Την άλλη μέρα ξυπνήσαμε με διπλοσκοπιές. Κάθε πρωί, την ίδια ώρα, κοίταζε κάποιος όξω απ’ το παράθυρο, κι αν έβλεπε στους πύργους στημένα πολυβόλα και διπλούς σκοπούς, καταλαβαίναμε πως θα ’χει εκτέλεση. Τους μελλοθάνατους, όσο να ’ρθουν να τους πάρουν τα καμιόνια για τ’ απόσπασμα, τους συγκέντρωναν στην αυλή του μπλοκ 15 και μπορούσαμε να τους μετράμε.

Σαρανταπέντε έφερναν τώρα απ’ το στρατόπεδο. Δεν είχαν μαζί τους κουβέρτες κι αυτό ήταν απόδειξη πως δεν προορίζονταν για μεταφορά.

Ο Δημοράγκας πήδησε απ’ το πατάρι και κόλλησε το μάτι του στην κλειδαρότρυπα.

— Άλλους τρεις, είπε, κατέβασαν απ’ το πάνω πάτωμα.

Ήταν φανερό πως πήγαιναν να συμπληρώσουν πενήντα. Κι ο κλήρος για τους δυο έπεφτε στο θάλαμό μας. Οι αναπνοές κρατήθηκαν. Η σιωπή έπηξε απ’ την αγωνία. Ακούστηκαν βαριά βήματα στο τσιμέντο, κλειδιά στην πόρτα και στ’ άνοιγμά της στάθηκε ο διοικητής του στρατοπέδου μ’ έναν κατάλογο στα χέρια.

— Τεοντόρος Μπαλάφας.

— Παρών! ξεφώνισε κάποιος πνιγμένα, ξετρυπώνοντας κάτω απ’ το πατάρι.

— Ράους!

Ο Μπαλάφας έσκυψε να μαζέψει τις κουβέρτες.

— Όχι κουβέρτας!

Κίνησε μουδιασμένος ο Μπαλάφας, βγήκε στο διάδρομο.

— Μελετίος Ρόβας! διάβασε παρακάτω ο διοικητής.

— Ρόβας; Νιξ Ρόβας! Χτες καπούτ, βιάστηκε να εξηγήσει ο Δημοράγκας, που δεν είχε προφτάσει να γυρίσει στη θέση του, όταν άνοιξε η πόρτα.

Ο διοικητής μίλησε με τους σκοπούς, σκέφτηκε για μια στιγμή και στράφηκε στο Δημοράγκα.

— Κομ ντου! (έλα συ)

Μαρμάρωσε ο Δημοράγκας.

— Λος, λος, ράους! αγρίεψε ο διοικητής.

Ο Δημοράγκας έφερε ένα απορημένο βλέμμα γύρω, είδε το Λάιο, που τον κοίταζε και κείνος ολόρθος πάνω απ’ το πατάρι όπου μέναμε, και τεντώνοντας περήφανα το κορμί του σήκωσε τη γροθιά του.

— Ζήτω η λευτεριά!

Έτρεξε όξω, και μια που είχε συμπληρωθεί ο αριθμός, ο διοικητής έκλεισε τον κατάλογο. Ο λύκος δε διαλέγει.

Ανθολογία Ελληνικής Αντιστασιακής Λογοτεχνίας, 1941-1944 (τ. Ι: Πεζά), επιμ. Έλλη Αλεξίου, Ηριδανός, Αθήνα 1965

Ο συγγραφέας Ζήσης Σκάρος (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Απόστολου Ζήση) περιέγραψε σε κείμενα όπως το ανωτέρω (που συνδυάζουν αυτοβιογραφικά, ιστορικά και πλασματικά στοιχεία) τις σκληρές εμπειρίες που βίωσε κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής (1941-1944), όταν φυλακίστηκε στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου και βασανίστηκε από τους ναζί.

Γεννημένος στα Κανάλια Καρδίτσας το 1917, ο Σκάρος, γόνος μιας φτωχής οικογένειας, αποφοίτησε με περιπετειώδη τρόπο από το Γυμνάσιο και σπούδασε στο Οικονομικό Νομικής Αθήνας.

Επί δικτατορίας Μεταξά βρέθηκε υπό διωγμόν για την παράνομη πολιτική δράση του και το 1937 καταδικάστηκε σε οκτάμηνη κάθειρξη.

Η πρώτη παρουσία του στα γράμματα σημειώθηκε το 1937 με το διήγημα «Το αέρι του θανάτου», ενώ το 1938 ακολούθησε η νουβέλα του «Οι δυνατοί».

Ο Σκάρος έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, στρατεύτηκε στο ΕΑΜ, συνελήφθη και βασανίστηκε από τους Γερμανούς.

Στα πλέον γνωστά έργα του συγκαταλέγονται τα εξής: «Οι κλούβες», «Χαραυγή», «Το ταξίδι της φιλίας», «Οι ρίζες του ποταμού» (τριλογία που του χάρισε το Β’ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος, 1980), «Το κορίτσι με το σαντούρι», «Κρίσιμη καμπή», «Ο κόσμος των ελπίδων».

Από το 1946 έως το 1967, όταν και εξεδιώχθη από το δικτατορικό καθεστώς του Παπαδόπουλου, ο Σκάρος εργάστηκε στο υπουργείο Οικονομικών.

Κατά τη διάρκεια της χούντας ο Σκάρος έζησε αυτοεξόριστος στη Ρώμη και στις Βρυξέλλες, ενώ το 1969 εξελέγη πρόεδρος του κεντρικού συμβουλίου των ελληνικών αντιδικτατορικών επιτροπών του εξωτερικού.

Επέστρεψε στη χώρα με τη Μεταπολίτευση, επανέκτησε την αφαιρεθείσα ελληνική ιθαγένεια και συνέχισε να εργάζεται στο υπουργείο Οικονομικών έως τη συνταξιοδότησή του, το 1980.

Από το 1977 έως το 1982 ο Σκάρος διετέλεσε πρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών.

Ο Ζήσης Σκάρος απεβίωσε στην Αθήνα το 1997, σε ηλικία ογδόντα ετών.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο