτερα, δεν τροφοδοτείται πια από ένα κλίμα αγωνιστικής ανάτασης όσο από ένα κλίμα αποκαρδίωσης και την ανάγκη «κάτι να γίνει». Αυτό αποτυπώνεται κάποιες φορές και στα χαρακτηριστικά των ανθρώπων που κάνουν την επιλογή να περάσουν στην ένοπλη πάλη. Μεγαλύτερη αποφασιστικότητα αλλά όχι απαραίτητα εκείνη πολιτική συγκρότηση που χαρακτήρισε άλλες γενιές.

Ακόμη και η «απήχηση» που μπορεί να είχαν ενέργειες αφορούσε μια εξωτερική σχέση, που με έναν παράξενο τρόπο θύμιζε την εξωτερική σχέση των παραδοσιακών κομμάτων με τους ψηφοφόρους τους. Ακόμη χειρότερα και εδώ η επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα υποκατέστησε την όποια μεσοπρόθεσμη πολιτική στοχοθεσία, ανεξαρτήτως προθέσεων ή εκτίμησης. Και βέβαια η λογική της «παρέμβασης στις πολιτικές εξελίξεις» οδήγησε και σε επιλογές όπως η δολοφονία Μπακογιάννη που θα προκαλέσει πολύ αρνητικές αντιδράσεις ακόμη και σε εκείνο το τμήμα της κοινής γνώμης που μπορεί να έβλεπε και σχετικά ευμενώς άλλες πράξεις.

Αυτή η αίσθηση αποσύνδεσης ανάμεσα στην «ένοπλη πρωτοπορία» και μαζικές πολιτικές διεργασίες και δυναμικές εξηγεί το γιατί σταδιακά περνούν σε μια φάση κρίσης. Ο ΕΛΑ διακόπτει τη δράση του και η 17Ν συνεχίζει όχι όμως στους ίδιους ρυθμούς. Όταν έρθει η ώρα της σύλληψης, η στάση αρκετών εκ των συλληφθέντων θα αποτυπώνει ότι ο βαθμός εμπιστοσύνης στο ότι εκπροσωπούν μια ιστορική δυναμική θα έχει υποχωρήσει.

Ένα πολιτικό φαινόμενο

Στη δημόσια αντιπαράθεση συχνά κυριάρχησε η προσπάθεια να κατοχυρωθεί ότι είχαμε να κάνουμε κατά βάση με οργανώσεις που επιδόθηκαν σε μια δολοφονική και εγκληματική δραστηριότητα η οποία τρομοκράτησε την κοινωνία και που ως εκ τούτου μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο υπό το πρίσμα μιας δίκαιης και αρκούντως αυστηρής τιμωρίας τους. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί επαρκής ερμηνεία του φαινομένου η συσχέτισή του με ένα υποτιθέμενο κλίμα ή παράδοση «ανομίας» στην ελληνική κοινωνία. Δεν είναι τυχαίο ότι μια τέτοια προσέγγιση επιμένει σήμερα να θεωρεί θεμιτή την επίδειξη «αποφασιστικότητας» ακόμη και αυτή που μπορεί να οδηγήσει σε θάνατο απεργού πείνας.

Μόνο που μια τέτοια προσέγγιση υποτιμά τα πολιτικά χαρακτηριστικά του φαινομένου. Τη σύνδεσή του με πολιτικές παραδόσεις, κουλτούρες και λογικές. Τον τρόπο που όσοι ενεπλάκησαν σε αυτή την περιπέτεια μπορεί να είναι ταυτόχρονα υπεύθυνοι για τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκαν αλλά και φορείς ενός ευρύτερου αξιακού πλαίσιου που εξηγεί και μορφές ψυχικού σθένους που δεν συνάδουν με τον χαρακτηρισμό τους ως απλώς «δολοφόνων». Την πολλαπλή και όχι μονοσήμαντη πρόσληψη των πράξεών τους από μια κοινωνία που διαπερνάται, ακόμη, από διαιρετικές γραμμές.

Κυρίως, όμως, μια τέτοια προσέγγιση αδυνατεί να κατανοήσει γιατί μπορεί να επανεμφανιστούν τέτοιες πρακτικές, τροφοδοτημένες όχι μόνο από στρατηγικά αδιέξοδα, αλλά και από ένα αίσθημα απόγνωσης απέναντι σε πολιτικές που φαντάζουν ότι παροξύνουν την κοινωνική αδικία και την κρατική βαναυσότητα, που δεν μπορεί να μετασχηματιστεί σε πολιτική δράση.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο