Λονδίνο, Άμστερνταμ ή Βερολίνο; Όλες οι ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις αγαπούσαν τα second hand και τα «βιντατζάδικα» πολύ πριν αρχίσουν να ξεπηδούν το ένα μετά το άλλο, πρώτα στο κέντρο και μετά στις γειτονιές της Αθήνας –και έπειτα και στην υπόλοιπη Ελλάδα.

Χρωματιστά, γεμάτα ‘80ς μαξιμαλισμό, πολυτελή μεταξένια, δερμάτινα και μάλλινα ρούχα (αν έχεις όρεξη και κουράγιο να τα ψάξεις διεξοδικά), κέρδισαν γρήγορα την εμπιστοσύνη των καταναλωτών χάρη στις πολύ -συχνά εξωφρενικά πολύ- χαμηλές τιμές τους, αλλά και στο γεγονός πως κάθε τους κομμάτι ήταν μοναδικό. Σε αντίθεση με τα συχνά κατά πολύ ακριβότερα ρούχα των διάφορων αλυσίδων, είναι σχεδόν αδύνατον να πετύχεις στον δρόμο κάποιον που να φορά το ίδιο πουκάμισο που διάλεξες κάποιο απόγευμα από τις κρεμάστρες του Yesterday’s Bread, του Kilo Shop ή του Like Yesterday’s.

Αυτή ακριβώς η μοναδικότητα των κομματιών τους, ένα από τα μεγαλύτερα ανταγωνιστικά τους πλεονεκτήματα σε εποχές «κανονικότητας», τώρα προσθέτει ακόμη μεγαλύτερες δυσκολίες στο ήδη θολό τοπίο της αγοράς εν μέσω πανδημίας. Εκτός των προβλημάτων που αντιμετωπίζει κάθε μικρομεσαία επιχείρηση, που ανέκαθεν επιβίωνε μήνα με το μήνα και δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις εβδομάδες και τους μήνες της υποχρεωτικής αδράνειας, οι ιδιοκτήτες των καταστημάτων με second hand και vintage ενδύματα πρέπει να βρουν τρόπους να χωρέσουν ολόκληρο το ετερόκλητο stock τους στα ολοκαίνουργια e-shops τους, ενώ παράλληλα προσπαθούν να προσαρμοστούν στα διαρκώς… ανανεωμένα μέτρα.

Τρία από τα πιο δημοφιλή βιντατζάδικα της Αθήνας, μιλούν στο in.gr για τις προκλήσεις της πανδημίας, τις ανησυχίες των ίδιων και των πελατών τους και τα πειράματα του click away και click in shop.

Yesterday’s Bread, Καλλιδρομίου 87, Εξάρχεια

Γιώργος Ξένος

Με 24 χρόνια παρουσίας, το Yesterday’s Bread αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι των Εξαρχείων συγκεκριμένα και της Αθήνας γενικότερα. Το stock του περιλαμβάνει τα πάντα: Από εκκεντρικά δερμάτινα μπουφάν, μέχρι κλασικές αθλητικές μάρκες και εμπριμέ φορέματα. Όπως εξηγεί στο in.gr η Δάφνη, αυτού του είδους η ποικιλία μετατράπηκε σε εμπόδιο, όταν τα δύο καταστήματα της εταιρείας αναγκάστηκαν να κάνουν απότομα τη μετάβαση στην… ψηφιακή εποχή.

«Αναγκαστήκαμε, όπως και οι περισσότεροι φαντάζομαι, να φτιάξουμε site σε αυτό το διάστημα», εξηγεί. «Μπήκαμε πολύ γρήγορα σε αυτή τη διαδικασία μέσα από μια πλατφόρμα που σου επιτρέπει να το φτιάξεις μόνος σου. Τώρα προσπαθούμε να το βελτιώσουμε με κάποιον developer. Όμως το δικό μας μαγαζί δεν μπορεί να μεταφέρει όλο του το stock online. Είναι πολύ ακριβή διαδικασία. Μπορεί σε μια μέρα να φωτογραφίσω 100 ρούχα –ή και 200 αν το κάνω επιπόλαια. Αλλά μετά πρέπει να τα μετρήσεις, να τα ανεβάσεις, να εξηγήσεις τις ποιότητες στον πελάτη. Και στις vintage αγορές, οι άνθρωποι που τις προτιμούν δεν είναι βέβαιο ότι θα βρουν πάντα κάτι. Έρχονται να δουν τα πράγματα, και από εκεί και πέρα είναι τυχαίο. Μπορεί μια μέρα να βρεις δέκα ρούχα και την επόμενη να μην βρεις κανένα. Γιατί πάρα πολλοί έρχονται ψάχνοντας κάτι συγκεκριμένο, άλλοι θέλουν να χαζέψουν… Και στο e-shop δεν γίνεται να βάλεις και τα 2.000 ρούχα που έχεις στο μαγαζί. Είναι ανέφικτο. Είναι πάρα πολλά τα πράγματα, δεν είναι ένα προϊόν που μετά καταχωρείς το stock του όπως στα συμβατικά καταστήματα. Εδώ όλα είναι διαφορετικά μεταξύ τους».

Γιώργος Ξένος

Για αντίστοιχους λόγους, ήταν αδύνατον να αξιοποιήσουν και τη δυνατότητα του click away. «Δεν λειτούργησε σχεδόν καθόλου», εξηγεί η Δάφνη. «Ήταν πολύ δύσκολο να σου πει κάποιος «θέλω ένα adidas μαύρο medium». Δεν είναι βέβαιο ότι θα το έχω. Συνήθως όλα τα πράγματα τα έχουμε από ενα. Προσπαθήσαμε να βοηθήσουμε την κατάσταση και μέσω Facebook. Έβγαζα, ας πούμε, φωτογραφίες 10 ζευγάρια παπούτσια, σε 39 νούμερο και τα έστελνα στον πελάτη. Αλλά και αυτό ήταν πολύ χρονοβόρο και δεν έβρισκαν και αυτό που ήθελαν. Ήταν σαν να μας έβγαλαν από την αγορά με το click away. Εμείς μπορούσαμε να βοηθήσουμε κυρίως φίλους ή παλιούς πελάτες, που ξέρουμε ακριβώς τα μεγέθη τους και τι ψάχνουν. Τους παρουσιάζαμε δυο-τρία κομμάτια στο νούμερό τους, διάλεγαν το ένα και τελείωνε».

«Μέχρι τον Νοέμβριο, τα έσοδά μας ήταν από χονδρικές πωλήσεις, γιατί εισάγουμε τα προϊόντα από την ολλανδική εταιρεία που μας προμηθεύει και για χονδρική, ενώ τον Δεκέμβριο ήταν σχεδόν μηδενικά. Η χονδρική είναι πολύ πιο εύκολη σαν διαδικασία αυτή την περίοδο, γιατί παραγγέλνει ο πελάτης την παλέτα που θέλει, τα προϊόντα φεύγουν από την αποθήκη και φτάνουν στον παραλήπτη χωρίς να «αλλάζουμε χέρια», χωρίς να βλεπόμαστε ποτέ. Η λιανική δεν έχει καμία σχέση. Και φυσικά, έπεσε και η χονδρική αναγκαστικά, γιατί αντιστοίχως από τη στιγμή που οι πελάτες μας δεν μπορούσαν να τα μεταπωλήσουν στη λιανική τους, δεν είχαν και τους πόρους για περαιτέρω ανοίγματα».

Ταυτόχρονα με τη μείωση των εσόδων, η πανδημία κατά παράδοξο τρόπο συνεπάγεται και μια ιδιότυπη αύξηση του φόρτου εργασίας, τουλάχιστον σε σύγκριση με την οικονομική του απόδοση. Για παράδειγμα, εκτός από τα συνηθισμένα μέτρα υγιεινής (απολύμανση των ρούχων σε κλιβάνους από την ολλανδική εταιρεία, αλλά και σύμβαση με καθαριστήριο για οποιονδήποτε επιπλέον καθαρισμό απαιτούνταν), πλέον έχουν προστεθεί και οι διαρκείς απολυμάνσεις μετά από κάθε δοκιμή των ρούχων.

Γιώργος Ξένος

«Προμηθευτήκαμε ατμοκαθαριστές επαγγελματικούς, επικοινωνήσαμε και με το καθαριστήριο που είμαστε συμβεβλημένοι, φτιάξαμε ένα concoction με οινόπνευμα και αντισηπτικό, ώστε να καθαρίζουμε έτσι το κάθε ρούχο και στην αρχή ζητούσαμε και από τους πελάτες να μην δοκιμάζουν πολλά ρούχα. Τότε το ήθελαν και οι ίδιοι, έβλεπες ότι δίσταζαν να δοκιμάσουν. Στην πορεία, όμως, είδαμε από τον Σεπτέμβρη ότι αν και εμείς τηρούσαμε τα μέτρα, δεν ίσχυε πάντα το ίδιο και για τους πελάτες. Με αγνοούσαν όταν τους έλεγα να παίρνουν τρία-τέσσερα και δοκίμαζαν 15.Το οποίο μετά προκαλούσε δυσκολίες, γιατί αν έχω τέσσερις πελάτες για παράδειγμα εντός της ημέρας, είναι άλλο να καθαρίσω μετά 16 ρούχα και άλλο να καθαρίσω 60. Γιατί πρέπει και να στεγνώσουν, πρέπει, πρέπει, πρέπει… Γενικώς ο κόσμος μετά ξεχάστηκε. Συνεχίζει να με τσιτώνει το ότι ορισμένοι πάνε ακόμη να μπουν χωρίς μάσκα και σοκάρονται όταν τους εξηγούμε ότι δεν μπορούν να το κάνουν. Έχουμε ήδη περάσει ένα χρόνο με αυτό το πράγμα».

Άλλο ένα τεράστιο εμπόδιο είναι, φυσικά, και τα διαρκώς εναλλασσόμενα μέτρα που συχνά εφαρμόζονται με ταχύτητα-αστραπή, χωρίς να αφήνουν στους εμπόρους το περιθώριο να κατανοήσουν επαρκώς τη διαδικασία και εξαναγκάζοντάς τους να… αυτοσχεδιάσουν, με κίνδυνο να πληρώσουν τα λάθη τους μέσα από τσουχτερά πρόστιμα.

Γιώργος Ξένος

«Το click in shop δεν είχε δοκιμαστεί ποτέ πρακτικά ως τώρα», τονίζει η Δάφνη, «οπότε δεν ξέραμε καθόλου τι και πώς. Νομίζω ότι είναι λίγο προβληματικό που δεν υπάρχει τυπικά μια καλύτερη ενημέρωση σε αυτά, δεν ξέρουν ούτε οι λογιστές και μετά μπορεί να βρεθείς ξαφνικά μπλεγμένος από το πουθενά. Το συζητάμε και με άλλους επιχειρηματίες και στην αρχή ποτέ δεν είμαστε σίγουροι αν τα έχουμε κάνει όλα σωστά. Όλα στην πορεία τα βρίσκουμε».

Και μπορεί το Yesterday’s Bread, με όλη την ιστορικότητα και τη φήμη του, να είναι ικανό να αντεπεξέλθει μακροπρόθεσμα στις πιέσεις που ασκεί η πανδημία, όμως η ευρύτερη εικόνα δεν είναι δυνατόν να το αφήσει ανεπηρέαστο –τόσο σε οικονομικό, όσο και σε συναισθηματικό επίπεδο.

«Σαν μαγαζί, σαν παρέα, μας ανησυχεί και το τι θα γίνει γενικότερα στη γειτονιά, γιατί βλέπεις ότι ήδη έχουν κλείσει πολλές επιχειρήσεις, κυρίως της εστίασης. Εμείς είμαστε πιο τυχεροί, γιατί έχουμε τον κόσμο μας και είναι πιθανό μακροπρόθεσμα να επανέλθουμε στην πρότερη κατάσταση. Όμως η εστίαση παίζει μεγάλο ρόλο στα Εξάρχεια, όσον αφορά την επισκεψιμότητά τους και το κλείσιμο των μαγαζιών μπορεί δυνητικά να αποδειχθεί πολύ επιζήμιο. Υπάρχει μια μεμψιμοιρία, η διάθεση του κόσμου είναι πεσμένη, οπότε δεν μπορεί να μην σε επηρεάσει αυτό. Φοβάμαι ότι τα πράγματα δεν θα είναι ποτέ ξανά ίδια. Κατά τα άλλα, δεν παίρνουμε εμείς τις αποφάσεις, οπότε δουλεύουμε με τα πράγματα που μπορούμε να κάνουμε. Οι κανόνες είναι αυτοί, οι αποφάσεις είναι αυτές, θα πρέπει να βρούμε τη λύση γύρω τους».

Kilo-Shop, Ερμού 120

Με ιστορία 40 ετών στην Ευρώπη και οκτώ ετών στην Αθήνα, το Kilo-Shop γρήγορα μετατράπηκε σε ένα ακόμη σημείο αναφοράς της Ερμού. Οι δύο όροφοί του ξεχειλίζουν από μια τεράστια ποικιλία από τζιν, επώνυμα μεταχειρισμένα ρούχα και αξεσουάρ, αλλά και από τα πλέον απίθανα κομμάτια, ακατάλληλα ίσως για το γραφείο, αλλά ιδανικά για τις ιδιαίτερες εμφανίσεις των πιο εκκεντρικών ανάμεσά μας. Ένας ενδυματολογικός πλούτος που, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες, δεν είναι εύκολο να μεταφερθεί ολόκληρος στο ολοκαίνουργιο e-shop του.

«Η δημιουργία ενός ηλεκτρονικού καταστήματος ήταν ένα διαχρονικό αίτημα των πελατών μας», σημειώνει η Δανάη. «Για ένα κατάστημα σαν το δικό μας, με vintage second hand ρούχα, τα οποία είναι μοναδικά σε νούμερο και σχέδιο ήταν δύσκολη η προώθηση μέσω ενός e-shop. Επίσης, πρόκληση ήταν το να εντάξουμε τον μεγάλο αριθμός κωδικών και τον μεγάλο όγκο των ρούχων στο e-shop».

«Η λειτουργία έφερε μια μικρή ανάσα στα έσοδα μας, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ήταν αρκετό να καλύψει τις πάγιες και τρέχουσες ανάγκες της επιχείρησης. Παράλληλα, ο όγκος της δουλειάς ήταν τεράστιος, ενώ το προσωπικό βρισκόταν σε αναστολή. Ο απότομος ψηφιακός μετασχηματισμός μας έπιασε απροετοίμαστους, και αναγκαστήκαμε να προσαρμοστούμε στα νέα δεδομένα μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα».

Και, φυσικά, ούτε το Kilo-Shop βγήκε αλώβητο από τα προβλήματα που έφερε η πανδημία για το σύνολο των ελληνικών επιχειρήσεων. «Η διπλή καραντίνα, το click away και το νέο σύστημα click in shop που εφαρμόστηκε πριν λίγες μέρες, ανάγκασαν τις επιχειρήσεις να αντιμετωπίσουν μια νέα σειρά προκλήσεων και να βρουν νέους τρόπους λειτουργίας και προγραμματισμού τους», σημειώνει η Δανάη. «Οι πωλήσεις μας έχουν μειωθεί σε μεγάλο βαθμό, έχοντας κλειστά καταστήματα. Ακόμη, σε περίοδο click away και όταν ήμασταν ανοιχτά το καλοκαίρι με περιοριστικά μέτρα, ο αριθμός των πελατών ήταν πολύ μικρότερος σε σχέση με πέρυσι πριν ξεσπάσει η πανδημία. Επίσης, χάσαμε μια ολόκληρη σεζόν, αυτή του χειμώνα, για την οποία είχαμε εφοδιάσει τα καταστήματα μας με εμπορεύματα, αλλά η δεύτερη καραντίνα παρατάθηκε, χάνοντας την καλύτερη περίοδο πωλήσεων που είναι τα Χριστούγεννα».

Όπως και οι υπόλοιπες επιχειρήσεις του χώρου της ένδυσης, έτσι και το Kilo-Shop πρόσθεσε στο «οπλοστάσιο» της υγιεινής του εκτός του αρχικού καθαρισμού των ρούχων από το Kilo-Shop της Γαλλίας, από όπου προέρχονται και με ενδιάμεση καθαριότητα με ατμοσίδερο κάθε ρούχου που δοκιμάζεται από τους πελάτες, που εξακολουθούν να στηρίζουν το κατάστημα –τουλάχιστον οι νεότεροι. «Το ποσοστό των ατόμων μεγάλης ηλικίας που επισκεπτόταν το κατάστημα έχει μειωθεί σε μεγάλο βαθμό», εξηγεί η Δανάη, «ωστόσο είμαστε ευγνώμονες για όλο τον κόσμο που μας στηρίζει παρά τις δύσκολες εποχές που διανύουμε».

Like Yesterday’s, Πρωτογένους 16, Ψυρρή

Στη θρυλική πια Πρωτογένους, ανάμεσα σε αγαπημένα μπαρ, εστιατόρια και λοιπά καταστήματα ξεχωριστής αισθητικής, ένας μικρός χώρος ξεχωρίζει. Το Like Yesterday’s, πραγματικά ασφυκτικά γεμάτο από ρούχα για κάθε περίσταση, από vintage κομμάτια κατά πολύ περασμένων δεκαετιών, μέχρι πιο σύγχρονα second hand αντικείμενα, κρύβει θησαυρούς για οποιονδήποτε έχει όρεξη να ψάξει. Όμως το μικροσκοπικό κατάστημα, που έχει πλέον επεκταθεί και σε έναν ακόμη χώρο στο Κουκάκι, αντιμετωπίζει επίσης τα δικά του προβλήματα από την επέλαση του Covid.

«Είμαστε κι εμείς επηρεασμένοι από την πανδημία, όπως και όλοι οι υπόλοιποι του χώρου μας, εκτός των άλλων και από την απουσία τουριστών, που πλέον είτε δεν υπάρχουν, είτε είναι δραματικά μειωμένοι, όπως στο διάστημα του καλοκαιριού. Και λόγω των περιοριστικών μέτρων, ο κόσμος έχει πάψει πια να κατεβαίνει στο κέντρο», εξηγεί ο υπεύθυνος των καταστημάτων.

«Τα διαστήματα που είμαστε ανοιχτά είναι «ράβε-ξήλωνε», συνεχίζει. «Όσοι άνθρωποι και να έρθουν, τα μικρά μαγαζιά σαν τα δικά μας δεν γίνεται να αναπληρώσουν μέσα σε μερικές ημέρες το κενό εβδομάδων και μηνών που ήμασταν κλειστοί».

Το Like Yesterday’s προς το παρόν δεν έχει ξεκινήσει το δικό του e-shop, περιμένοντας να υλοποιηθεί η απόφαση της κυβέρνησης για επιχορηγήσεις σε μικρά μαγαζιά που αποφασίζουν να κάνουν αυτό το βήμα. Όμως, όπως τονίζει ο υπεύθυνος στο in.gr, «από τη στιγμή που βγάζει η κυβέρνηση μια τέτοια απόφαση, μέχρι να ανοίξει και η σχετική πλατφόρμα, μεσολαβεί ένα τεράστιο διάστημα». Προς το παρόν, «προσπαθούμε μέσα από τη σελίδα μας στο Facebook και στο Instagram να ανεβάζουμε κάποια πράγματα και, όσο είναι εφικτό –που δεν είναι πάντα- καταφέρνουμε να πουλάμε κάποια πράγματα, κυρίως σε ανθρώπους εκτός Αθηνών. Αλλά αυτά είναι λίγα κομμάτια. Δεν είναι ικανά, για λόγους αντικειμενικούς, να καλύψουν ή να συμπληρώσουν μια «κανονική» δραστηριότητα του μαγαζιού που χάνεται λόγο της πανδημίας. Δεν μπορούμε να ανεβάζουμε 100 προϊόντα, να μπαίνει ο άλλος να διαλέγει και να αγοράζει. Ανεβάζουμε 10-15 και αυτό είναι κουραστικό, γιατί μετά πρέπει να απαντήσουμε και στις απορίες του πελάτη, για το νούμερο και τα λοιπά. Δεν είναι κάτι που να μπορεί να αξιολογηθεί. Πιο πολύ για να είμαστε σε επαφή με τον κόσμο το κάνουμε».

Όσον αφορά τους υγειονομικούς κανόνες, τα καταστήματα ήδη ακολουθούσαν αυστηρές διαδικασίες καθαρισμού των κομματιών, είτε σε καθαριστήριο είτε από το προσωπικό πριν την τοποθέτησή τους στις κρεμάστρες. Η διαδικασία, διαφορετική από τη συνηθισμένη του μαζικού καθαρισμού στον κλίβανο, κόστιζε ήδη πολύ στο Like Yesterday’s, τόσο σε χρήματα όσο και σε χρόνο και ένταση εργασίας. Ένα κόστος που, όπως τονίζει ο υπεύθυνος, η επιχείρηση φρόντιζε να μην μετακυλύει στον πελάτη.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, για τα καταστήματα, είναι η οριζοντιότητα των μέτρων, που εφαρμόζονται τυφλά τόσο για τις μεγάλες επιχειρήσεις (με τις αντίστοιχες μεγάλες ουρές καταναλωτών) όσο και για τις μικρότερες, που σύμφωνα με τον υπεύθυνο του Like Yesterday’s έχουν αποδείξει εξ αρχής ότι δεν αποτελούν ουσιαστικό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία.

«Οι ανησυχίες μας είναι οι ίδιες με όλους τους μικροεμπόρους», τονίζει. «Δεν έχουμε βρει μια βοήθεια, μια στήριξη από τους επίσημους φορείς. Μας έκλεισαν λόγω της πανδημίας, παρόλο που εμείς οι «μικροί» τηρούμε απαρέγκλιτα τους κανόνες, και από ό,τι βλέπω στη γειτονιά, το ίδιο κάνουν όλοι».

«Άρα όλα αυτά, τα εμπόδια και οι «τρικλοποδιές» χάριν της πανδημίας είναι δώρον-άδωρον», συνεχίζει. «Γιατί ούτε ουρές έχουμε εμείς οι μικροί απ’ έξω, το πολύ-πολύ να είναι δυο-τρεις που περιμένουν, σε απόσταση πέντε μέτρων ο ένας από τον άλλο, δεν έχουμε τις ουρές των πολυκαταστημάτων. Το να μας επιβάλλουν αυτά τα μέτρα και να λένε όλα αυτά τα αμερικανικά, click away, click in shop, πράγματα που ούτε εκείνοι που τα βάζουν δεν ξέρουν ακριβώς τι είναι, μόνο ανασταλτικά μπορούν να είναι για το μαγαζί. Γιατί ο πελάτης θέλει να έρθει, να μπει, να ρίξει μια ματιά… Δεν γίνεται να παραγγείλει κάτι σε εμάς από πριν».

Ταυτόχρονα, επισημαίνει πως τα λειτουργικά έξοδα της επιχείρησης δεν περιορίζονται στο ενοίκιο. «Βαίνουμε προς τον «θάνατο του εμποράκου», σημειώνει χαρακτηριστικά. «Αν δεν ανοίξουν κάπως, τουλάχιστον να ανακουφίσουν εμάς τους μικρούς… Χώρια τους ανθρώπους που δουλεύουν σε μας, χώρια τους προμηθευτές, είναι μια αλυσίδα πραγμάτων».

Και δεν μπορεί παρά να ανησυχεί ακόμη περισσότερο, ακούγοντας για τις νέες μεταλλάξεις αλλά και τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις των ειδικών ότι το τέλος της πανδημίας ακόμη δεν έχει έρθει όσο κοντά θα θέλαμε. «Πρωτεύει προφανώς η υγεία όλων μας, αυτό δεν το συζητάμε», τονίζει. «Όμως δεν ξέρω αν μπορώ να είμαι αισιόδοξος. Όσο ο ιός υπάρχει, και όσο η πολιτική είναι γενικευμένη και δεν εξετάζει από πιο κοντά εμάς τους πιο μικρούς, που στηρίζουμε και την οικονομία, πόση αισιοδοξία μπορώ να έχω;»

«Ζούμε μέρα με τη μέρα», καταλήγει.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο