Από τα πρώτα κιόλας πλάνα η νοσταλγία σε τραβάει από το μανίκι. Ενα πικάπ (για τους κάτω των 30 ετών μουσειακό αντικείμενο), ένας δίσκος 33 στροφών, η φωνή της Βέμπο που τραγουδά για μια «Καινούργια ζωή». Σε δύο παράλληλα σκηνικά που «μυρίζουν» αναμνήσεις, η Μάρω Κοντού και ο Γιώργος Κωνσταντίνου ετοιμάζονται. Με εκείνη την προσήλωση  που χαρακτηρίζει αυτούς που διατηρούν τις μικρές ιεροτελεστίες της καθημερινότητας. Το φόρεμα, το κοστούμι, η ασορτί γραβάτα, το ταιριαστό μαντίλι. Το επόμενο πρωί ντύνονται με φροντίδα (και κάτι σαν υποφώσκουσα τρυφερότητα), λες και πρόκειται να συναντήσουν έναν παλιό έρωτα. Ή μια «καινούργια ζωή». Πριν φύγει από το σπίτι ο Κωνσταντίνου ψάχνει «το καπελάκι του» – όχι, τη μάσκα του. Και τότε, αναδύεται η δύναμη της μυθολογίας του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Ο «Αντωνάκης» και η «Ελενίτσα» από την ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα» σαν να διέτρεξαν σε μια στιγμή την απόσταση από τη μικροαστική γειτονιά του 1965 έως τη σύγχρονη Αθήνα του κορωνοϊού. Και έδωσαν ραντεβού για εμβολιασμό.

Το σποτ του υπουργείου Υγείας «Το ραντεβού» με τους δύο αγαπημένους πρωταγωνιστές (από την εταιρεία παραγωγής Stefi και με την υπογραφή του Χρήστου Κανάκη) είναι από τις λίγες περιπτώσεις, τα τελευταία χρόνια, που ενώνουν το μεγάλο διαδικτυακό και τηλεοπτικό κοινό. Σε όλους άρεσε, όλους τους γλύκανε, όλους τους γύρισε πίσω, σε μια εποχή που αναπολούν. Ως παυσίλυπον. Επιβεβαιώνοντας, κατά κάποιον τρόπον, όσους ισχυρίζονται ότι η ευτυχία δεν είναι κάτι που βιώνεις αλλά κάτι που θυμάσαι. Ακόμη και αν δεν το έχεις ζήσει. Οπως συμβαίνει με τις ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Το ζεύγος «Κοκοβίκου» (οι πιο δημοφιλείς ίσως κινηματογραφικοί ήρωες μαζί με τη μαθήτρια Βουγιουκλάκη) μέσα σε αυτά τα 56 χρόνια είναι σαν να μεγάλωσαν μαζί μας. Διατηρώντας συγχρόνως και τα χαρακτηριστικά της εποχής τους. Των λεγόμενων, σήμερα, sixties. Που δεν περιορίζονταν στο όνειρο της μετακόμισης από την «αυλή» σε ένα διαμέρισμα, αλλά επεκτείνονται σε μια άλλου είδους μετάβαση που θα μας έβγαζε από τη βαλκανική μας εσωστρέφεια. Ηταν τότε που το μέλλον δεν μπορούσε παρά να είναι πολύ καλύτερο από το παρόν.

Ανθρωποι που ζούσαν και ζουν ανάμεσά μας

Ο «Αντωνάκης» και η «Ελενίτσα», τρία χρόνια πριν συναντηθούν μπροστά στην κάμερα του Γιώργου Τζαβέλλα, είχαν πρωτοβρεθεί στη σκηνή του θεάτρου Μετροπόλιταν, στην «Οδό ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι, μία από τις πιο σημαντικές παραστάσεις στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου. «Οταν μας φώναξε τότε ο Τζαβέλλας» θυμάται σήμερα ο Γιώργος Κωνσταντίνου «ούτε πιστεύαμε ούτε φανταζόμασταν αυτό που θα γινόταν με την ταινία. Και πρέπει να πω ότι, τη χρονιά που βγήκε στις αίθουσες, δεν έκανε μεγάλη επιτυχία. Οι επαναλήψεις στην τηλεόραση την καθιέρωσαν». Και τι είναι, κατά τη γνώμη του, αυτό που την έκανε διαχρονική; «Η αλήθεια της. Είναι ένα αληθοφανές οικογενειακό δράμα. Οι χαρακτήρες μπορεί να παρουσιάζονται στην υπερβολή τους, αλλά είναι αληθινοί. Ανθρωποι που ζούσαν και ζουν ακόμη ανάμεσά μας. Ας μην ξεχνούμε εξάλλου ότι οι ταινίες του Τζαβέλα είχαν πολλά στοιχεία νεορεαλισμού».

«Θεωρώ ότι ο Τζαβέλλας, ως σκηνοθέτης αλλά και σεναριογράφος της ταινίας, έπιασε τον ρυθμό της Ελλάδας εκείνης της εποχής. Τα ταμπού και τις προκαταλήψεις της» μας λέει η Μάρω Κοντού με αφορμή το σποτ που παραπέμπει στο «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα». «Ξέρετε, «παράνομα» ζευγάρια, όπως η «Ελένη» και ο «Αντωνάκης», υπήρχαν αρκετά τότε στη χώρα μας. Από αυτή την άποψη η ταινία ήταν τολμηρή γιατί έθεσε ανοιχτά το θέμα. Κατά τα άλλα, πιστεύω ότι η διαχρονικότητά της οφείλεται στον μύθο της και στη νοοτροπία του μεγαλύτερου ποσοστού των Ελλήνων. Που είναι περισσότερο του «πρέπει» ενώ τα «θέλω» τους τα αφήνουν πιο πίσω. Βέβαια, έχουν αλλάξει πολλά από τότε, αλλά κάποιες νοοτροπίες είναι πολύ βαθιά ριζωμένες».

Η αλήθεια είναι ότι ο Γιώργος Τζαβέλλας στις δώδεκα ταινίες που έκανε όλες κι όλες (ανάμεσά τους ο «Μεθύστακας», η «Κάλπικη λίρα», το «Μια ζωή την έχουμε») όχι μόνο συντονίστηκε με τον σφυγμό της εποχής του αλλά δούλεψε με εξαιρετική μαεστρία τους χαρακτήρες αναδεικνύοντας το πολυδιάστατο της ανθρώπινης ψυχής. Οι «κακοί» αγωνιούν να κρύψουν την καλοσύνη τους, οι «καλοί» κακιώνουν, οι «σκληροί» μαλακώνουν, οι «αμαρτωλοί» έχουν ενοχές, οι «ρομαντικοί» γίνονται ενίοτε κυνικοί ή το αντίθετο. Ισως γι’ αυτό τους αγαπάμε, τους θεωρούμε κάπως σαν συγγενείς μας.

Η Κάρεν Μπλίξεν μιλώντας για τη νοσταλγία έλεγε ότι όπου κι αν βρίσκεται, αναρωτιέται πάντα αν βρέχει στον Νγκονγκ. Νομίζω πως έτσι κι εμείς, όταν βλέπουμε στο σποτ του υπουργείου Υγείας να συναντιούνται υπό βροχή η Μάρω Κοντού και ο Γιώργος Κωνσταντίνου στη Διονυσίου Αεροπαγίτου, κάπου μέσα μας αναρωτιόμαστε αν μπάζει νερά το σπιτάκι του «Αντωνάκη» και της «Ελενίτσας» (ιδιοκτησίας «Ξι Παπαμήτρου») κι αν έχει χαλάσει ο «θερμοσίφουνας».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο