Μια Ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς – 40 χρόνια μετά

Η Ημέρα του Ιβάν Ντε­νί­σο­βιτς δεν μπο­ρεί να ταυ­τι­στεί με μιαν «απλή» μαρτυρία για τα όσα φρι­κα­λέα ρητά εκ­θέ­τει ή υπο­νο­εί. Ανά­γε­ται κατά κά­ποιον τρό­πο σε ένα δο­κί­μιο, σε ένα δο­μη­μέ­νο χρο­νι­κό που συ­μπυ­κνώ­νει, με μυθιστορηματικές πλευ­ρές, μια βα­ριά και μα­κράς διάρ­κειας ιστο­ρία. Αυτή εί­ναι νο­μί­ζω και η πρώ­τη έκ­πλη­ξη του ανα­γνώ­στη που… τότε, πριν από δε­κά­δες χρό­νια, το πήρε στα χέ­ρια του και άρ­χι­σε να το δια­βά­ζει.

Το «τότε» έχει τη ση­μα­σία του, για­τί στο «τώρα» με άλλη διά­θε­ση, με άλλα κί­νη­τρα θα προ­σεγ­γί­σει το βι­βλίο ο ση­με­ρι­νός ανα­γνώ­στης: ως ένα βι­βλίο-σταθ­μό, το πρώ­το στην ξε­χω­ρι­στή και σημαντι­κή πο­ρεία του συγ­γρα­φέα που έχει πια κα­θιε­ρω­θεί ως κλα­σι­κός για το συ­νο­λι­κό του έργο αυτό κα­θαυ­τό και όχι απλώς και μόνο για τις φι­λο­σο­φι­κές, θρη­σκευ­τι­κές, πο­λι­τι­κές αντι­λή­ψεις του και συ­μπε­ρι­φο­ρές του. Κανείς νο­μί­ζω δεν θα μπει στη συ­ναρ­πα­στι­κή κρουα­ζιέ­ρα μέσα στο Αρχι­πέ­λα­γος του Γκου­λάγκ για να κοι­νω­νή­σει με την αρ­χαϊ­κή σλα­βο­φι­λία του Σολ­ζε­νί­τσιν, με τη στή­ρι­ξή του στην ιδέα της «Τρί­της Ρώμης» ή την κα­τα­δί­κη του κα­πι­τα­λι­στι­κού υλι­σμού. Αντί­θε­τα γνω­ρί­ζει ότι ξα­να­πιά­νει το νήμα της πιο κλα­σι­κής λο­γο­τε­χνί­ας και αφή­γη­σης, θα έλε­γα σχε­δόν άσχε­τα από τις κα­θε­στω­τι­κές και πο­λι­τι­κές, ακό­μα και γε­ω­γρα­φι­κές, πα­ρα­μέ­τρους της.

Δεν ήταν έτσι το «τότε», όταν ένας αρι­στε­ρός π.χ. ανα­ρω­τιό­ταν πόσο «ορθό» ήταν να εμπλα­κεί στις επώ­δυ­νες εν­δο­α­ρι­στε­ρές και εν­δο­σο­βιε­τι­κές δια­μά­χες στην προ­ο­πτι­κή της αποσταλινοποίησης, στις εμ­φα­νείς ανα­μί­ξεις εξωλογοτεχνικών κρι­τη­ρί­ων, αδια­φα­νών πο­λι­τι­κών κέ­ντρων εξου­σί­ας, πρα­κτό­ρων κ.λπ., και να «μπλέ­ξει» άθε­λά του με τις ίντρι­γκες του «εχθρού». Τα θέ­μα­τα όμως που θί­γο­νται με τόση λι­τό­τη­τα και τόση δύ­να­μη στο βι­βλίο εί­χαν αρ­χί­σει να «διαρ­ρέ­ουν» στην κοι­νή γνώ­μη, ακό­μα και από επί­ση­μες σο­βιε­τι­κές πη­γές, πράγ­μα που κά­λυ­ψε και την πο­λι­τι­κή ορ­θό­τη­τα της προ­σφυ­γής στον άγνω­στο έως τότε συγ­γρα­φέα: βία, συλ­λο­γι­κή ευ­θύ­νη και τα­πεί­νω­ση των κρατουμένων, ορ­θο­λο­γι­στι­κή και σα­δι­στι­κή κα­τα­πί­ε­ση (σε πο­σό­στω­ση τόσων αρρώστων την ημέ­ρα πε­ριο­ρι­ζό­ταν η πε­ρί­θαλ­ψη στις απάν­θρω­πες συν­θή­κες του Γκου­λάγκ…), κυ­νι­σμός του κα­τα­φερ­τζή ήρωα (κα­τα­δι­κα­σμέ­νου ως προ­δό­τη για­τί πιά­στη­κε αιχ­μά­λω­τος πο­λέ­μου!), μι­κρο­συ­ναλ­λα­γές και αρ­πα­γές από τους άλ­λους και σιω­πη­λή κα­τάρ­ρευ­ση των πολ­λών, και τέ­λος η κα­θη­με­ρι­νή του νίκη: επι­βί­ω­σε και σή­με­ρα, θα δού­με την επό­με­νη μέρα… χω­ρίς όμως ελπίδα λύ­τρω­σης. Και όλα αυτά ιδω­μέ­να με μια ιδιό­τυ­πη από­στα­ση αλλά και συ­μπό­νια από την πλευ­ρά του συγ­γρα­φέα. Εκεί εί­ναι που ξε­φεύ­γει από τη σκέ­τη κα­ταγ­γε­λία και ανα­δει­κνύ­ε­ται σε κλα­σι­κό ανα­τό­μο μιας πρω­το­φα­νούς πε­ριό­δου της ιστο­ρί­ας.

Από εκεί και πέρα τα λοι­πά κα­τα­νο­ού­νται ως πε­ραι­τέ­ρω ανά­λυ­ση, με αποκορύφωμα το επι­κό Αρχι­πέ­λα­γος. Αυτό ίσως εί­ναι, πέρα από την αυ­τα­ξία της, το κυ­ριό­τε­ρο επί­τευγ­μα της Ημέ­ρας του Ιβάν Ντε­νί­σο­βιτς : άνοι­ξε νέ­ους δρόμους, νέα σχο­λή, στην οποία θή­τευ­σαν στη συ­νέ­χεια ση­μα­ντι­κά ονό­μα­τα της σο­βιε­τι­κής και ρω­σι­κής λο­γο­τε­χνί­ας, αλλά και κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κής ανά­λυ­σης. Γι΄ αυτό και αξί­ζει και σή­με­ρα να δια­βά­ζε­ται, όχι απλώς ως μαρ­τυ­ρία και καταγγελία που αφο­ρά το στα­λι­νι­κό φαι­νό­με­νο και κα­θε­στώς, αλλά και ως εργαλείο ανά­λυ­σης και κα­τα­νό­η­σης γε­νι­κό­τε­ρα του πε­ρι­βάλ­λο­ντος στρατοπέδου συ­γκέ­ντρω­σης με «ιδε­ο­λο­γι­κή» βάση και «ορ­θο­λο­γι­κή» δια­χεί­ρι­ση…

*Άρθρο του αείμνηστου Μιχάλη Παπαγιαννάκη (1941-2009), που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Τα Νέα» στις 24 Ιανουαρίου 2009 (πηγή: ananeotiki.gr).

Στο μυθιστόρημά του «Μια Ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς», συγγραφικό έργο μείζονος πολιτικής σημασίας, που δημοσιεύτηκε το Νοέμβριο του 1962, ο νομπελίστας συγγραφέας Αλεξάντρ Ισάγιεβιτς Σολζενίτσιν (1918-2008), εμβληματική προσωπικότητα της σύγχρονης ρωσικής λογοτεχνίας, μεταφέρει τις προσωπικές εμπειρίες του από τα διαβόητα σταλινικά γκουλάγκ.

Σε ένα στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας του ανελεύθερου σοβιετικού καθεστώτος, ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος, ο ρώσος αγρότης Ιβάν Ντενίσοβιτς Σούχοφ, πασχίζει να διατηρήσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την εσωτερική ελευθερία του μέσα στις απάνθρωπες συνθήκες του στρατοπέδου.

Ο Σολζενίτσιν συνελήφθη από τις σοβιετικές Αρχές εξαιτίας της κριτικής που άσκησε στον Στάλιν ενόσω αλληλογραφούσε και καταδικάστηκε σε οκτώ χρόνια καταναγκαστικής εργασίας και μόνιμη εξορία.

Το 1969 η Ένωση Σοβιετικών Συγγραφέων απέβαλε τον Σολζενίτσιν χωρίς να του δοθεί η δυνατότητα ακρόασης, γεγονός που ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων στους κόλπους των διανοουμένων της Δύσης.

Το 1970 ο Σολζενίτσιν τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Το Δεκέμβριο του 1973 εκδόθηκε στο Παρίσι το πρώτο μέρος του άλλου μνημειώδους συγγραφικού έργου του, που φέρει τον τίτλο «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ».

Το Φεβρουάριο του 1974 ο Σολζενίτσιν υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τη χώρα του, στην οποία επέστρεψε το 1994, μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο