Οι παλαιότεροι φανατικοί αναγνώστες ξένου Τύπου που έσπευδαν στα εξειδικευμένα περίπτερα του κέντρου της Αθήνας για να προλάβουν αντίτυπα των περιοδικών που συνέλεγαν, θα θυμούνται μια ιδιαίτερη κατηγορία αναγνωστών που ήθελαν τον περιπτερά να κρατά το αντίτυπό τους του περιοδικού Point de Vue & Images du Monde, που ήταν αφιερωμένο στις ευρωπαϊκές βασιλικές οικογένειες, πάντα με άφθονο φωτογραφικό υλικό.

Ωστόσο, για τον Βασιλικό Οίκο του Γουίντσορ (που κανονικά θα ονομαζόταν Οίκος του Σαξ-Κόμπουργκ και Γκότα, αλλά εν μέσω Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου  θεωρήθηκε ότι δεν μπορούσε η βασιλική οικογένεια της Αγγλίας να έχει γερμανικό όνομα και προτιμήθηκε το όνομα του βασιλικού κάστρου), μπορούσε κανείς να πληροφορείται πολύ πιο αναλυτικά από τον βρετανικό ταμπλόιντ Τύπο.

Η σειρά “The Crown” και η απεικόνιση της βασιλικής οικογένειας

Η τηλεοπτική σειρά The Crown στο διαδικτυακό συνδρομητικό κανάλι Netflix επενδύει ακριβώς στο  να πει την ιστορία μιας οικογένειας, που ούτως ή άλλως διεκδικούσε τα φώτα της δημοσιότητας.

Και εάν οι τρεις πρώτοι κύκλοι της σειράς έδειξαν μια μάλλον θετική εικόνα της βασιλικής οικογένειας και κατ’ επέκταση της μοναρχίας, μέσα από την σταδιακή προσπάθεια της Βασίλισσας Ελισάβετ να διατηρήσει το κύρος της σε μια χώρα που χάνει την αποικιακή της αυτοκρατορία  και όπου οι πολιτικές ιεραρχίες και συσχετισμοί μιας κοινοβουλευτικής δημοκρατίας υπερισχύουν κατά πολύ των κληρονομικών τίτλων, ο τέταρτος κύκλος δείχνει να είναι πιο σκληρός με τον Οίκο των Γουίντσορ.

Ο τέταρτος κύκλος και η δυσαρέσκεια της βασιλικής οικογένειας

Ο λόγος είναι ότι αναφέρεται στην περίοδο 1979-1990, περίοδο της διακυβέρνησης της Μάργκαρετ Θάτσερ αλλά και περίοδο όπου η μεγαλύτερη ίσως προσπάθεια επένδυσης στο μέλλον της μοναρχίας, δηλαδή ο γάμος ανάμεσα στον Πρίγκιπα της Ουαλίας Κάρολο και την Λαίδη Νταϊάνα Σπένσερ, την πιο φωτογενή και λαοφιλή προσθήκη στην οικογένεια, εξελίχτηκε σε ένα από τα μεγαλύτερα πλήγματα για αυτήν.

Ήδη η βασιλική οικογένεια με διαρροές της προς τον Βρετανικό Τύπο έχει εκφράσει την απαρέσκειά της.

Κύκλοι προσκείμενοι στον Πρίγκιπα Κάρολο – που απεικονίζεται στη σειρά ως κατά βάση ανίκανος να συντηρήσει μια ουσιαστική σχέση με την Πριγκίπισσα Νταϊάνα και διαρκώς προσκολλημένος στην «αιώνια αγαπημένη» Καμίλα Πάρκερ-Μπόουλς – να την χαρακτηρίζου «τρολάρισμα με προϋπολογισμό Χόλιγουντ», που «παρουσιάζει τη φαντασία ως πραγματικότητα».

Άλλες πηγές της βασιλικής οικογένειας θα υπογραμμίσουν ότι και ο Δούκας του Κέμπριτζ, δηλαδή ο Πρίγκιπας Γουίλιαμ, είναι δυσαρεστημένος με την απεικόνιση των γονέων του (δηλαδή του Καρόλου και της Νταϊάνας) και ότι παρουσιάζονται με εσφαλμένο και απλουστευτικό τρόπο, όπως και ότι είναι «δράμα και ψυχαγωγία για εμπορικούς σκοπούς χωρίς καμιά έγνοια για τους πραγματικούς ανθρώπους που εμπλέκονται».

Έντονες θα είναι και οι αντιδράσεις στον βρετανικό Τύπο, με τoν παραδοσιακά φιλομοναρχικό Telegraph να ξιφουλκεί κατά της σειράς και να χαρακτηρίζει τη σειρά «μια ντροπή».

Η απεικόνιση της εποχής της Λαίδης Νταϊάνα και της Μάργκαρετ Θάτσερ

Ωστόσο, πέραν των βρετανών φιλομοναρχικών κύκλων η σειρά έχει αντιμετωπιστεί μάλλον θετικά από τους κριτικούς, τόσο ως τηλεοπτικό προϊόν όσο και ως απεικόνιση μιας περιόδου.

Παρότι όλοι αναγνωρίζουν τις αρκετές αποκλίσεις από πραγματικά γεγονότα (δυστυχώς, παρότι θα ήταν πολύ ταιριαστό, ο Μάικλ Φάγκαν, που κατάφερε  να μπει στο Παλάτι από ένα παράθυρο και να βρεθεί στην βασιλική κρεβατοκάμαρα, δεν εξήγησε στην Βασίλισσα Ελισάβετ τις καταστροφικές επιπτώσεις του θατσερισμού), επισημαίνουν την ατμόσφαιρα, το καλογραμμένο σενάριο, τις δραματικές εντάσεις και φυσικά τις υποδειγματικές ερμηνείες. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι είναι μια σειρά που προσφέρει σκηνές όπου συναντιούνται η Ολίβια Κόλμαν (ως Ελισάβετ) και η Τζίλιαν Άντερσον (η οποία δίνει ένα ρεσιτάλ ως Μάργκαρετ Θάτσερ).

Στην πραγματικότητα η σειρά επιτρέπει μια αίσθηση μιας περιόδου ιδιαίτερα κρίσιμης για τη Βρετανία και όχι μόνο τη βρετανική μοναρχία. Ας μην ξεχνάμε ότι είναι η περίοδος όπου οι πολιτικές που προκρίνει η Θάτσερ (και η οποία απεικονίζεται ως ιδιαίτερα στοχοπροσηλωμένη και σε ρήξη αρχικά με το ίδιο της το κόμμα), πολιτικές που αργότερα θα ονομάσουμε νεοφιλελευθερισμό, επιτείνουν  την αποδιάρθρωση του κοινωνικού κράτους, αποδιαρθρώνουν την παραδοσιακή βιομηχανική βάση και βυθίζουν μεγάλες περιοχές στην ανεργία, διαμορφώνοντας μια κοινωνική πόλωση που θα είναι ενεργή ακόμη και τρεις δεκαετίες μετά, όπως τουλάχιστον έδειξαν τα εκλογικά αποτελέσματα υπέρ του Brexit.

Η βαθύτερη κρίση της μοναρχίας σε έναν κόσμο που αλλάζει

Σε αυτό το τοπίο, η μοναρχία όντως παρουσιάζεται ως ένας θεσμός που πασχίζει να κρατηθεί στο ρόλο του, ακόμη και μέσα από έναν κυνικό υπολογισμό, που αποτυπώνεται ιδιαίτερα στον τρόπο που βλέπει σε μια νεαρή, φωτογενή, ευαίσθητη, αλλά ανέτοιμη για το βάρος του «ρόλου» που της επιφύλασσαν γυναίκα μια επικοινωνιακή επένδυση για το μέλλον του θεσμού, ουσιαστικά την ελπίδα να επαναλάβουν αυτό που πέτυχε η ίδια η Ελισάβετ ως η νεαρή βασίλισσα (και η πρώτη «τηλεοπτική βασίλισσα») που αποκατέστησε το κύρος της μοναρχίας.

Το ίδιο ισχύει και για τον τρόπο που απεικονίζεται σε κρίσιμες περιστάσεις η βασιλική οικογένεια ως ένα παράδοξο και κάπως αυτάρεσκο σύνολο ανθρώπων που αρέσκονται να οργανώνουν «δοκιμασίες» για όσους επισκέπτονται για πρώτη φορά το βασιλικό Κάστρο του Μπάλμοραλ στη Σκοτία  και με κάθε τρόπο προσπαθούν να διατηρήσουν έναν θεσμικό και συμβολικό ρόλο που καθαυτός καθίσταται όλο και περισσότερο περιττός σε μια σύγχρονη δημοκρατία.

Με αυτή την έννοια οι διαμαρτυρίες για το εάν «αδικεί» ή όχι τη βασιλική οικογένεια αποκτούν μικρότερη σημασία.

Ακόμη και εάν δεχτούμε ότι επέδειξαν λιγότερο κυνισμό στη διαχείριση της σχέσης τους με τη Λαίδη Νταϊάνα, ή σημειώσουμε ότι ο Πρίγκιπας Κάρολος σε διάφορες στιγμές βρέθηκε να υιοθετεί πιο αριστερές ή προοδευτικές θέσεις από την τελευταία ακολουθία κυβερνήσεων των Τόρηδων, η μοναρχία ολοένα και περισσότερο φαντάζει ως ένας θεσμός αναχρονιστικός και ανίκανος πια να αποτελέσει το σημείο αναφοράς όχι μόνο της Κοινοπολιτείας (τα καναδικά ταχυδρομεία ακόμη εκδίδουν αναμνηστικά γραμματόσημα με τη Βασίλισσα, αλλά προφανώς και κανείς δεν θεωρεί παίζει κάποιον ρόλο, ούτε καν αυτόν του συμβόλου) αλλά σταδιακά και της ίδιας της Βρετανίας.

Αρκεί να αναλογιστούμε ότι σε όλες τις κρίσιμες προκλήσεις που αντιμετώπισε τα τελευταία χρόνια η Μεγάλη Βρετανία, από τη σχέση της με την Ευρώπη μέχρι την ίδια την εσωτερική συνοχή της, η Μοναρχία μάλλον δεν προσέφερε κάποιο ενοποιητικό σημείο αναφοράς.

Ούτως ή άλλως εδώ και καιρό η βασιλική οικογένεια έχει χάσει τον έλεγχο του παραμυθιού, όπως παρατηρεί ο Economist. Ο γάμος του Πρίγκιπα Χάρι με την Μέγκαν Μάρκλ αντί για ανανέωση αποτέλεσε τελικά στοιχείο κρίσης, όταν αποφάσισαν να αποποιηθούν ουσιαστικά την πριγκιπική ιδιότητα, ενώ αρνητικό αντίκτυπο είχε και η σχέση του Πρίγκιπα Άντριου με τον Τζέφρι Έπσταϊν.

Γράψτε το σχόλιό σας