Η Κύπρος ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο κράτος στις 16 Αυγούστου 1960, βάσει των Συμφωνιών που είχαν συναφθεί στη Ζυρίχη και το Λονδίνο το 1959 και προέβλεπαν τον τερματισμό της βρετανικής κυριαρχίας στη Μεγαλόνησο.

Οι εν λόγω Συμφωνίες όριζαν το συνταγματικό χάρτη της νεοσύστατης Κυπριακής Δημοκρατίας, που τελούσε υπό την εγγύηση της Ελλάδας, της Τουρκίας και του Ηνωμένου Βασιλείου ως προς την ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα, την ασφάλεια και τη συνταγματική τάξη της.

Τα προηγηθέντα

Στα τέλη του 1958 το περίφημο Κυπριακό Ζήτημα βρισκόταν κατά τα φαινόμενα προ αδιεξόδου, καθώς στις προηγηθείσες διακοινοτικές ταραχές είχαν προστεθεί αφενός η υιοθέτηση του διχοτομικού σχεδίου του βρετανού πρωθυπουργού Χάρολντ Μακμίλαν από τουρκικής πλευράς και αφετέρου η στροφή του Μακαρίου υπέρ της ανεξαρτησίας με την υποστήριξη της Ελλάδας.

Παρά το φαινομενικό αυτό αδιέξοδο, η Αθήνα και η Άγκυρα, λόγω των δυσχερειών που αντιμετώπιζαν τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο σε επίπεδο στρατηγικής, αποφάσισαν εκ παραλλήλου να επιδείξουν σχετική διαλλακτικότητα και να αναζητήσουν οδούς προσεγγίσεως σε ό,τι αφορούσε το Κυπριακό.

Έτσι, οι υπουργοί Εξωτερικών των δύο χωρών, Ευάγγελος Αβέρωφ και Φατίν Ζορλού, συναντήθηκαν και συνομίλησαν για θέματα που άπτονταν του Κυπριακού αρχικά στη Νέα Υόρκη και ακολούθως στο Παρίσι.

Η Συμφωνία της Ζυρίχης

Με την απρόθυμη συναίνεση της Μεγάλης Βρετανίας, Ελλάδα και Τουρκία ανακοίνωσαν τελικά τη σύγκληση διάσκεψης κορυφής στη Ζυρίχη, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 5 έως τις 11 Φεβρουαρίου 1959 με τη συμμετοχή των πρωθυπουργών των δύο χωρών, Κωνσταντίνου Καραμανλή και Αντνάν Μεντερές, καθώς και των υπουργών επί των Εξωτερικών.

Παρά τις εμφανώς διαφορετικές αντιλήψεις της κάθε πλευράς αναφορικά με το καθεστώς του νησιού, οι ελληνοτουρκικές συνομιλίες που διεξήχθησαν στη Ζυρίχη κατέληξαν σε συμφωνία για τη δημιουργία ανεξάρτητου κυπριακού κράτους, αποκλειομένων στο διηνεκές τόσο της ένωσης όσο και της διχοτόμησης.

Η συναφθείσα «Συνθήκη Συμμαχίας», σε μια προσπάθεια να παρακαμφθεί η αξίωση των Τούρκων για τη δημιουργία δικής τους στρατιωτικής βάσης στην Κύπρο, προέβλεπε τη συγκρότηση ενός κοινού στρατηγείου με ελληνικές και τουρκικές δυνάμεις (950 και 650 άνδρες αντίστοιχα).

Εξάλλου, η συνομολογηθείσα «Συνθήκη Εγγυήσεως» προέβλεπε ότι η Μεγάλη Βρετανία, η Ελλάδα και η Τουρκία θα εγγυόνταν την ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα και το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία αποτελούσε επίσης συμβαλλόμενο μέρος της Συνθήκης.

Αξιοσημείωτο είναι ότι η Συνθήκη περιελάμβανε διάταξη σύμφωνα με την οποία οι τρεις προαναφερθείσες εγγυήτριες δυνάμεις, σε περίπτωση παραβίασης της Συνθήκης, θα έπρεπε να συμπράξουν για την αποκατάσταση του status quo ή και να δράσουν μονομερώς, εφόσον η εν λόγω σύμπραξη ήταν ανέφικτη.

Αυτήν ακριβώς τη διάταξη επικαλέστηκε η Τουρκία (παρά τα ισχυρά νομικά επιχειρήματα περί του αντιθέτου) για να δικαιολογήσει την ένοπλη επέμβαση και την εισβολή της στη Μεγαλόνησο το 1974.

Σε ό,τι αφορούσε πάλι τις βασικές διατάξεις του Συντάγματος του νεοσύστατου κράτους, αυτές περιλαμβάνονταν στη λεγόμενη «Βασική Διάρθρωση».

Βάσει αυτών η Κυπριακή Δημοκρατία αποκτούσε ελληνοκύπριο πρόεδρο και τουρκοκύπριο αντιπρόεδρο, που θα εκλέγονταν από την ελληνική και την τουρκική κοινότητα αντίστοιχα. Τόσο ο πρόεδρος όσο και ο αντιπρόεδρος, που θα εκλέγονταν για πέντε έτη, είχαν δικαίωμα να ασκήσουν βέτο σε ζητήματα εσωτερικής ασφάλειας, άμυνας και εξωτερικής πολιτικής.

Επίσης, το Σύνταγμα της αρτισύστατης Κυπριακής Δημοκρατίας προέβλεπε τη δημιουργία δύο Κοινοτικών Συνελεύσεων (ελληνικής και τουρκικής), καθώς και μιας ενιαίας Βουλής Αντιπροσώπων με ποσοστιαία αναλογία 70% Ελληνοκυπρίων και 30% Τουρκοκυπρίων.

Μεταξύ άλλων, το Σύνταγμα προέβλεπε επίσης τα της σύνθεσης του υπουργικού συμβουλίου (επτά Ελληνες, τρεις Τούρκοι) και της στελέχωσης του δημόσιου τομέα (70% Έλληνες και 30% Τούρκοι), ενώ ρύθμιζε και τα θέματα της δικαστικής εξουσίας.

Οι πρωθυπουργοί Ελλάδας και Τουρκίας, Καραμανλής και Μεντερές, προέβησαν στη μονογραφή των συμφωνηθέντων στη Ζυρίχη στις 11 Φεβρουαρίου 1959.

Η Συμφωνία του Λονδίνου

Ακολούθησε διάσκεψη των ενδιαφερομένων μερών στο Λονδίνο, όπου προσκλήθηκαν επίσης ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και ο ηγέτης των Τουρκοκυπρίων, Φαζίλ Κουτσιούκ.

Ο Μακάριος είχε κάνει κατ’ αρχήν δεκτές τις βασικές διατάξεις του Συντάγματος που προέβλεπε η Συμφωνία της Ζυρίχης, αλλά είχε εκφράσει την επιθυμία να συζητήσει κάποια σημεία των κειμένων της Ζυρίχης με τον Φαζίλ Κουτσιούκ, έστω και στο περιθώριο της διάσκεψης.

Στο πλαίσιο της διάσκεψης του Λονδίνου, που άρχισε στις 17 Φεβρουαρίου 1959, η Μεγάλη Βρετανία αποδέχτηκε τα συμφωνηθέντα στη Ζυρίχη υπό τον όρο ότι θα διατηρούσε πλήρως την κυριαρχία της στις δύο στρατιωτικές βάσεις του Ακρωτηρίου και της Δεκέλειας.

Οι υπουργοί Εξωτερικών της Ελλάδας και της Τουρκίας δήλωσαν ότι αποδέχονταν τα συμφωνηθέντα στη Ζυρίχη, αλλά δεν έγινε το ίδιο με τον Μακάριο, ο οποίος δήλωσε μεν ότι δεχόταν τις ρυθμίσεις της Ζυρίχης ως βάση συζήτησης, αλλά έθεσε ζήτημα αναθεώρησης ορισμένων διατάξεων.

Τελικά, παρά τους δισταγμούς που είχε, ο Μακάριος υπέγραψε τις συμφωνίες για την ανεξάρτητη Δημοκρατία της Κύπρου.

Οι Καραμανλής και Μακμίλαν μετέβησαν ακολούθως στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν ο Μεντερές ύστερα από το αεροπορικό δυστύχημα (στοίχισε τη ζωή σε δώδεκα άτομα) που είχε κατά την προσγείωση του αεροσκάφους του στο Λονδίνο, στις 17 Φεβρουαρίου.

Έτσι, το ανεξάρτητο κυπριακό κράτος έμελλε να γεννηθεί μέσα σε ένα βρετανικό νοσοκομείο, όπου οι τρεις ηγέτες των ενδιαφερομένων μερών υπέγραψαν το τελικό κείμενο της Συμφωνίας του Λονδίνου.

Μια ψύχραιμη αποτίμηση των Συμφωνιών

Οι Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου αναφορικά με το Κυπριακό Ζήτημα είχαν αναμφίβολα και θετικές και αρνητικές πτυχές.

Οι Ελλαδίτες και οι Ελληνοκύπριοι δεν πήραν ασφαλώς όλα όσα επιθυμούσαν, αλλά την ίδια στιγμή απέφυγαν τα χειρότερα, που ουδείς εχέφρων άνθρωπος μπορεί να ισχυριστεί ότι ήταν απίθανο να συμβούν.

Η ύπαρξη μιας ανεξάρτητης, κυρίαρχης Κυπριακής Δημοκρατίας, έπειτα από αιώνες ξενικής κατοχής, ήταν πλέον αναμφισβήτητο γεγονός.

Επίσης, είχε αποφευχθεί η εφαρμογή του βρετανικού σχεδίου (σχεδίου Μακμίλαν), που είχε μια σαφώς διχοτομική δυναμική.

Από την άλλη πλευρά, δεν είχε βεβαίως επιτευχθεί ο στόχος των Ελληνοκυπρίων για την Ένωση με τη Μητέρα Ελλάδα, ενώ το συμφωνηθέν Σύνταγμα, ως προϊόν αμοιβαίων συμβιβασμών και υποχωρήσεων, ήταν ευθύς εξαρχής δυσλειτουργικό και υπέρ το δέον πολύπλοκο, με την τουρκοκυπριακή πλευρά να αποσπά μερίδιο εξουσίας μεγαλύτερο από εκείνο που αντιστοιχούσε στο πραγματικό μέγεθός της.

Εν κατακλείδι, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι τα συμφωνηθέντα στη Ζυρίχη και το Λονδίνο εμπεριείχαν το σπόρο της διχόνοιας και εξυπηρετούσαν σε μεγάλο βαθμό τη βρετανική τακτική τού «διαίρει και βασίλευε», κάτι που σήμαινε ότι η Κύπρος εισερχόταν σε μια νέα αβέβαιη φάση του πολυκύμαντου ιστορικού βίου της.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr