Από τον Έμπολα και τον HIV μέχρι την ογκοκοκκίαση, ο αμερικανικός φαρμακευτικός κολοσσός Merck ήταν πάντα στην πρώτη γραμμή των μεγαλύτερων υγειονομικών προκλήσεων της πρόσφατης ιστορίας.

Επομένως, όταν η εταιρεία ανακοίνωσε τον Μάιο ότι θα έμπαινε αργά στον αγώνα δρόμου για τα εμβόλια κοροναϊού, αρκετοί ήταν εκείνοι που πίστεψαν ότι θα νικούσε. Ακόμη και αν δεν ήταν η πρώτη που θα ανέπτυσσε αποτελεσματικό εμβόλιο, υποστήριζαν ορισμένοι, η τεχνογνωσία της δεύτερης μεγαλύτερης κατασκευάστριας εμβολίων του πλανήτη είχε μεγάλες πιθανότητες να παράγει το καλύτερο εμβόλιο –και να το κάνει γρήγορα.

Όμως τον περασμένο μήνα, η Merck ανακοίνωσε ότι αποχωρεί από τον ανταγωνισμό, αφού οι προκαταρκτικές μελέτες για τα δύο εμβόλιά της αποδείχθηκαν ανεπιτυχείς. Τώρα, η εταιρεία δοκιμάζει δύο πειραματικά φάρμακα για τον κοροναϊό, ενώ παράλληλα αναζητά τρόπους να βοηθήσει τους ανταγωνιστές της να προμηθεύσουν τον πλανήτη με τις πολύτιμες δόσεις.

«Βρισκόμαστε σε τακτικές συζητήσεις με τις κυβερνήσεις και με τις υγειονομικές αρχές, με τους κορυφαίους ειδικούς γύρω από το ζήτημα», εξήγησε στους Times της Νέας Υόρκης ο Μάικλ Τ. Νάλι, επικεφαλής marketing της εταιρείας. Όπως τονίζει πλέον η Merck ψάχνει τους καλύτερους τρόπους να βοηθήσει την κατάσταση.

Προς το παρόν δεν είναι γνωστό με ποιες κυβερνήσεις θα συνεργαστεί, ούτε ακριβώς με ποιον τρόπο θα βοηθήσει. Όμως ως μια από τις μεγαλύτερες κατασκευάστριες εμβολίων, διαθέτει εργοστάσια προηγμένης τεχνολογίας, ενώ διαθέτει και αποθέματα φιαλιδίων.

Οι δηλώσεις του Νάλι έρχονται μετά από εβδομάδες εκκλήσεων προς τη Merck να βοηθήσει στην εμβολιαστική προσπάθεια, καθώς μέχρι στιγμής η περιορισμένη προσφορά αδυνατεί να καλύψει έστω και ένα μικρό μέρος της τεράστιας ζήτησης, ενώ παράλληλα νέες μεταλλάξεις απειλούν να αχρηστεύσουν τα ήδη υπάρχοντα εμβόλια.

Αξιωματούχοι τόσο της κυβέρνησης Τραμπ όσο και της κυβέρνησης Μπάιντεν έχουν σκεφτεί να επιτάξουν εγκαταστάσεις της εταιρείας για την επιτάχυνση της παραγωγής των εμβολίων της Pfizer και της Johnson&Johnson.

Η Merck επεξεργάζεται μια σειρά από εναλλακτικά σενάρια, τόσο για τις ΗΠΑ όσο και για τον υπόλοιπο πλανήτη, όμως ενδέχεται να μεσολαβήσουν ολόκληροι μήνες μέχρι να αναλάβει δράση, δεδομένων και των δυσκολιών στη διαδικασία παραγωγής. Για τις ΗΠΑ, αυτό μπορεί να μεταφραστεί σε ενίσχυση του αριθμού των δόσεων στη συνέχεια της χρονιάς ή την προμήθεια booster των εμβολίων που θα χρειαστούν για την αντιμετώπιση και των νέων μεταλλάξεων. Γα άλλες χώρες που δεν διαθέτουν μέχρι στιγμής αρκετές δόσεις για να εμβολιάσουν τους πληθυσμούς τους, η βοήθεια της Merck μπορεί να αποδειχθεί ακόμη πιο πολύτιμη.

Αυτή τη στιγμή, πάντως, η Merck, που είχε έσοδα $8,3 δισεκατομμυρίων από τα εμβόλιά της στη διάρκεια του 2020, χάνοντας την πρώτη θέση στον κόσμο μόνο από την GlaxoSmithKline, δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στη μεγαλύτερη υγειονομική κρίση του αιώνα μας. Οι προβολείς, αντ’ αυτής, πέφτουν σε έναν από τους μεγαλύτερους ανταγωνιστές της, την Pfizer και σε μια νέα είσοδο, την Moderna, που κατάφεραν να αναπτύξουν δυο πολύ αποτελεσματικά εμβόλια σε χρόνο-ρεκόρ, χάρη στη νέα τεχνολογία του mRNA.

Γιατί καθυστέρησε τόσο;

«Έχει μεγάλο ενδιαφέρον να μάθουμε τι σχεδιάζει για τη συνέχεια η Merck», τονίζει ο Ρόνι Γκαλ, φαρμακευτικός αναλυτής για την εταιρεία Bernstein της Wall Street, μιλώντας στους Times της Νέας Υόρκης, σημειώνοντας ότι  εταιρεία έχει παραδεχτεί πως δεν διαθέτει τεχνολογία ικανή να ανταγωνιστεί τις νεότερες μεθόδους του mRNA. «Και από τη στιγμή που πρόκειται για μια τεράστια κατασκευάστρια εμβολίων, θα έλεγε κανείς ότι είναι αναγκασμένοι να κάνουν κάτι».

Σύμφωνα με τους ειδικούς, η καθυστέρηση αυτή εξηγείται με πολλούς τρόπους. Οι αρχικές συζητήσεις της εταιρείας για συνεργασία με το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης απέτυχαν, με τους πανεπιστημιακούς ερευνητές να επιλέγουν την AstraZeneca. Και η Moderna επέλεξε να μην συνεργαστεί με καμία μεγάλη φαρμακευτική για την παραγωγή του εμβολίου της, παρά το γεγονός ότι στο παρελθόν είχε συνεργαστεί με την Merck. (Ωστόσο τότε, η Merck έχει εκμεταλλευτεί την επιτυχία της Moderna, πουλώντας τις μετοχές που διέθετε στην μικρότερη εταιρεία όταν η αξία τους είχε φτάσει σε κορύφωση).

Επίσης η Merck ενδέχεται να ήταν και απλώς… άτυχη, καθώς η ανάπτυξη εμβολίων είναι μια διαδικασία που σε μεγάλο βαθμό παραμένει απρόβλεπτη. Η Sanofi και η GlaxoSmithKline, δυο ακόμη κολοσσοί που έχουν συνάψει μεταξύ τους συνεργασία για την παραγωγή εμβολίου για τον κοροναϊό, εντέλει διαπίστωσαν ότι το προϊόν τους δεν ήταν αποτελεσματικό.

Η Merck ιδρύθηκε το 1891 και παράγει εμβόλια εδώ και περισσότερα από 100 χρόνια. Ανάμεσα στις μεγαλύτερες επιτυχίες της ανήκουν και ορισμένα από τα πλέον διαδεδομένα εμβόλια όπως αυτά για την παρωτίτιδα, την ηπατίτιδα Α και την ανεμοβλογιά. Το 2019, έγινε η πρώτη εταιρεία που κέρδισε την έγκριση του Αμερικανικού Οργανισμού Φαρμάκων και Τροφίμων για εμβόλιο κατά του Έμπολα.

Όμως όταν ο κοροναϊός άρχισε να εξαπλώνεται στον πλανήτη, η εταιρεία άργησε να ανακοινώσει σχέδια για ανάπτυξη εμβολίων. Όταν το έκανε, άλλες εταιρείες είχαν προλάβει να ξεκινήσουν ακόμη και τις προκαταρκτικές κλινικές δοκιμές τους.

Ωστόσο, η πιθανότητά της να νικήσει δεν εξαρτιόταν μόνο από τον χρόνο, αλλά και από την αποτελεσματικότητα. Και τα δύο υποψήφια εμβόλια που ανακοίνωσε, φαίνονταν αρχικά πολύ υποσχόμενα. Το ένα εξ αυτών, που αναπτύχθηκε σε συνεργασία με τη Διεθνή Πρωτοβουλία για το Εμβόλιο του AIDS, θα στηριζόταν στην ίδια τεχνολογία με το επιτυχές εμβόλιο για τον Έμπολα, βασισμένο σε έναν άκακο ιό των οικόσιτων ζώων. Το άλλο, που αποκτήθηκε μέσω της Themis Bioscience, στηρίχτηκε σε ένα παλιότερο εμβόλιο για την ιλαρά.

Και τα δύο εμβόλια θα δοκιμάζονταν με μία μόνο δόση, ενώ η εταιρεία θα προσπαθούσε να πειραματιστεί και με την πόσιμη μορφή του ενός εκ των δύο. Αν πετύχαιναν, και οι δύο προσπάθειες θα της χάριζαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, ειδικά για την αγορά των αναπτυσσόμενων χωρών.

Σε συνεντεύξεις τους, οι CEO της εταιρείας έμοιαζαν να μην ανησυχούν για την ταχύτητα των δοκιμών τους, με τον μεν επικεφαλής της να υποστηρίζει τον Ιούλιο ότι δεν είναι σωστό οι εταιρείες να μιλούν για αποτελεσματικό εμβόλιο μέχρι το τέλος του 2020, και τον δε αντιπρόεδρο για τις κλινικές μελέτες εμβολίων και λοιμωδών νοσημάτων, τον ελληνοαμερικανό Δρ. Νικόλα Καρτσώνη, να δηλώνει τον Αύγουστο ότι η θέση της εταιρείας στην παγκόσμια αγορά εμβολίων της δίνει την πολυτέλεια του χρόνου.

Τελικά, βέβαια, και οι δύο προβλέψεις διαψεύσθηκαν, με τα εμβόλια της Pfizer και της Moderna όχι μόνο να αποδεικνύονται ασφαλή, αλλά να είναι και τόσο αποτελεσματικά ώστε να θέτουν πολύ ψηλά τον πήχη για τις επόμενες απόπειρες. Έτσι, τον περασμένο μήνα, η Merck ανακοίνωσε ότι τα εμβόλιά της ήταν μεν ασφαλή βάσει των προκαταρκτικών δοκιμών, αλλά οι ανοσολογικές αντιδράσεις που προκαλούσαν δεν μπορούσαν να συγκριθούν με τα εμβόλια που έχουν ήδη λάβει την έγκριση.

Τώρα, η εταιρεία στρέφει την προσοχή της στην ανάπτυξη δύο φαρμάκων που θα αντιμετωπίζουν τη λοίμωξη. Και τα δύο βρίσκονται σε στάδιο κλινικών δοκιμών και τα αποτελέσματά τους αναμένεται να ανακοινωθούν σύντομα. Τον Δεκέμβριο, ο κολοσσός ανακοίνωσε συμφωνία $356 εκατ. για να παρέχει στις ΗΠΑ 100.000 δόσεις ενός εξ αυτών, του φαρμάκου ΜΚ-7110 που επιδρά στο ανοσοποιητικό σύστημα, σε περίπτωση που αυτό αποδειχθεί αποτελεσματικό.

Οι ειδικοί σε ζητήματα δημόσιας υγείας εδώ και καιρό μιλούν για την ανάγκη για αποτελεσματικά φάρμακα, καθώς ακόμη και αν όλος ο πλανήτης εμβολιαζόταν, είναι πιθανό τα εμβόλια να μην αποδεικνύονταν εξίσου αποτελεσματικά για όλους. Επομένως, οι θεραπείες θα εξακολουθούσαν να είναι αναγκαίες.

Ωστόσο, πολλοί είναι εκείνοι που πιστεύουν ότι η εταιρεία θα έπρεπε να εστιάσει στην ενίσχυση των ήδη υπαρχουσών εμβολιαστικών προσπαθειών, ακολουθώντας το παράδειγμα της Sanofi και της Novartis που έχουν προχωρήσει σε συμφωνίες για τη συσκευασία και εκατομμυρίων δόσεων του εμβολίου της Pfizer/BioNTech, απαντώντας σε ένα από τα βασικότερα προβλήματα για την παραγωγή των πολύτιμων προϊόντων.

Η εταιρεία, πάντως, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να αναλάβει δράση και σε αυτό το πεδίο.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο