Για περισσότερα από 60 χρόνια, ο Καζούο Οντάτσι έκρυβε ένα τεράστιο μυστικό. Όταν ήταν μόλις 17 ετών, έγινε πιλότος καμικάζι, ένας από τους χιλιάδες νεαρούς Ιάπωνες που δεσμεύτηκαν να δώσουν τις ζωές τους στο πλαίσιο αποστολών αυτοκτονίας στα τέλη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, έχοντας κάνει οικογένεια και εργαζόμενος ως αστυνομικός στο Τόκιο, κράτησε το μυστικό του ουσιαστικά από όλους, ακόμη και από την ίδια τη σύζυγό του. Το μόνο πράγμα που της είχε πει, ήταν ότι είχε υπηρετήσει ως πιλότος στη διάρκεια του πολέμου. Ένιωθε ότι δεν θα μπορούσε να εξηγήσει την εμπειρία του σε μια κοινωνία που αντιμετώπιζε τους καμικάζι ως μανιώδεις ζηλωτές που αναλάμβαναν εθελοντικά να κάνουν μια απίστευτη θυσία.

Πηγή: New York Times

Όμως στη διάρκεια των ετών, καθώς η περίπλοκη σχέση της Ιαπωνίας με τον πόλεμο άλλαζε, ο Οντάτσι ξεκίνησε δειλά-δειλά να μοιράζεται την ιστορία του σε λίγους έμπιστους φίλους.

Το 2016, δημοσίευσε τα απομνημονεύματά του, περιγράφοντας πώς ένιωθε όταν, πέφτοντας για ύπνο κάθε βράδυ, αναρωτιόταν αν την επόμενη ημέρα θα ήταν η σειρά του να δώσει τη ζωή του για μια χαμένη υπόθεση. Το βιβλίο δημοσιεύθηκε φέτος και στα αγγλικά, 75 χρόνια μετά το τέλος των συγκρούσεων.

Ο Οντάτσι, 93 ετών σήμερα, είναι ένας από τους τελευταίους επιζήσαντες μιας ομάδας που δεν προοριζόταν να επιβιώσει.

Ελπίζει ότι μέσα από το βιβλίο του θα φανεί ότι οι πιλότοι ήταν νεαροί άνδρες, ο πατριωτισμός και η τόλμη των οποίων έγιναν αντικείμενο εκμετάλλευσης. «Δεν θέλω να ξεχάσεις κανείς ότι αυτή η υπέροχη χώρα που είναι σήμερα η Ιαπωνία, χτίστηκε με θεμέλιο τους θανάτους τους», δήλωσε στους New York Times σε πρόσφατη συνέντευξη που παραχώρησε από το σπίτι του.

Οι καμικάζι αποτελούν το ισχυρότερο σύμβολο του πολέμου στην Ιαπωνία, ένα γλαφυρό παράδειγμα των κινδύνων του εθνικισμού και του στρατιωτικού φανατισμού.

Όμως καθώς η γενιά που έζησε τον πόλεμο αρχίζει να σβήνει, δυνάμεις της ιαπωνικής αντιπολίτευσης επιχειρούν να ερμηνεύσουν εκ νέου τους καμικάζι μπροστά σε έναν πληθυσμό που παραμένει διχασμένος στις απόψεις του για την κληρονομιά του πολέμου.

Για την ιαπωνική δεξιά, οι καμικάζι αποτελούν σύμβολο των παραδοσιακών αξιών και του πνεύματος αυτοθυσίας, που οι ίδιοι θεωρούν ότι λείπουν από τη σημερινή Ιαπωνία. Για την αριστερά από την άλλη, αποτελούν μέρος μιας γενιάς που καταστράφηκε από τον ιαπωνικό μιλιταρισμό, και μια ηχηρή υπενθύμιση της σημασίας της διατήρησης του πασιφισμού που επικρατεί στη χώρα μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

«Οι καμικάζι ως ιστορικό γεγονός και ως σύμβολο μπορούν να χρησιμοποιηθούν πολύ πειστικά για να υποστηρίξουν οποιαδήποτε από τις δύο πλευρές», σημειώνει ο Μ.Τζ. Σέφταλ, καθηγητής στο Shizuoka University και συγγραφέας βιβλίου με συνεντεύξεις πρώην πιλότων, μιλώντας στους Times.

Ο ίδιος ο Οντάτσι δεν ενδιαφέρεται για την πολιτική. Η ιστορία του αμφισβητεί τα στερεότυπα που συχνά χρησιμοποιούν τόσο οι συντηρητικοί όσο και οι φιλελεύθεροι Ιάπωνες.

Δήλωσε εθελοντής σε έναν πόλεμο τον οποίο δεν πίστευε ότι η χώρα του θα μπορούσε να νικήσει. Ήταν έτοιμος να πεθάνει για να προστατεύσει εκείνους που αγαπούσε, όχι όμως και να πετάξει τη ζωή του στα σκουπίδια.

Σήμερα καταδικάζει με πάθος τον πόλεμο και πιστεύει ότι η Ιαπωνία πρέπει να διατηρήσει το πασιφιστικό της σύνταγμα, όμως εξακολουθεί να υποστηρίζει το δικαίωμα της χώρας του στην αυτοάμυνα. Δεν έχει μετανιώσει για τη στρατολόγησή του, και επισκέπτεται πολλές φορές το χρόνο τον Ναό Γιασουκούνι, όπου ολόκληρες γενιές Ιαπώνων στρατιωτών είναι θαμμένες δίπλα σε ορισμένους από τους πιο διαβόητους εγκληματίες πολέμου της χώρας, για να τιμήσει τις ψυχές των φίλων του που έπεσαν στη μάχη.

Έχοντας μεγαλώσει σε ένα χωριό κοντά σε αεροπορική βάση, ο Οντάτσι γοητευόταν πάντα από τα αεροπλάνα και, όταν ξεκίνησε ο πόλεμος, αποφάσισε ότι μια μέρα θα γινόταν πιλότος. Στρατολογήθηκε εθελοντικά στις ιαπωνικές ένοπλες δυνάμεις το 1943.

Εκεί, όπως εξηγεί ο Οντάτσι, εντάχθηκε σε μια επίλεκτη ομάδα εφήβων, τη Γιοκαρέν, που εκπαιδεύονταν ως πιλότοι. Η ομάδα του διέφερε από τους υπόλοιπους καμικάζι, που ήταν μαθητές που απομακρύνθηκαν με το ζόρι από τις σχολικές αίθουσες και στάλθηκαν στο θάνατο με ελάχιστη προετοιμασία ή εκπαίδευση. Παρόλα αυτά, οι νεαροί άνδρες της Γιοκαρέν εκπαιδεύονταν για να πεθάνουν σε εναέριες μάχες ακόμη και πριν την απελπισμένη στροφή της Ιαπωνίας στις επιχειρήσεις αυτοκτονίας.

Οι δόκιμοι παρομοιάζονταν με άνθη κερασιάς, δηλαδή με ένα λουλούδι που η ομορφιά του ενισχύεται από τη μικρή διάρκεια της ζωής του. ακόμη και τα κουμπιά στις στολές τους, στολισμένα με το λουλούδι, αποτελούσαν υπενθύμιση του αναμενόμενου θανάτου τους στη μάχη.

«Γνωρίζαμε όλοι μας ότι ήταν απίθανο να έχουμε καλό τέλος», έγραψε ο Οντάτσι στο βιβλίο του, «Αναμνήσεις ενός καμικάζι».

Όταν έφτασε στην υπό ιαπωνική κατοχή Ταϊβάν το 1944, ο πόλεμος έμπαινε στο τελευταίο του στάδιο.

Οι ιαπωνικές δυνάμεις ηττούνταν από την τεχνολογική υπεροχή των Αμερικανών και την τεράστια δυνατότητα παραγωγής της πολεμικής μηχανής των ΗΠΑ. Η νίκη των συμμάχων έμοιαζε όλο και περισσότερο δεδομένη και οι ιαπωνικές τακτικές άρχισαν να απαιτούν όλο και περισσότερες ανθρώπινες θυσίες.

Οι πιλότοι εκπαιδεύονταν σε τεχνικές που θα προκαλούσαν τη μεγαλύτερη δυνατή βλάβη στα αεροσκάφη του αντιπάλου, όμως παράλληλα θα κόστιζαν τις ίδιες τους τις ζωές. Στηρίζονταν στην πεποίθηση ότι οι Ιάπωνες πιλότοι ήταν πιο πρόθυμοι να πεθάνουν από ό,τι οι αντίπαλοί τους.

Αυτή η πίστη δοκιμάστηκε τον Οκτώβριο του 1944, όταν το ιαπωνικό ναυτικό αποφάσισε να τα παίξει όλα για όλα, προκειμένου να αποτρέψει μια αμερικανική επίθεση στης δυνάμεις του στις Φιλιππίνες. Το περιστατικό έμεινε γνωστό ως η Μάχη του Κόλπου Λέιτε.

Οι ιάπωνες αξιωματικοί εξήγησαν στον Οντάτσι και τους υπόλοιπους το σχέδιο των επιχειρήσεων αυτοκτονίας και ζήτησαν εθελοντές. Επικράτησε σιωπή εκ μέρους των στρατιωτών.

Μόνο όταν οι αξιωματικοί άρχισαν να τους επιπλήττουν, κάποιοι άνδρες δήλωσαν εθελοντές. «Ουσιαστικά μας καλοπιάσανε για να αυτοκτονήσουμε», θυμάτα.

Στις 25 Οκτωβρίου, ο Οντάτσι έγινε αυτόπτης μάρτυρας της πρώτης επιτυχημένης αποστολής αυτοκτονίας. Όμως σύντομα βρέθηκε εγκλωβισμένος μαζί με τους συμπολεμιστές του στο νησιωτικό κράτος, καθώς αμερικανικά βομβαρδιστικά κατέστρεψαν πολλά από τα εναπομείναντα αεροσκάφη της μοίρας τους.

Μήνες αργότερα δραπέτευσαν στην Ταϊβάν, όπου στις 4 Απριλίου του 1945 κλήθηκε στην πρώτη του αποστολή στη διάρκεια των δέκα μηνών του ως πιλότος αυτοκτονίας.

Το Zero του Οντάτσι, δηλαδή το πολεμικό αεροσκάφος που δυνάστευε τους ουρανούς του Ειρηνικού στα πρώτα χρόνια του πολέμου, μετέφερε μια βόμβα 500 κιλών, που το βάραινε τόσο πολύ ώστε να μην είναι σε θέση να ξεφύγει από τον εχθρό με ελιγμούς. Όταν τα αμερικανικά μαχητικά τον εντόπισαν, έριξε τη βόμβα στον ωκεανό και κατάφερε να ξεφύγει.

Στην επόμενη αποστολή, η ομάδα του δεν κατάφερε να εντοπίσει το στόχο. Σε αποτυχία κατέληξαν και οι υπόλοιπες έξι αποστολές στις οποίες συμμετείχε.

Μετά από κάθε απόπειρα, περίμενε επί εβδομάδες για τις νέες εντολές. Κάθε βράδυ, οι αξιωματικοί ανακοίνωναν ποιος θα πετούσε στη μάχη την επόμενη ημέρα. «Έμοιαζε με την ανακοίνωση θανατικής καταδίκης και το στομάχι μου γινόταν κόμπος», γράφει στο βιβλίο του.

Όμως στο τέλος, όπως λέει, «το ζήτημα της ζωής και του θανάτου μας είχε γίνει αδιάφορο. Το μόνο που μας ένοιαζε ήταν να κάνουμε τις τελευταίες στιγμές της ζωής μας να μετρήσουν».

Ωστόσο αυτή η στιγμή δεν ήρθε ποτέ. στην τελευταία του αποστολή, καθώς το αεροσκάφος του ετοιμαζόταν να απογειωθεί, ένα μέλος της ομάδας εδάφους έτρεξε προς τον αεροδιάδρομο φωνάζοντας και κάνοντας νοήματα στη μοίρα να σταματήσει. Ο αυτοκράτορας, θα πληροφορούνταν ο Οντάτσι, είχε μόλις ανακοινώσει την παράδοση της Ιαπωνίας. Θα γυρνούσε στο σπίτι του.

Στην επιστροφή του, καθώς το τρένο περνούσε από τα συντρίμμια της Χιροσίμα, συνειδητοποίησε πως πράγματι ο πόλεμος είχε τελειώσει. Στο σπίτι του στο Τόκιο, πήρε το τελετουργικό σπαθί που τον τιμούσε για την ιδιότητά του ως καμικάζι και το πέταξε στη φωτιά, μέχρι που έλιωσε και μετατράπηκε σε έναν σβώλο από ατσάλι.

Τα μόνα του σουβενίρ από τον πόλεμο ήταν μια χούφτα φωτογραφίες και ένα δώρο από μια νέα γυναίκα που συνάντησε στην Ταϊβάν. Ένα μεταξωτό φουλάρι, φτιαγμένο από αλεξίπτωτο, κεντημένο με άνθη κερασιάς και με μια μπλε άγκυρα, σύμβολο της Γιοκαρέν.

Ο Οντάτσι δεν αποκάλυψε ποτέ την ταυτότητα αυτής της γυναίκας. Είναι ένα από τα ελάχιστα μυστικά από τον πόλεμο που εξακολουθεί να κρατά για τον εαυτό του.

Οι άνθρωποι, λέει, συχνά λένε ότι οι καμικάζι «δεν εκτιμούσαν την ίδια τους τη ζωή». Ελπίζει ότι τα απομνημονεύματά του θα τους υπενθυμίσουν όχι μόνο τον πόνο του πολέμου, αλλά και την ανθρώπινη φύση των νεαρών ανδρών που θυσίασαν τις ζωές τους στη διάρκειά του.

«Ήμασταν σε ηλικία μαθητών λυκείου και πρωτοετών φοιτητών», εξηγεί στους Times. «Δεν υπήρχε ούτε ένας άνθρωπος ανάμεσά μας που θα είχε αποφασίσει από μόνος του ότι θέλει να πεθάνει».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο