Τρελαμένοι, φοβισμένοι, αναστατωμένοι, ανήσυχοι για το μέλλον. Αλλά και με την ελπίδα να γεννιέται στα μάτια τους, έπειτα από τις ανακοινώσεις για τα εμβόλια.

Ο κορωνοϊός «σάρωσε» τις ζωές μας, αναστάτωσε την καθημερινότητά μας, προκάλεσε ανατροπές στα σχέδιά μας. Είναι ο «ιός της μοναξιάς», αφού περνάμε μόνοι μας ή με ελάχιστους αυτή την πρωτοφανή υγειονομική κρίση.

Τα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακο» μίλησαν με τέσσερις διαφορετικές γενιές για να δουν πώς βιώνουν αυτή την κατάσταση. Τη δεύτερη καραντίνα, τον υποχρεωτικό εγκλεισμό, τα κακά μαντάτα για τους νεκρούς.

Ενας έφηβος 15χρονος που ζει στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού κι έχουν «τετραγωνίσει» τα μάτια του από τις οθόνες της τηλεκπαίδευσης και της… τηλεπαρέας με τους κολλητούς.

Μια 25χρονη, εκπρόσωπος της γενιάς των millennials, που έχει βγει στην αγορά, εργάζεται, ζει έντονα, φλερτάρει. Και που τώρα δεν μπορεί να ζήσει όπως θέλει, δεν μπορεί να πάει στα στέκια και στους φίλους της, φοβάται για τους δικούς της αλλά και για τη δουλειά της.

Μια 35χρονη, παντρεμένη, με οικογένεια, κατασταλαγμένη στην προσωπική της ζωή. Που εργάζεται, μεγαλώνει τα παιδιά της, πάει βόλτες στις παιδικές χαρές και τις πλατείες. Και που τώρα ο κορωνοϊός τής γκρέμισε τον κόσμο της.

Και μια 85χρονη, κλεισμένη στο σπίτι. Με τρομαγμένα μάτια, μόνη, χωρίς τα παιδιά και τα εγγόνια, που έχει χάσει την αίσθηση του χρόνου.

Είναι τα άλλα «θύματα» της πανδημίας, είναι οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, ο καθένας τους έχει κάτι από εμάς.

Ας τους γνωρίσουμε…

Ο έφηβος που έγιναν τα μάτια του… τετράγωνα

«Είμαι 16άρης, σας γ@@@ω τα λύκεια» έλεγε ο Νιόνιος για μια ηλικία που «βράζει το αίμα τους».
Τι συμβαίνει όμως τώρα; Με τα παιδιά που ζουν την εφηβεία τους όχι στους δρόμους, στις πλατείες και αγκαλιά με τις φίλες και τους φίλους.
Αλλά αγκαλιά με το laptop και το κινητό τηλέφωνο;
Τα παιδιά της καραντίνας δεν είναι ευτυχισμένα, ακόμη κι αν έχουν βγει από τα στενά πλαίσια του σχολείου.
Τι γίνεται όμως όταν το σχολείο τους είναι και η φυλακή τους; Στους 4 τοίχους του διαμερίσματος και στην οθόνη ενός υπολογιστή;
Ο Γιάννης είναι ένα 14χρονο παιδί γεμάτο ζωντάνια. Ζει σε κάποιο προάστιο της Αθήνας, κάνει τηλεκπαίδευση αρκετές ώρες και ακόμη περισσότερες φροντιστήριο και ξένες γλώσσες. Τα μάτια του έχουν γίνει «τετράγωνα», δεν μπορεί να πηγαίνει με τις ώρες στο αγαπημένο του μπάσκετ, δεν μπορεί να βλέπει τους φίλους του, να παίζει «σφαλιάρες» και να μιλάει για κορίτσια. Ολα έχουν αντικατασταθεί από τις πλατφόρμες.

Οι «ηλεκτρονικοί φίλοι» είναι η συντροφιά του Γιάννη και των παιδιών της ηλικίας του.
Τουλάχιστον αυτός μπορεί να στείλει «Μετακίνηση 6» και να πάει μια βόλτα.
Αντίθετα, τα παιδιά των μικρών διαμερισμάτων στις πόλεις ασφυκτιούν, πνίγονται, αδυνατούν να διαχειριστούν την καραντίνα.
Ακόμη και το άνοιγμα των σχολείων φαντάζει διέξοδος. Ομως, δύο καραντίνες μέσα σε 10 μήνες είναι πολλές. Και το βλέπεις στην ψυχοσύνθεση του Γιάννη και των άλλων εφήβων. Επαψαν να χαμογελούν κανονικά, ξέχασαν τα πειράγματα και τα κυνηγητά στο διάλειμμα. Οσο κι αν το βλέπουν σαν… διακοπές, τους λείπει το σχολείο.
Ο Γιάννης, ο Γιώργος, ο Δημοσθένης, ο Ορέστης, ο Δημήτρης είναι η… εξ απαλών ονύχων γενιά της καραντίνας. Που, όταν επανέλθουν στους κανονικούς ρυθμούς, θα χαμογελάσουν ξανά. Μακριά από την… Black Mirror, την οθόνη του κινητού και του υπολογιστή.

Η 25χρονη που ονειρεύεται τα στέκια και τους φίλους

Η Γεωργία είναι 25 ετών, ανήκει στους millennials ή «γενιά Υ». Η εποχή της αθωότητας στο σχολείο έχει περάσει, το πανεπιστήμιο τέλειωσε, βγήκε στην παραγωγή. Με μισθό ανειδίκευτου, παρά τα… εντυπωσιακά προσόντα, με όνειρα για δημιουργία, για ανάδειξη στον επαγγελματικό στίβο.
Με τη σχέση της, τους «τρελαμένους» φίλους της, τα μπαράκια και τις έξαλλες διακοπές του καλοκαιριού.
Εδώ και 10 μήνες ζει σχεδόν σαν… ζόμπι. Ο κορωνοϊός έχει αλλάξει την καθημερινότητά της, τις διαπροσωπικές σχέσεις. Σπίτι – δουλειά και δουλειά – σπίτι, αν υπάρχει ακόμη εργασία και δεν είναι σε αναστολή.
Βιώνει το δεύτερο lockdown με μεγαλύτερο φόβο, γιατί ο ιός τώρα χτυπάει και τους νέους. Φοβάται για την ίδια, αλλά και για τους γονείς και τους παππούδες της. «Κι αν τους κολλήσω; Αν πάθουν κάτι εξαιτίας μου; Πώς θα το αντέξω;». Αυτά σκέφτεται στην πολύωρη καραντίνα στο σπίτι. Και το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να πάει κάτω από το μπαλκόνι του παππού και της γιαγιάς και να πει: «Εδώ είμαστε, δεν είστε μόνοι, σας αγαπάμε».

Η «Μετακίνηση 6» για λίγη άσκηση δεν φτάνει, τις υπόλοιπες ώρες «τσατάρει» ή βλέπει ταινίες. Για να ξεχαστεί, για να μη σκέφτεται τη «φυλακή» στην πιο όμορφη ηλικία της.
Θέλει να βγει, να δει τους φίλους της, να πάει στα στέκια της, να αγκαλιάσει και να φιλήσει τους γνωστούς. Οι 25χρονοι που τώρα βγαίνουν να πάρουν στα χέρια τους τον κόσμο βιώνουν απογοήτευση.
Αν κι έχουν όνειρα και χρόνο μπροστά τους για να τα πραγματοποιήσουν, εντούτοις «τους έχει πάρει από κάτω». Μελαγχολία, αγωνία, φόβος, έλλειψη κοινωνικής ζωής, όλα αναμεμειγμένα στο μυαλό τους μαζί με την ελπίδα. «Δεν πειράζει, θα περάσει ο ιός, θα πάμε τα ταξίδια μας ξανά, θα κάνουμε όμορφες διακοπές, θα πιούμε τις ποτάρες μας στα στέκια μας» λέει.

Η 35χρονη που θέλει να πάρει τη ζωή της πίσω

H Παρασκευή είναι γύρω στα 35, ζει σε μια πόλη της επαρχίας, έχει ένα μικρό παιδί, μια ζωή όμορφη, ήρεμη, όπως συμβαίνει συχνά μακριά από τις μεγαλουπόλεις. Η καραντίνα ανέτρεψε τον κόσμο της. Για δεύτερη φορά αισθάνθηκε απελπισία, πανικό, λύπη, αλλά και χαρά γιατί θα ήταν περισσότερες ώρες με την οικογένειά της. «Νομίζω ότι θα χρειαστώ ψυχολόγο μετά από αυτό. Πότε θα γυρίσουν πίσω όλα όσα θεωρούσα δεδομένα; Τη βόλτα με το παιδί, τον καφέ με τους φίλους, τον περίπατο δίπλα στη θάλασσα, το θέατρο, τα χόμπι μου;».
Αυτό που θέλει αυτή η γενιά, που σπούδασε, έκανε οικογένεια, εργάζεται, είναι να πάρει τη ζωή της πίσω. Χωρίς μάσκες, περιορισμούς, SMS. Ομως, είναι και θετικός άνθρωπος. «Εκμεταλλεύομαι την καραντίνα για να κάνω δημιουργικά πράγματα. Να διαβάσω τα βιβλία που δεν πρόλαβα, να δω ταινίες, να ασχοληθώ με το παιδί μου».

Αυτό που περιγράφει μοιάζει με πολλών άλλων. Στην καραντίνα ο πανικός και η λύπη διαδέχονται τη χαρά και τη δημιουργικότητα. Η ανάσα ηρεμίας ακολουθεί τον προσωπικό πνιγμό, την ανελευθερία ή ακόμη και τα πρακτικά προβλήματα. Οπως την τηλεκπαίδευση ενός μικρού παιδιού που μοιάζει με Γολγοθά.
Αυτές οι συχνές εναλλαγές συναισθημάτων είναι κοινός τόπος στους εγκλωβισμένους της καραντίνας. Ομως, υπάρχει και κάτι στο οποίο όλοι ομονοούν.
Είναι αυτό που λέει η Παρασκευή: «Είμαι τυχερή γιατί είμαστε καλά, γιατί δεν έχω χάσει αγαπημένο πρόσωπο. Είμαι τυχερή γιατί νιώθω της ζεστασιά της οικογένειας χωρίς να μου λείπουν τα απαραίτητα. Είμαι τυχερή γιατί μπορώ να ονειρεύομαι, γιατί η καραντίνα, όπως και η ζωή, έχουν δύο όψεις».
Είναι η γενιά των 35άρηδων, αυτών που είναι στυλοβάτες της χώρας τώρα. Και που κάνουν τα πάντα για να αντέξουν μέσα σε μια πρωτόγνωρη κατάσταση.

Η 85χρονη που αγωνιά πότε θα αγκαλιάσει τα εγγόνια της

Η κυρία Μαρία είναι άνω των 85 ετών και ζει με τον υπερήλικο σύζυγό της στην Αθήνα. Μήνες τώρα δεν έχει βγει από το διαμέρισμα. Τα ψώνια τα φέρνουν τα παιδιά από μακριά ή ο υπάλληλος του σουπερμάρκετ. Η μόνη τους «βόλτα» είναι μέχρι τη βεράντα για να χαιρετήσουν κάποιον περαστικό.
Η κυρία Μαρία έχει χάσει την αίσθηση του χρόνου. Βγαίνει στο μπαλκόνι και ρωτά «τι μέρα είναι σήμερα; Είναι πρωί ή απόγευμα;».
Η καραντίνα έχει τσακίσει την ψυχολογία των υπερηλίκων. Αυτών που δεν μπορούν έτσι κι αλλιώς να κινηθούν με ευκολία. Πήγαιναν μέχρι την εκκλησία κάθε Κυριακή, τώρα δεν ανοίγουν ούτε την εξώπορτα.

Ο φόβος στα μάτια τους κυριαρχεί. Ακόμη και στα στερνά τους τρέμουν τον φονικό ιό. Αλλά κυρίως αισθάνονται μοναξιά, γιατί ο κορωνοϊός είναι η αρρώστια της μοναξιάς.
Τα παιδιά και τα εγγόνια τα βλέπουν από μακριά, δεν μπορούν να τα αγκαλιάσουν, να τα φιλήσουν, να τους δώσουν χαρτζιλίκι. «Πώς θα τους δώσω τον μποναμά τους;».
Το ίδιο συναίσθημα και για την κυρία Παναγιώτα σε ένα χωριό της επαρχίας. Εχει μήνες να δει τα παιδιά της και τα εγγόνια της. Ζει μόνη της, είναι κλεισμένη καιρό τώρα στο σπίτι, ούτε στη γειτονιά δεν πάει. Το κουτσομπολιό στον δρόμο έχει χαθεί.
Τα ελάχιστα απαραίτητα έρχονται από τους νεότερους γείτονες, η σύνταξη από τον ταχυδρόμο και μόνη παρηγοριά το τηλέφωνο για να μιλήσει με τους δικούς της.
Ο χειμώνας είναι έτσι κι αλλιώς δύσκολος στην επαρχία. Ο κορωνοϊός έκανε ακόμη πιο αβίωτη τη ζωή των ηλικιωμένων, των ανθρώπων που έζησαν πολέμους, πείνα, δυστυχία, που στάθηκαν στα πόδια τους. Αλλά που ο φονικός ιός τους έχει τρομάξει, και μαζί η μοναξιά. Ο βασικός τους φόβος; «Μην πεθάνω μόνη μου. Ποιος θα με αναζητήσει τώρα που όλα απαγορεύονται;».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr