Συνέντευξη στη Μαρία Βασιλείου

Η αποκλιμάκωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι το πεδίο που θα δείξει αν η Ευρωπαϊκή Ενωση μπορεί να παίξει πιο ενεργή εξωτερική πολιτική, υποστηρίζει ο Ιαν Λέσερ, αντιπρόεδρος και διευθυντής του German Marshall Fund (GMF), στις Βρυξέλλες. Στη συζήτησή του με τα «ΝΕΑ» ο ειδικός σε γεωστρατηγικά θέματα και ΝΑΤΟ μιλάει για τον ρόλο που μπορεί να παίξουν το Βερολίνο και οι ΗΠΑ στη διαδικασία αυτή, την απογοήτευση των Βρυξελλών έναντι της τουρκικής πολιτικής, ενώ προειδοποιεί για τον κίνδυνο να οδηγήσει σε σύγκρουση η σταθερή αύξηση της έντασης σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο.

«Η σταθερή αύξηση της έντασης στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο και η αβεβαιότητα στις σχέσεις μεταξύ Αγκυρας και Αθήνας επηρεάζουν σημαντικά την ΕΕ, το ΝΑΤΟ, βασικές διμερείς σχέσεις» επισημαίνει ο αμερικανός εμπειρογνώμονας, σχολιάζοντας την πρόθεση του Βερολίνου, καθώς το τρέχον εξάμηνο ασκεί την εκ περιτροπής προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ, να υπάρξει διάλογος με την Αγκυρα και να ξεπεραστούν τα εμπόδια που δυσκολεύουν Ελλάδα και Κύπρο. «Η Γερμανία και η Τουρκία θα πρέπει να έχουν αυτόν τον δυνητικά σημαντικό διάλογο, καθώς η Αγκυρα έχει ουσιαστικά παραιτηθεί από τη σχέση της με την ΕΕ, κάτι που χαίρει πολυκομματικής συναίνεσης στην Τουρκία, και σε συνδυασμό με την τουρκική πολιτική σε πολλά μέτωπα, στην Κύπρο, στην ενέργεια, στην Ανατολική Μεσόγειο, στα σύνορα και στο Μεταναστευτικό, έχει προκαλέσει μεγάλη απογοήτευση στις Βρυξέλλες».

Η δοκιμασία της ΕΕ. Μπορεί, όμως, η ΕΕ να αντικαταστήσει τις ΗΠΑ στην εξισορρόπηση των σχέσεων Ελλάδας – Τουρκίας; «Η Ευρώπη και η Τουρκία δεν μπορούν να ξεφύγουν η μία από την άλλη, δεσμεύονται γεωπολιτικά, οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά. Εάν η ΕΕ επιδιώκει μια πιο ενεργή εξωτερική πολιτική, αυτό είναι ένα από τα πεδία όπου θα πρέπει να επικεντρώσει τις προσπάθειές της. Είναι μια δοκιμασία για το μέλλον της κοινής ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής, αλλά το ερώτημα είναι ανοιχτό, εάν η Ευρώπη πρόκειται να είναι ικανή να παίξει αυτόν τον ρόλο. Σίγουρα τα βασικά ευρωπαϊκά κράτη – μέλη θα διαδραματίσουν κάποιον ρόλο και φαίνεται ήδη με διαφορετικούς τρόπους από τη Γερμανία και επίσης από τη Γαλλία» εξηγεί ο Λέσερ.

Ο αμερικανός ειδικός επεξηγεί ότι σήμερα δεν υπάρχει ο μοχλός του διαλόγου που υπήρχε στο παρελθόν, η προοπτική της τουρκικής σύγκλισης προς την ΕΕ. «Η διαδικασία βρίσκεται σε αδιέξοδο, κάτι που αναγνωρίζεται από όλες τις πλευρές, και το κίνητρο να δει η Τουρκία την ΕΕ ως συνομιλητή είναι ασθενές. Στην πραγματικότητα, αυτό που χρειάζεται είναι κάτι σαν αυτό που η καγκελάριος Μέρκελ έχει περιγράψει ως προνομιακή συνεργασία με την Τουρκία, αλλά κανείς δεν θέλει κάτι τέτοιο, ειδικά η Τουρκία».

Ο ρόλος των ΗΠΑ

Για τις ΗΠΑ η σχέση με την Τουρκία είναι ουσιαστικά «προαιρετική», ιδίως τώρα που οι ΗΠΑ έχουν στρατηγική προτεραιότητα σε άλλες περιοχές, ειδικά στην Ασία. Στο ΝΑΤΟ, ΗΠΑ, Ελλάδα και Τουρκία συνδέονται με δομικό τρόπο, αλλά αυτό δεν εμποδίζει τη σχέση να είναι εξαιρετικά δύσκολη στη διαχείριση, λέει ο Λέσερ. Αλλωστε, «προς το παρόν, η Τουρκία έχει πολύ λίγους φίλους στην Ουάσιγκτον και ο Ντόναλντ Τραμπ είναι, ίσως, ο κοντινότερος στον οποίο μπορεί να έρθει η Τουρκία».

Πάντως, ο ειδικός του GMF τονίζει ότι η Αμερική δεν έχει αποδεσμευτεί από την περιοχή, «είναι παρούσα», όπως άλλωστε φαίνεται από την «πιο θετική και πολύ πιο συνεργατική σχέση με την Ελλάδα στον περιφερειακό τομέα ασφάλειας», ενώ θεωρεί ότι ένας διάλογος ΕΕ – Τουρκίας θα είναι συμπληρωματικός προς τα αμερικανικά συμφέροντα. Οπως επεξηγεί υπάρχουν στελέχη στην αμερικανική διπλωματία, διοίκηση, στρατό, που διαχειρίζονται τις σχέσεις των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο με αποτελεσματικό τρόπο, αλλά «δεν υπάρχει η απαραίτητη ενέργεια στην κορυφή, στον Λευκό Οίκο». Εξέλιξη, που, κατά τον Λέσερ, δεν διασφαλίζει σαφή απάντηση στο ερώτημα αν θα βρίσκονται εκεί οι ΗΠΑ στην περίπτωση μιας πιο αρνητικής εξέλιξης στις σχέσεις Ελλάδας – Τουρκίας, όπως είχαμε με τα Ιμια το 1996.

Ο κίνδυνος

«Η Τουρκία είναι σαφώς πιο επιθετική τα τελευταία χρόνια στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, αλλά και δεν θα ήθελε να υπερβεί ένα συγκεκριμένο επίπεδο, κανείς δεν θέλει να δει μια πραγματική σύγκρουση, ή ακόμη και τον κίνδυνο μιας σύγκρουσης» ξεκαθαρίζει ο διευθυντής του GMF στις Βρυξέλλες. «Ομως το πρόβλημα είναι ότι όσο αυξάνονται οι εντάσεις και οι διαφορές και όσο περισσότερες δυνάμεις δραστηριοποιούνται στην Ανατολική Μεσόγειο τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος να ξεφύγει κάτι εκτός ελέγχου, κατά λάθος. Βλέπουμε μέχρι στιγμής σταθερή ενίσχυση του κινδύνου αυτού, καθώς οι εμπλεκόμενοι γίνονται περισσότεροι, από τη Ρωσία, τη Γαλλία μέχρι την Αίγυπτο, έχοντας αναπτύξει δυνάμεις σε κοντινή απόσταση και επομένως αυξάνονται οι πιθανότητες κάτι να πάει στραβά. Κατά συνέπεια υπάρχει ενδιαφέρον να μειωθεί ο κίνδυνος, κανείς δεν θέλει πραγματικά να δει να ξεφεύγει η κατάσταση από τον έλεγχο, δεν θα εξυπηρετούσε κανένα συμφέρον».

Η αποκλιμάκωση

Μπορεί να υπάρξει αποκλιμάκωση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις; Οσον αφορά την οριοθέτηση των ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας σε Ανατολική Μεσόγειο και Αιγαίο, οι τουρκικές θέσεις δεν έχουν αλλάξει εδώ και δεκαετίες, λέει ο αμερικανός ειδικός. «Το πρόβλημα βρίσκεται στη συμπεριφορά, διότι θεωρητικά οι θέσεις και τα επιχειρήματα μπορεί να παραμείνουν τα ίδια, αλλά η συμπεριφορά, όπως εκδηλώνεται με τις γεωτρήσεις, τη χρήση στρατιωτικής δύναμης στην περιοχή, τη ρητορική, διαφοροποιεί την κατάσταση. Η συμπεριφορά εγκυμονεί τον κίνδυνο και όχι τόσο οι θέσεις, τις οποίες η Τουρκία μπορεί να μην αλλάξει ποτέ, ούτε πιθανώς και η Ελλάδα. Το ερώτημα λοιπόν είναι πώς γίνεται η διαχείριση των διαφορών αυτών, όπως έχει γίνει παλαιότερα για αρκετές δεκαετίες μεταξύ Αθήνας και Αγκυρας.

Είναι κρίσιμης σημασίας να υπάρξει κατανόηση στην Αγκυρα ότι οι κίνδυνοι της αντιπαράθεσης ξεπερνούν τα οφέλη, οπότε ΝΑΤΟ, ΕΕ και ΗΠΑ θα έχουν κάτι για το οποίο μπορούν να κινηθούν» τονίζει ο Λέσερ. Υπάρχει άλλη προοπτική αλλαγής των σημερινών συσχετισμών; Ενδεχομένως, ύστερα από πολιτικές αλλαγές είτε σε ΗΠΑ είτε σε Τουρκία, επισημαίνει. «Υπάρχει προφανώς και το ενδεχόμενο να βρεθούμε πολύ κοντά σε σύγκρουση, ένα περιστατικό που μπορεί να τρομάξει όλους και να αναγκάσει τους εμπλεκομένους να αποσυρθούν από το χείλος του γκρεμού, κάτι που συνέβη στην κρίση του 1996, και είναι απευκταίο. Οι κίνδυνοι αυξάνονται, αλλά δεν είμαστε ακόμη σε πραγματικά εκρηκτικό σημείο. Αλλά μπορεί κάτι να πάει στραβά, χωρίς σχεδιασμό. Οσο λιγότερος ο διάλογος, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος να υπάρξει τέτοιου είδους παρεξήγηση».

Γράψτε το σχόλιό σας