Ρώσος πρώην δημοσιογράφος που κρατείται εδώ και επτά μήνες στις φυλακές της χώρας με κατηγορίες «προδοσίας» περιγράφει μια καφκική νομική διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας δεν έχει ενημερωθεί καν για το ουσιαστικό περιεχόμενο των κατηγοριών εναντίον του, καθώς θεωρούνται… απόρρητες.

Σε συνέντευξή που παραχώρησε από τη φυλακή, υποστηρίζει ότι έχουν καλέσει την οικογένειά του ως μάρτυρες στην υπόθεση, προκειμένου να τον απομονώσουν και επομένως να τον πιέσουν να δηλώσει ένοχος. «Κανείς δεν πρέπει να ακούσει τη φωνή μου -αποτελεί απειλή για την εθνική ασφάλεια και τίποτα λιγότερο», εξηγεί στα πρώτα του εκτεταμένα σχόλια μετά τη σύλληψή του, που δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα Kommersant.

Ο Σαφρόνοφ, πρώην δημοσιογράφος με ειδίκευση σε θέματα ειδικής άμυνας στις εφημερίδες Kommersant και Vedomosti, συνελήφθη τον Ιούλιο στο πλαίσιο της πρώτης υπόθεσης εσχάτης προδοσίας με κατηγορούμενο δημοσιογράφο που έχει καταγραφεί στη χώρα μετά το 2001. Οι υποθέσεις προδοσίας έχουν πενταπλασιαστεί στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας στη Ρωσία, σε μια τάση που οι ντόπιοι αποκαλούν «επιστροφή του συνδρόμου καταδίωξης»,

«Μου λένε ότι το 2017 διέπραξα ένα έγκλημα, όμως δεν μου λένε τι ήταν αυτό που έκανα», τονίζει ο πρώην δημοσιογράφος. «Υπονοούν ότι θυμάμαι τι έκανα. Πέρασα τρεις μήνες ανακρίνοντας τον εαυτό μου και δεν μπορώ να θυμηθώ κανένα έγκλημα».

Οι πρώτες επίσημες λεπτομέρειες για την υπόθεση δημοσιεύθηκαν στο πλαίσιο ανακοίνωσης λίγο καιρό μετά τη σύλληψή του, οι οποίες τον κατηγορούσαν ότι εργαζόταν για υπηρεσία πληροφοριών του ΝΑΤΟ, με στόχο «τη συλλογή και τη διακίνηση πληροφοριών για στρατιωτικές και τεχνικές συνεργασίες, αλλά και για την άμυνα και την ασφάλεια της Ρωσίας».

Σύμφωνα με δημοσιεύματα του ρωσικού τύπου, οι ερευνητές πιστεύουν ότι ο Σαφρόνοφ διέρρεε απόρρητες πληροφορίες σε τσέχο μυστικό πράκτορα, που προσποιούνταν ότι εργαζόταν στη Μόσχα ως δημοσιογράφος σε εφημερίδα.

Στη συνέντευξη, ο Σαφρόνοφ παραδέχεται ότι γνώριζε τον δημοσιογράφο και ότι είχε γράψει αναλύσεις για ένα ειδησεογραφικό πρακτορείο που είχε ιδρύσει, όμως τόνισε ότι ποτέ δεν του αποκάλυψε απόρρητες πληροφορίες και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν ο άνδρας ήταν πράγματι κατάσκοπος, όπως ισχυρίζεται η ρωσική FSB.

«Η έρευνα με αντιμετωπίζει ως τσέχο κατάσκοπο», είπε, επισημαίνοντας ότι είχε ενημερωθεί για αυτά τα στοιχεία της υπόθεσης μόνο μέσω της δημόσιας ανακοίνωσης. «Έχω ζητήσει από τους ερευνητές να μου παρουσιάσουν τα μηνύματα στα οποία στηρίζονται οι εις βάρος μου κατηγορίες, όμως δεν μου έχουν δείξει τίποτα».

Πρώην συνάδελφοι του Σαφρόνοφ από την Kommersant αποκαλούν «παράλογες» τις εις βάρος του κατηγορίες, ενώ αναφέρουν ότι είναι πιθανό να τιμωρείται επειδή κάλυπτε ευαίσθητα ζητήματα. Ο πατέρας του, ο οποίος κάλυπτε στρατιωτικά θέματα για την ίδια εφημερίδα, είχε επίσης αντιμετωπίσει διώξεις από τις ρωσικές μυστικές υπηρεσίες για άρθρα του που αποκάλυπταν προβλήματα στα ρωσικά εξοπλιστικά προγράμματα και τις διεθνείς αγοραπωλησίες τους. Ο θάνατός του, το 2007, μετά από πτώση από παράθυρο πολυκατοικίας, χαρακτηρίστηκε αυτοκτονία.

Στα σχόλιά του, ο Σαφρόνοφ αναφέρθηκε στον αυξανόμενο αριθμό υποθέσεων προδοσίας στη χώρα.

«Πίστευα ποτέ ότι οι επαφές μου με ξένους πολίτες θα γίνονταν η βάση για την ποινική μου δίωξη; Όχι», σημείωσε. «Όμως βλέποντας τον αριθμό τέτοιων υποθέσεων να αυξάνεται σε όλη τη χώρα, όπως και πολλοί άλλοι δημοσιογράφοι, αστειευόμουν συχνά ότι πάντα υπήρχε αυτό το ενδεχόμενο».

Θυμάται να λέει για πλάκα ότι αν μια γυναίκα που έγραψε σε έναν φίλο της δύο μηνύματα για ένα τρένο που μεταφέρει στρατιωτικό εξοπλισμό καταδικάστηκε σε επτά χρόνια κάθειρξης (αργότερα η γυναίκα αθωώθηκε), τότε ποια ποινή θα λάμβαναν οι ρεπόρτερ που κάλυπταν στρατιωτικές ειδήσεις; «Μάλλον δεν έπρεπε να αστειεύομαι και τόσο», διαπίστωσε.

Με πληροφορίες από Guardian

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο