Στην κορύφωση της μεταναστευτικής κρίσης στην Ευρώπη, ένας άνδρας με γενειάδα, φορώντας φόρμες, μπήκε σε ένα αστυνομικό τμήμα της Γερμανίας. Οι τσέπες του ήταν άδειες, με εξαίρεση ένα παλιό κινητό τηλέφωνο και μερικά ξένα νομίσματα.

Με σπαστά αγγλικά, ενημέρωσε τους αστυνομικούς ότι ήταν Σύρος μετανάστης. Τους είπε ότι είχε διασχίσει με τα πόδια τη μισή ευρωπαϊκή ήπειρο και στη διαδρομή είχε χάσει τα έγγραφά του. Οι αστυνομικοί τον φωτογράφισαν και του πήραν αποτυπώματα. Στη διάρκεια της χρονιάς που ακολούθησε, θα λάμβανε καταφύγιο και ακρόαση ασύλου, ενώ θα λάμβανε μηνιαίο επίδομα.

O Franco Α. ως πρόσφυγας (Πηγή: New York Times)

Το όνομα που δήλωσε στις αρχές, ήταν David Benjamin.

Στην πραγματικότητα, ο άνδρας ήταν υπολοχαγός του γερμανικού στρατού. Είχε βάψει το πρόσωπο και τα χέρια του με σκουρόχρωμο make up και είχε βάψει τη γενειάδα του με βερνίκι παπουτσιών. Δεν είχε διασχίσει την Ευρώπη, αλλά μια απόσταση περίπου 10 λεπτών με τα πόδια από το πατρικό του σπίτι, στην πόλη Όφενμπαχ της δυτικής Γερμανίας.

Η απάτη, σύμφωνα με τους εισαγγελείς, ήταν μέρος μιας ακροδεξιάς συνωμοσίας που περιλάμβανε μια σειρά από δολοφονίες, τις οποίες στη συνέχεια οι δράστες θα επιχειρούσαν να αποδώσουν στον «πρόσφυγα», δημιουργώντας αρκετή πολιτική αναταραχή ώστε να αποσταθεροποιήσουν την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.

Ο αξιωματικός, Franco A., όπως έχει καταγραφεί το όνομά του στον φάκελο της υπόθεσης βάσει της γερμανικής νομοθεσίας για την προστασία ταυτότητας των κατηγορουμένων, διαψεύδει τις κατηγορίες. Ισχυρίζεται ότι προσπαθούσε να ξεσκεπάσει τα προβλήματα του συστήματος ασύλου. Όμως η περίπλοκη διπλή ζωή του, που διήρκεσε 16 μήνες, αποκαλύφθηκε μόνο όταν η αστυνομία τον συνέλαβε, ενώ προσπαθούσε να πάρει ένα γεμάτο περίστροφο που είχε κρύψει σε τουαλέτες αεροδρομίου στη Βιέννη.

«Ήταν μια πραγματικά σοκαριστική στιγμή», περιγράφει στους Times της Νέας Υόρκης ο Aydan Ozoguz, ο οποίος τότε ήταν επίτροπος για τους πρόσφυγες και την ενσωμάτωσή τους. «Το σύστημα ασύλου είναι βέβαιο ότι θα έπρεπε να είναι σε θέση να εντοπίζει τους απατεώνες. Όμως το κύριο ζήτημα είναι: Πώς μπορεί κάποιος σαν κι αυτόν να ήταν στρατιώτης στη Γερμανία;»

Η σύλληψη του Franco A. τον Απρίλιο του 2017 συγκλόνισε τη Γερμανία. Έκτοτε, η υπόθεσή του έχει λίγο-πολύ ξεχαστεί, όμως αυτό αναμένεται να αλλάξει στις αρχές της χρονιάς, όταν και θα ξεκινήσει η δίκη του.

Η δίκη δεν αφορά μόνο τον τρόπο με τον οποίο ένας Γερμανός αξιωματικός που δεν μιλά αραβικά κατάφερε να πείσει τις αρχές ότι είναι πρόσφυγας επί τόσο μεγάλο διάστημα, αλλά και τον εφησυχασμό των γερμανικών αρχών στη μάχη εναντίον του ακροδεξιού εξτρεμισμού.

Η υπόθεση του Franco A. ήταν η αρχή μιας εκτεταμένης έρευνας που οδήγησε τις γερμανικές αρχές σε έναν λαβύρινθο υπόγειων δικτύων εξτρεμιστών σε όλα τα επίπεδα των δυνάμεων ασφαλείας της χώρας. Πρόκειται για μια απειλή που, όπως αναγνωρίστηκε μόλις φέτος, ήταν πολύ πιο διαδεδομένη από ό,τι είχαν ποτέ φανταστεί οι υπεύθυνοι.

Μια ομάδα, υπό την ηγεσία ενός πρώην στρατιώτη και σκοπευτή της αστυνομίας στη βόρεια Γερμανία, συνέλεγε οπλισμό, κατέγραφε λίστες εχθρών, ενώ είχε παραγγείλει σακούλες μεταφοράς πτωμάτων. Μια άλλη, υπό την ηγεσία ενός στρατιώτη των ειδικών δυνάμεων με το κωδικό όνομα Χάνιμπαλ, έφερε στο επίκεντρο την KSK, την πλέον επίλεκτη ομάδα της Γερμανίας. Στη διάρκεια του καλοκαιριού, μετά τον εντοπισμό εκρηκτικών και αντικειμένων που συνδέονταν με τα SS σε ιδιοκτησία ενός αρχιλοχία, μια ολόκληρη μονάδα της KSK αποπέμφθηκε.

Η δημοσιογράφος των Times, Katrin Bennhold πραγματοποίησε μια σειρά από συνεντεύξεις με μέλη αυτών των δικτύων στη διάρκεια της χρονιάς, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του Franco A. Όμως, όπως τονίζει, η ιστορία της διπλής του ζωής και της εξέλιξής του από υποσχόμενου αξιωματικού σε επίδοξου τρομοκράτη από πολλές απόψεις είναι η ιστορία των δύο «Γερμανιών» του σήμερα.

Η μία γεννήθηκε από την ήττα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και κινήθηκε βάσει μιας φιλελεύθερης επικρατούσας άποψης που επί δεκαετίες καταδίκαζε τον εθνικισμό και δίδασκε στους πολίτες τη μεταμέλεια. Αυτή η Γερμανία υποχωρεί και δίνει τη θέση της σε ένα πολύ πιο ταραγμένο έθνος, καθώς η ανάμνηση του πολέμου χάνεται και η επί πολύ καιρό καταπιεσμένη ακροδεξιά προβάλει τον εαυτό της ως δύναμη αντίστασης σε μια κοινωνία που σταδιακά διαφοροποιείται.

Την πρώτη φορά που συνάντησε την Bennhold, ο Franco A. είχε μαζί του έναν πάκο από έγγραφα. Ορισμένα ήταν δικές του σημειώσεις, ενώ άλλα αποσπάσματα του φακέλου της αστυνομίας. Ήταν γεμάτος αυτοπεποίθηση. Ένα δικαστήριο της Φρανκφούρτης είχε απορρίψει την υπόθεση τρομοκρατίας, εξαιτίας της ανεπάρκειας των ενοχοποιητικών στοιχείων.

Όμως αρκετούς μήνες αργότερα, το Ανώτατο Δικαστήριο αποκατέστησε την υπόθεση, μετά από έφεση των κατήγορων. Ο Franco A. κάλεσε την Bennhold στο τηλέφωνο. Ήταν ταραγμένος. Αν καταδικαζόταν, θα μπορούσε να περάσει ακόμη και 10 χρόνια στη φυλακή.

Αν και η δίκη του εξακολουθούσε να εκκρεμεί, συμφώνησε να δώσει μια σειρά από αποκλειστικές συνεντεύξεις, καλώντας μάλιστα την Bennhold και το συνεργείο των Times στο πατρικό του, όπου εξακολουθεί να διαμένει, για να μιλήσει για τη ζωή, τις απόψεις του, αλλά και ορισμένες πτυχές της υπόθεσης. Η τελευταία συνέντευξη πραγματοποιήθηκε μόλις μια εβδομάδα πριν τα Χριστούγεννα.

Κάποιες φορές, έδειχνε στους δημοσιογράφους βίντεο, στα οποία ήταν μεταμφιεσμένος ως πρόσφυγας. Μια φορά τους οδήγησε στο κελάρι του σπιτιού του, όπου έκρυβε πυρομαχικά και ένα αντίτυπο του βιβλίου «Ο Αγών Μου» του Αδόλφου Χίτλερ, πριν κατασχεθούν από την αστυνομία. Η πόρτα που οδηγούσε εκεί ήταν μεταλλική και θύμιζε χρηματοκιβώτιο.

Ο ίδιος αρνείται ότι υφίσταται οποιαδήποτε τρομοκρατική συνωμοσία. Όπως λέει, προσποιήθηκε τον πρόσφυγα για να αποκαλύψει τα σφάλματα στην απόφαση της Άνγκελα Μέρκελ να επιτρέψει σε περισσότερους από 1 εκατ. πρόσφυγες την είσοδο στη Γερμανία, η οποία κατά τη γνώμη του απειλή την εθνική ασφάλεια και ταυτότητα. Το σύστημα δέχεται τόσο μεγάλες πιέσεις, που μπορεί να μπει μέσα ο οποιοσδήποτε, υποστηρίζει.

Δικός του στόχος, κατά τα λεγόμενά του, ήταν η τήρηση του Συντάγματος και όχι η υπονόμευσή του. Δεν είχε σκοπό να κάνει τίποτα βίαιο, και δεν έκανε, ισχυρίζεται. «Αν το ήθελα, γιατί να μην το κάνω;»

Οι εισαγγελείς από την πλευρά τους, όπως φαίνεται από τον φάκελο της υπόθεσης, δίνουν έμφαση στο όπλο που είχε κρύψει ο Franco A., σε ένα τυφέκιο που όπως λένε κατείχε παράνομα και σε μια διαδρομή προς το γκαράζ ενός υποτιθέμενου στόχου.

Υπάρχουν πολλαπλά ηχητικά ντοκουμέντα και ημερολόγια που κρατούσε ο Ftanco Α. επί σειρά ετών, και τα οποία χρησίμευσαν ως οδηγός για την δίωξή του.

Σε αυτά, υμνεί τον Χίτλερ, αμφισβητεί την εξιλέωση της Γερμανίας για το Ολοκαύτωμα, υποστηρίζει θεωρίες συνωμοσίας κατά των Εβραίων, θεωρεί ότι η μετανάστευση κατέστρεψε την εθνική καθαρότητα της Γερμανίας και χαιρετίζει τον πρόεδρο της Ρωσίας, Βλάντιμιρ Πούτιν, ως πρότυπο. Τέλος, τίθεται υπέρ της καταστροφής του κράτους.

Ο 31χρονος Franco A. θεωρεί ότι δεν θα έπρεπε να διώκεται βάσει αυτών των στοιχείων, καθώς πρόκειται για ιδιωτικές του σκέψεις. Οι πιο ακραίες απόψεις του ταυτίζονται με εκείνες των νεοναζί και είναι δημοφιλείς σε ακροδεξιούς κύκλους. Όμως τα παράπονά του για τη μετανάστευση και την εθνική ταυτότητα αποκτούν όλο και μεγαλύτερη δημοτικότητα στη Γερμανία του σήμερα, όπως και στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης και των ΗΠΑ.

Πηγή: New York Times

«Τα μηνύματα του ακροδεξιού εξτρεμισμού μετατοπίζονται όλο και περισσότερο προς το κέντρο της κοινωνίας», εξηγεί ο Thomas Haldenwang, πρόεδρος της υπηρεσίας πληροφοριών της χώρας, της Υπηρεσίας Προστασίας του Συντάγματος, σε συνέντευξή του στους Times.

Πλέον ακούγονται ακόμη και στους διαδρόμους του κοινοβουλίου, όπου η ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) ηγείται της αντιπολίτευσης.

Η υπηρεσία του Handelwang θεωρεί τόσο επικίνδυνο το AfD ώστε να έχει θέσει ολόκληρο το κόμμα υπό παρακολούθηση ήδη από τον Ιανουάριο.

Μέχρι τη φετινή χρονιά, οι γερμανικές αρχές υποτιμούσαν το πρόβλημα του ακροδεξιού εξτρεμισμού. Οι ανώτεροι του Franco A. του έδωσαν ακόμη και προαγωγή, παρά το γεγονός ότι είχε εκφράσει τις απόψεις του στη διπλωματική εργασία του μεταπτυχιακού του. Επίσης, είχε υπάρξει ομιλητής τουλάχιστον σε μια ακροδεξιά εκδήλωση που είχε απασχολήσει τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Μια ασαφής συνωμοσία

Ένας υπάλληλος καθαριότητας του αεροδρομίου ήταν εκείνος που τελικά ανέκοψε την πορεία του Franco A. Βρήκε το όπλο του, κρυμμένο στις τουαλέτες.

Οι αυστριακές αρχές δεν είχαν ξαναδεί ανάλογο όπλο. Είχε παραχθεί από μια γαλλική εταιρεία, κάποια στιγμή μεταξύ του 1928 και του 1944. Αποδείχθηκε ότι ήταν ένα όπλο που αγαπούσαν ιδιαίτερα οι Γερμανοί αξιωματικοί κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής στη Γαλλία.

Η αστυνομία έστησε μια ηλεκτρονική παγίδα για να ανακαλύψει τον κάτοχο. Δύο εβδομάδες αργότερα, στις 3 Φεβρουαρίου του 2017, συνέλαβαν τον Franco A. Κατά τη σύλληψή του, ισχυρίστηκε ότι είχε μεταβεί στο σημείο για να πάρει το όπλο και να το παραδώσει στην αστυνομία.

«Νομίζω ότι κάποιος γέλασε σε αυτό το σημείο», θυμάται ο ίδιος.

Κατά την ανάκρισή του, ισχυρίστηκε ότι βρήκε τυχαία το όπλο σε κάποιους θάμνους, στους οποίους είχε πάει για να ουρήσει, ενώ βρισκόταν σε έναν χορό αξιωματικών μαζί με τη σύντροφό του. Το έκρυψε για να μην χάσει την πτήση του και αποφάσισε ότι θα επέστρεφε στην Αυστρία για να το παραδώσει στις αρχές.

«Ντρέπομαι πολύ που σου λέω αυτή την ιστορία», είπε στην Bennhold.«Ξέρω ότι δεν την πιστεύει κανείς».

Το ίδιο βράδυ ο Franco A. αφέθηκε ελεύθερος, όμως οι αστυνομικοί κράτησαν το κινητό του και ένα USB που είχε στην τσάντα του. Του πήραν αποτυπώματα, τα οποία και έστειλαν για διασταύρωση στις γερμανικές αρχές. Το αποτέλεσμα της διαδικασίας τους άφησε με το στόμα ανοιχτό: Ο Franco είχε δύο ταυτότητες.

Συνελήφθη τη νύχτα ενός χορού διοργανωμένου από το ακροδεξιό αυστριακό κόμμα «της Ελευθερίας». Μια θεωρία των αρχών ήταν ότι σκόπευε να επιτεθεί σε κάποιον εκείνο το βράδυ, προσποιούμενος τον αριστερό.

Όταν οι γερμανικές αρχές άρχισαν να ερευνούν την υπόθεση, ανακάλυψαν δύο αρχεία στο USB του: «Το Εγχειρίδιο Εκρηκτικών των Μουτζαχεντίν» και την «Ολική Αντίσταση», έναν οδηγό για τακτικές αντάρτικου πόλεμου που χρονολογείται στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου.

Το κινητό του τηλέφωνο τους οδήγησε σε ένα τεράστιο δίκτυο ακροδεξιών ομάδων στο Telegram, στα οποία συμμετείχαν δεκάδες στρατιώτες, αστυνομικοί και άλλοι, που προετοιμάζονταν για την κατάρρευσή της κοινωνικής τάξης –ή την «Ημέρα Χ» όπως την έλεγαν.

Στις 26 Απριλίου του 2017 τον συνέλαβαν και πάλι, εν μέσω μιας άσκησης του στρατού στα δάση της Βαυαρίας. Ενενήντα αστυνομικοί προχωρούσαν την ίδια στιγμή σε έρευνες στη Γερμανία, την Αυστρία και τη Γαλλία.

Η πορεία προς την ακροδεξιά

Μιλώντας στην Bennhold, o Franco A. υποστήριξε ότι αιτία για την ακροδεξιά του στροφή, ήδη από πολύ νεαρή ηλικία, ήταν το πλήθος μεταναστών εργατών που ζούσαν στην πόλη του, από την εποχή του προγράμματος επισκεπτών εργατών για την ανοικοδόμηση της Γερμανίας. Ο ίδιος, θεωρεί ότι το συγκεκριμένο πρόγραμμα ήταν συνειδητή στρατηγική για την καταστροφή της γερμανικής εθνικότητας.

Ο πατέρας του Franco A. ήταν ένας Ιταλός εργάτης, που είχε έρθει ακριβώς με αυτό τον τρόπο στη χώρα, και ο οποίος εγκατέλειψε τον μετέπειτα επίδοξο τρομοκράτη και τη μητέρα του όταν αυτός ήταν παιδί. Ο ίδιος τον χαρακτηρίζει «παραγωγό» και όχι πατέρα, ενώ θεωρεί ότι και η γέννησή του είναι «προϊόν αυτού του ανώμαλου φυλετικού μίσους».

Ο παππούς του, με τον οποίο είχε στενή σχέση, του είχε μιλήσει πολλές φορές για τις περιπέτειές του όταν ανήκε στη νεολαία του Χίτλερ. Από εκείνον κληρονόμησε το αντίτυπο του «Ο Αγών Μου» που ανακάλυψε η αστυνομία.

Η γιαγιά του, από την πλευρά της, του είχε περιγράψει ως αυτόπτης μάρτυρας τον βομβαρδισμό της Δρέσδης, που έχει μετατραπεί σε σύμβολο των ακροδεξιών.

Προειδοποιήσεις που αγνοήθηκαν

Η μετατροπή του σε τρομοκράτη δεν έγινε εν μία νυκτί. Ο Franco A., που είχε ήδη γράψει στο ημερολόγιό του ότι φιλοδοξεί να ανελιχθεί στην ιεραρχία του στρατού μέχρι να κάνει… πραξικόπημα, μπήκε στο στρατό το 2008, σε ηλικία μόλις 19 ετών.

Σύντομα θα γινόταν ένας από τους ελάχιστους επίλεκτους που εκπαιδεύονται στη διακεκριμένη στρατιωτική ακαδημία Saint-Cyr της Γαλλίας, που ιδρύθηκε το 1802 από τον Ναπολέοντα.

Στα πέντε χρόνια που σπούδασε στο εξωτερικό, πέρασε από το Sciences Po. του Παρισιού, το King’s College του Λονδίνου, αλλά και το Sandhurst και το Cambridge.

Η διπλωματική του, το 2013, με τίτλο «Πολιτική Αλλαγή και Στρατηγική Ανατροπής» προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων.

Στις 169 σελίδες της, ο Franco A. υποστήριζε ότι η πτώση των μεγάλων πολιτισμών ανέκαθεν συνδεόταν με την εισροή μεταναστών και τη διάλυση της φυλετικής καθαρότητας που έφερναν μαζί τους οι ανατρεπτικές μειονότητες. Η Ευρώπη και η Δύση ήταν οι επόμενες που είχαν σειρά, αν δεν υπερασπίζονταν τον εαυτό τους.

Πηγή: New York Times

Κατά τη γνώμη του, οι εθνικά διαφοροποιημένες κοινωνίες ήταν ασταθείς και τα έθνη που επιτρέπουν την μετανάστευση πραγματοποιούσαν μια μορφή «γενοκτονίας».

Στο τέλος υποστηρίζει ότι η Παλαιά Διαθήκη ήταν η βάση όλης της ανατροπής, ένα σχέδιο μέσω του οποίου οι Εβραίοι επιχειρούσαν να κατακτήσουν την παγκόσμια κυριαρχία. Ίσως είναι, έγραψε, «η μεγαλύτερη συνωμοσία στην ιστορία της ανθρωπότητας».

Ο γάλλος επίτροπος της στρατιωτικής ακαδημίας έμεινε με το στόμα ανοιχτό και ανέφερε το περιστατικό στους γερμανούς ανωτέρους του Franco.

Σύμφωνα με γερμανικά ΜΜΕ, τους είπε ότι αν επρόκειτο για γάλλο στρατιώτη, θα τον είχε απομακρύνει από το σώμα.

Ο γερμανικός στρατός ανέθεσε σε έναν ιστορικό, τον Jörg Echternkamp, να αξιολογήσει τα γραπτά του Franco. Εκείνος, μετά από τρεις ημέρες, προειδοποίησε ότι επρόκειτο για έναν «ριζοσπάστη εθνικιστή, με ρατσιστικές απόψεις», ενώ η «ανασφάλειά του απέναντι στην παγκοσμιοποίηση» έκανε τις απόψεις του πιο εύκολα αποδεκτές, πράγμα που τον καθιστούσε «επικίνδυνο».

Όμως ο Franco δεν αποπέμφθηκε, ενώ δεν άργησε και να προαχθεί.

Στις συνεντεύξεις του παρουσιάζει τον εαυτό του ως έναν ειρηνικό άνθρωπο με κριτική σκέψη που έγινε θύμα του πολιτικού κλίματος που τιμωρεί τους αντιφρονούντες. Όμως τα έγγραφα και οι καταθέσεις ανθρώπων που γνωρίζουν την υπόθεση περιγράφουν μια διαφορετική εικόνα.

Επιστρέφοντας από τη Γαλλία, ο Franco αναζήτησε –και βρήκε με ευκολία- άλλους στρατιώτες που μοιράζονταν τις απόψεις τους. Ένας συνάδελφος και φίλος του τον σύστησε σε ένα εθνικό online δίκτυο με δεκάδες στρατιώτες και αστυνομικούς που… ανησυχούσαν για τη μετανάστευση.

Ο αστυνομικός που δημιούργησε το δίκτυο είχε υπηρετήσει στην KSK, τις γερμανικές ειδικές δυνάμεις και είχε υιοθετήσει το ψευδώνυμο Χάνιμπαλ.

Ο Χάνιμπαλ ηγούνταν και μιας οργάνωσης, της Uniter, που παρείχε παραστρατιωτική εκπαίδευση. Έκτοτε τέθηκε σε παρακολούθηση από τις μυστικές υπηρεσίες.

Ο Franco συμμετείχε τουλάχιστον σε δύο συναντήσεις της Uniter. Σταδιακά, άρχισε να συγκεντρώνει στο κελάρι του τρόφιμα και άλλες προμήθειες, καθώς προετοιμαζόταν για την Ημέρα Χ, αλλά και όπλα και πυρομαχικά.

Όταν η Μέρκελ καλωσόρισε στη Γερμανία εκατοντάδες χιλιάδες αιτούντες άσυλο, κυρίως μουσουλμάνους από τη Συρία, το Ιράκ και το Αφγανιστάν, ο Franco ένιωσε ότι το ενδεχόμενο πολέμου ή κοινωνικής αναταραχής είχε γίνει πολύ πραγματικό. Σύμφωνα με τους εισαγγελείς, τότε άρχισε να σκέφτεται την τέλεση βίαιων εγκλημάτων. Όπως αναφέρουν, είχε δηλώσει ότι η μάχη της πολιτείας ενάντια στην τρομοκρατία, ήταν «μια μάχη εναντίον μας». Και για να οδηγήσει τους ανθρώπους στην «αλήθεια» θα έπρεπε να προκαλέσει ένα «επεισόδιο» που θα πυροδοτούσε τις εξελίξεις.

Ο ίδιος αρνείται οποιαδήποτε τέτοια δραστηριότητα, όμως στο τέλος της χριστουγεννιάτικης άδειάς του το 2015, μεταμφιέστηκε σε πρόσφυγα.

Ένας πρόσφυγας από τη Γερμανία

Δίνοντας κατάθεση στους αστυνομικούς ως πρόσφυγας και εκμεταλλευόμενος τη γνώση των γαλλικών που κληρονόμησε από την εκπαίδευσή του στη Γαλλία, δήλωσε ότι ήταν χριστιανός Σύρος γαλλικής καταγωγής, που είχε παρακολουθήσει γαλλικό σχολείο και εργαστεί ως αγρότης σε ένα μικρό χωριό έξω από το Χαλέπι.

«Προσπάθησα να προετοιμαστώ όσο καλύτερα μπορούσα», θυμάται ο ίδιος, «όμως εντέλει δεν ήταν καθόλου απαραίτητο».

Όπως λέει, οι γερμανικές αρχές δεν αμφισβήτησαν ποτέ την ιστορία του, εξαιτίας της έλλειψης χρόνου. Δυο μέρες αφού παρουσιάστηκε στο τμήμα, καταγράφηκε ως αιτών άσυλο και εστάλη σε μια σειρά από προσωρινά ομαδικά καταλύματα.

Στο κινητό του κατέγραψε βίντεο από την παραμονή του σε αυτά. Είναι ξεκάθαρο ότι δεν πίστευε πως οι αιτούντες άσυλο είχαν πραγματική ανάγκη για βοήθεια. Ιδιαιτέρως οι Σύροι, που προέρχονταν κυρίως από τη μεσαία τάξη της χώρας. Έμοιαζαν «περισσότερο με τουρίστες» παρά με πρόσφυγες, έλεγε.

«Αποφάσισα να πάρω ένα παλιό τηλέφωνο για να μην ξεχωρίζω έχοντας ένα ακριβό. Στο τέλος κατέληξα να έχω το χειρότερο από όλους».

Το σύστημα ήταν εξαιρετικά γενναιόδωρο και ανεκτικό, κατά τη γνώμη του. Παρά το γεγονός ότι απέρριψε μια σειρά από προτάσεις για δουλειά, συνέχισε να λαμβάνει επίδομα. Εμφανιζόταν στο κατάλυμα ίσως μια φορά το μήνα και έχασε δυο συναντήσεις στη σειρά.

«Εκατομμύρια άνθρωποι έφτασαν εδώ από μια αποσταθεροποιημένη περιοχή που κατά τη γνώμη μου θα μπορούσε να είχε μείνει σταθερή», υποστηρίζει.

Η Μαροκινή διερμηνέας στην ακρόαση της αίτησης ασύλου του κατέθεσε αργότερα ότι αμφέβαλλε για το κατά πόσον μιλούσε αραβικά. Όμως εξαιτίας του ονόματός του, που ακουγόταν εβραϊκό, δεν τόλμησε να το σχολιάσει. Ως μουσουλμάνα, φοβόταν ότι κάτι τέτοιο θα ακουγόταν αντισημιτικό.

Ο Franco τελικά κέρδισε το δικαίωμα παραμονής και εργασίας στη Γερμανία.

Ταυτόχρονα, η φήμη του στους ακροδεξιούς κύκλους μεγάλωνε. Μέσα στα χρόνια, οι ηχογραφήσεις των ιδεών του αποκτούσαν όλο και πιο επιτακτικό χαρακτήρα. «Ας μη διστάσουμε, όχι να δολοφονήσουμε, αλλά να σκοτώσουμε», ακούγεται να λέει σε μία εξ αυτών.

«Ξέρω ότι θα με δολοφονήσετε», προσθέτει. «Θα σας δολοφονήσω πρώτος εγώ».

Ένας πιθανός στόχος

Σχεδόν επτά μήνες μετά την υιοθέτηση της ταυτότητας του πρόσφυγα, ο Franco ταξίδεψε στο Βερολίνο.

Σε έναν παράδρομο σε μια εβραϊκή γειτονιά, έβγαλε τέσσερις φωτογραφίες με τις πινακίδες ενός αυτοκινήτου σε υπόγειο ιδιωτικό πάρκινγκ, σύμφωνα με τους εισαγγελείς. Οι ερευνητές εντόπισαν τις εικόνες στο κινητό του.

Στο κτίριο βρίσκονταν τα γραφεία του Ιδρύματος Amadeu Antonio, ενός οργανισμού που έχει ιδρύσει και διοικεί η Anneta Kahane, μια διακεκριμένη εβραία ακτιβίστρια. Κόρη επιζησάντων του Ολοκαυτώματος, έχει υπάρξει στο στόχαστρο των ακροδεξιών εδώ και δεκαετίες.

Κρίνοντας από τις σημειώσεις που κατέσχεσαν, οι εισαγγελείς πιστεύουν ότι η 66χρονη Kahane ήταν μία από τους επιφανείς στόχους του Franco A., που είχαν επιλεγεί εξαιτίας των θέσεών τους υπέρ των προσφύγων.

Ανάμεσά τους και ο υπουργός εξωτερικών, Heiko Maas, ο οποίος ήταν τότε υπουργός δικαιοσύνης και η Claudia Roth, μια βουλευτής των Πράσινων που ήταν τότε αντιπρόεδρος του κοινοβουλίου.

Το όνομα της Kahane εμφανίζεται τουλάχιστον δύο φορές στις σημειώσεις του. Τη μία σε μία λίστα με φαινομενικά αδιάφορα αντικείμενα, όπως ένα «ψυγείο» και μια υπενθύμιση να καλέσει την τράπεζα στην οποία διέθετε λογαριασμό ως… πρόσφυγας. Ο Franco υποστηρίζει ότι ήταν απλώς μια λίστα με υποχρεώσεις.

Σε μια σελίδα αναφέρει στοιχεία για εκείνη, την ηλικία της και την επαγγελματική της διεύθυνση, ενώ έχει σχεδιάσει χάρτη με την τοποθεσία του πάρκινγκ της. Στο ίδιο χαρτί αναφέρει: «Είμαστε σε ένα σημείο που δεν μπορούμε ακόμη να δράσουμε όπως θέλουμε».

Ο ίδιος υποστηρίζει ότι πήγε στην Kahane μόνο για να της μιλήσει και ότι «ακόμη και αν σκόπευε να τη σκοτώσει, πράγμα που εννοείται ότι δεν ισχύει, στη χειρότερη περίπτωση θα προετοίμαζε τη δολοφονία της» και όχι μια τρομοκρατική ενέργεια.

Η Kahane, μιλώντας στους Times, θυμάται τη μέρα που η αστυνομία την ενημέρωσε για τη σύλληψη ενός νεοναζιστή στρατιωτικού και μερικών ακόμη που σχεδίαζαν να τη σκοτώσουν. «Οπότε τους συλλάβατε όλους, και τους τρεις;», τους είπε γελώντας. Τα e-mail της είναι γεμάτα απειλές κατά της ζωής της. «Πάντα πιστεύουν ότι πρόκειται μόνο για έναν ή δύο ή τρεις Ναζί», εξηγεί.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο