«Το όνειρο ενός ηθοποιού, σημαντικού ή ασήμαντου, δεν σταματά ποτέ. Αν ο ηθοποιός θέλει να ’ναι πραγματικά ηθοποιός αλλά και άνθρωπος, τα όνειρά του δεν πρέπει να σταματούν ποτέ. Ευτυχώς, η ζωή, η φύση είναι απέραντες, δεν έχουν όρια. Διαφορετικά θα ’μασταν παγωμένοι, νεκροί. Αυτό μας γεμίζει ηδονές, εκπλήξεις. Γι’ αυτό πρέπει ν’ ανακαλύπτουμε διαρκώς. Στόχος του ηθοποιού δεν πρέπει να είναι η διάκριση. Πρέπει να γίνει καλύτερος από τον εαυτό του. Είμαι εναντίον της σύγκρισης. Να διακριθώ σημαίνει να ξεχωρίσω από τους άλλους. Εάν αυτό γίνει αυτοσκοπός, είναι λάθος. Δεν πρέπει να προσπαθείς να γίνεις καλύτερος από τους άλλους. Θα πρέπει να γίνεις καλύτερος από τον εαυτό σου».

Τάδε έφη για τον ηθοποιό και την υποκριτική τέχνη ο Βασίλης Διαμαντόπουλος, ο οποίος είχε γεννηθεί στις 15 Νοεμβρίου 1920 στον Πειραιά.

Ο Διαμαντόπουλος σπούδασε στις δραματικές σχολές του Εθνικού Θεάτρου και του Θεάτρου Τέχνης, στο οποίο έκανε και την πρώτη του εμφάνιση το 1942, παίζοντας μαζί με το δάσκαλό του, Κάρολο Κουν, στη διάσημη «Αγριόπαπια» του νορβηγού δραματουργού Χένρικ Ίψεν.

Οι δεκάδες ρόλοι που ερμήνευσε ακολούθως στο Θέατρο Τέχνης, έως το 1949, τον καθιέρωσαν ως πρωταγωνιστή του ελληνικού θεάτρου.

Στη συνέχεια ο Διαμαντόπουλος συνεργάστηκε με το θίασο της Κατερίνας Ανδρεάδη και το 1950 προσελήφθη στο Εθνικό Θέατρο, όπου έμελλε να συμμετάσχει σε παραστάσεις-σταθμούς (οι περισσότερες σε σκηνοθεσία του Κουν).

Το 1953-1954 συγκρότησε προσωπικό θίασο, ενώ το καλοκαίρι του ’54 συνεργάστηκε με το θίασο του Νίκου Χατζίσκου.

Το 1954-1955 έκανε μια έκτακτη εμφάνιση στο νέο Θέατρο Τέχνης, που είχε ξεκινήσει την πορεία του στο υπόγειο του «Ορφέα», για να επανέλθει στη συνέχεια στο Εθνικό Θέατρο.

Από το 1958, έτος ιδρύσεως του Νέου Θεάτρου, έως το 1966 συμπρωταγωνίστησε με την τότε σύντροφό του, Μαρία Αλκαίου, σε ιδιαίτερα επιτυχημένες παραστάσεις, για τις οποίες τιμήθηκε μάλιστα από την ελληνική πολιτεία.

Η Απριλιανή δικτατορία ανέκοψε τη θεατρική πορεία του Διαμαντόπουλου και τον υποχρέωσε να αυτοεξοριστεί στο Παρίσι.

Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, συνεργάστηκε αρχικά με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και αργότερα με το Θέατρο Σάτιρα του Γιώργου Μιχαλακόπουλου.

Οι δυο τους ξεχώρισαν ως δίδυμο όχι μόνο στη σκηνή του θεάτρου αλλά και στην τηλεόραση (Λουκάς ο Βασίλης Διαμαντόπουλος και Σόλων ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος στην τηλεοπτική σειρά «Εκείνος κι Εκείνος», σε κείμενα του Κώστα Μουρσελά).

Τα επόμενα χρόνια ο Διαμαντόπουλος έδωσε το «παρών» ως πρωταγωνιστής σε ορισμένα από τα σημαντικότερα έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου.

Το 1993 ίδρυσε το Σύγχρονο Θέατρο και ανέβασε την «Ανάκριση» του Πέτερ Βάις, όπου μάλιστα έπαιξε τον τελευταίο του ρόλο στο θέατρο.

Ο Βασίλης Διαμαντόπουλος δίδαξε την υποκριτική στις δραματικές σχολές του Θεάτρου Τέχνης και του Εθνικού Θεάτρου, ενώ ίδρυσε και δικές του δραματικές σχολές, καθώς και θεατρικό εργαστήρι.

Υπήρξε ενεργό μέλος του ΣΕΗ και είχε αναπτύξει συνδικαλιστική και πολιτική δραστηριότητα στο χώρο του ΚΚΕ.

Ο Βασίλης Διαμαντόπουλος, που απέκτησε στο διάβα του βίου του δύο συζύγους και δύο τέκνα, πέθανε στις 5 Μαΐου 1999, στα 79 του χρόνια, από ανακοπή καρδιάς, ύστερα από ατύχημα που του είχε προκαλέσει κάταγμα του αριστερού μηριαίου οστού.

Η κηδεία του, λιτή και απέριττη, έγινε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών, παρουσία πλήθους κόσμου.

(Πηγή πληροφοριών: syxronotheatro.gr)

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο