«Δεν υπάρχει γνωστή προσωπογραφία του Ανδρέα Κάλβου Ιωαννίδη. Καμιά φορά όταν ο στίχος του επιμένει μέσα στο μυαλό μου, τον αισθάνομαι σαν ένα ανθρώπινο σχήμα που αγωνίζεται, με τις απελπισμένες χειρονομίες τυφλού, να παραμερίσει ένα ψηλό παραπέτασμα που τον σκεπάζει. Δεν κατορθώνει ποτέ να φανερωθεί. Μόνο η φωνή του, πιο μακριά ή πιο κοντά. Μόνο οι κινήσεις ενός σώματος που υποπτεύει και λογαριάζει κανείς απ’ το κυμάτισμα του πανιού».

Γ. Σεφέρης, «Πρόλογος για μια έκδοση των Ωδών», Δοκιμές, Αθήνα, Ίκαρος, 1974, 179-181.

Ανάμεσα στα μέλη της γενιάς του ’30 θα βρει κανείς και άλλους εισηγητές της «επανανακάλυψης» του ποιητή: τον Οδ. Ελύτη, τον Γ. Θεοτοκά, τον Ν. Κάλας, που θα θελήσουν –πάνω στην έλλειψη καλβικής προσωπογραφίας– να σκιαγραφήσουν ο καθένας το δικό του πορτρέτο. Για μια πληρέστερη καταμέτρηση πρέπει κανείς να συμπεριλάβει τον ιστορικό που βιολογικά συμπίπτει με τους λογοτέχνες αυτής της γενιάς, τον Κ. Θ. Δημαρά, καθώς και τον Κ. Τσάτσο. Οι ποιητές ωστόσο είναι αυτοί που αρχίζουν να συγκεντρώνουν το βλέμμα τους σε στοιχεία που συνθέτουν μια εικόνα του Κάλβου διαφορετική από αυτή του πατριώτη ποιητή συγκροτώντας το ερώτημα: «ο Κάλβος χωρίς την πανοπλία του ηρωισμού του;». Απαντούν οι ίδιοι αποφασιστικά: «είναι καιρός να παρακολουθήσουμε τη διαμόρφωσή του». Μεταπολεμικά σχεδόν καθιερώνεται στα ποιητικά πορτρέτα που φιλοτεχνούν οι ποιητές μια εικόνα του Κάλβου όχι απλώς ως ταξιδιώτη, αλλά ως εξόριστου μέσα στον κόσμο, καταδικασμένου να αναζητά αδιάκοπα και εν αγωνία την πατρίδα.

Εκτός από πολλά ποιήματα (λ.χ. από τον Καρυωτάκη και τον Σεφέρη), ένα διήγημα (Μ. Καραγάτσης, «Αι Ευχαί»), δύο μυθιστορηματικές βιογραφίες (Ν. Σκαράκης, Πόλυ Χατζημανωλάκη), μία έκθεση ζωγραφικής («Αναφορά στον Κάλβο», Ζάκυνθος 2001), πλάι στις πολλές φανταστικές εικαστικές απεικονίσεις, τις κινηματογραφικές ταινίες και τις μελοποιήσεις ποιημάτων, επιχείρησαν να συμπληρώσουν δημιουργικά το πραγματολογικό κενό της καλβικής απεικόνισης. Τις μακροχρόνιες σχετικές φιλολογικές προσπάθειες ολοκλήρωσε το λεύκωμα του Λεύκιου Ζαφειρίου (Ο βίος και το έργο του Ανδρέα Κάλβου, 2006), ενώ το αίτημα του Σεφέρη για συνολική έκδοση του έργου του Κάλβου αναμένεται να πραγματοποιηθεί.

(Πηγή πληροφοριών: Αγγέλα Γιώτη/greek-language.gr)

Π. Καποδίστριας 2009

Ο Ανδρέας Κάλβος γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1792, από τον Νικόλαο και την Ανδριανή, το γένος Ρουκάνη.

Το 1794 γεννήθηκε ο αδελφός του Νικόλαος.

Το 1802 ο πατέρας Κάλβος πήρε τα δύο παιδιά του και εγκατέλειψε τη σύζυγό του, προκειμένου να εγκατασταθεί στο Λιβόρνο της Ιταλίας, όπου ο Ανδρέας παρέμεινε έως το 1812.

Εκεί, γοητευμένος από την κλασική παιδεία της χώρας, προσπάθησε, ως αυτοδίδακτος, να την αφομοιώσει και να κατακτήσει κάποια κοινωνική θέση.

Σε ηλικία είκοσι ετών είχε μια αποφασιστική για τη ζωή του γνωριμία: έγινε γραμματέας του ποιητή Ούγο Φόσκολο (Ugo Foscolo) και τον συνόδευσε στην εξορία του στην Ελβετία και στο Λονδίνο, όπου επήλθε και η τελική ρήξη στις σχέσεις τους (1817).

Από τότε ο Κάλβος ασχολήθηκε με ιδιαίτερα μαθήματα και μεταφράσεις, για να εξασφαλίσει τα προς το ζην.

Το 1821 φυλακίστηκε στη Φλωρεντία ως καρμπονάρος και το 1826 βρέθηκε υπό επιτήρηση στη Γαλλία, επειδή «πρέσβευε αισθήματα ένθερμου φιλελευθερισμού».

Ο ένθερμος αυτός φιλελευθερισμός θα σταθεί ο πυρήνας όλου του έργου του.

Ο Κάλβος αισθάνεται βαρύ το χρέος όχι μόνο να υμνήσει την επανάσταση και την Ελλάδα, που αγωνίζεται να αποτινάξει τον τουρκικό ζυγό, αλλά κυρίως να διαμορφώσει συνειδήσεις σύμφωνα με το πνεύμα ενός υψηλού ανθρωπισμού.

Κεντρική ιδέα στην ποίησή του είναι η αρετή, όχι μόνο με την αρχαία ελληνική (ανδρεία) και τη χριστιανική σημασία της, αλλά και με την κοινωνική της ιδιότητα, την ενεργητική, που παρακινεί τον άνθρωπο στο κοινό καλό.

Η αρετή του, δηλαδή, είναι ένας άσβεστος πόθος για ελευθερία και δικαιοσύνη.

Οι υψηλές ιδέες του Κάλβου εκφράζονται με μια εντελώς ξεχωριστή ιδιοτυπία τόσο στη γλώσσα όσο και στη δομή και τη στιχουργία των ποιημάτων του.

Ίσως αυτός είναι ο κυριότερος λόγος που οι σύγχρονοί του, αλλά και οι μεταγενέστεροι αγνόησαν ή και περιφρόνησαν ακόμη το έργο του.

Πρώτος ο Παλαμάς το 1888 μίλησε με ενθουσιασμό για τη μεγάλη ποιητική αξία των «Ωδών» του.

Από τότε το έργο του Κάλβου κερδίζει συνεχώς τις νεότερες γενιές, και στις μέρες μας θεωρείται πρωτοπόρος της λυρικής έκφρασης και ένας από τους κορυφαίους ποιητές μας.

Το 1826 ο Κάλβος επέστρεψε στην Ελλάδα, και από το 1826 έως το 1852 διέμεινε στην Κέρκυρα, όπου εργάστηκε ως καθηγητής στην Ιόνιο Ακαδημία.

Από το 1852 έως το θάνατό του, στις 3 Νοεμβρίου 1869, έζησε στην Αγγλία.

Τα οστά του, με ενέργειες του ελληνικού κράτους, μεταφέρθηκαν στη Ζάκυνθο το 1960 (αναπαύονται στο μαυσωλείο του «Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων», δίπλα στα οστά του εθνικού μας ποιητή).

*Τα φανταστικά πορτρέτα του Ανδρέα Κάλβου που περιλαμβάνονται στο παρόν άρθρο προέρχονται στο σύνολό τους από το greek-language.gr

Παναγιώτης Γράββαλος (1992)

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο