Ο άνθρωπος ζήτησε πάντοτε στην τέχνη τη λύτρωσή του. Ζήτησε μορφές που θα τον εμπόδιζαν να πεθάνει και θα του έδιναν το αίσθημα ότι μπορεί την κουβέντα του να την καταλάβει και ένας άλλος. Έτσι, το έργο τέχνης γίνεται αποκάλυψη του ανθρώπου αλλά και ανακάλυψη του πολιτισμού. Το κύριο στοιχείο της τέχνης είναι η ελευθερία και η προσπάθεια να αποκρούσει κάθε αναγκαιότητα. Γιατί η τέχνη δε ζητά να υποτάξει τον κόσμο, αλλά να δώσει ένα νόημα στην ανθρώπινη προσπάθεια και ένα πρόσωπο στην πορεία του.

Και το μεγάλο χαρακτηριστικό της τέχνης είναι ότι οι μορφές που στήνει έχουν, με την ίδια την παρουσία τους, τη δυνατότητα να μας αποκαλύπτουν το νόημα των πολιτισμών. Μπορούν να μας μιλήσουν για τις πιο κρυφές ανησυχίες ενός κόσμου, τις πιο μεγάλες του αγωνίες, και αυτό χωρίς φανερή πρόθεση, χωρίς ειδικό σκοπό. Κανέναν πολιτισμό δεν μπορούμε να τον καταλάβουμε χωρίς να γνωρίσουμε την τέχνη του, και αυτή μόνο μας επιτρέπει να φτάσουμε στο βαθύτερο, ουσιαστικότερο χαρακτήρα του. Κάθε πολιτισμός, όπως και κάθε εποχή του, έχει τη δική του τέχνη, προβάλλει τις δικές του μορφές. Και από τις μορφές αυτές μπορούμε να φτάσουμε στον άνθρωπο δημιουργό τους και τον πολιτισμό χρεώστη και οφειλέτη τους.

Ο καλλιτέχνης επηρεάζεται και ταυτόχρονα επηρεάζει την εποχή του και τον κόσμο του. Παίρνει και ταυτόχρονα δίνει, δέχεται και εκφράζει τα στοιχεία που ζουν γύρω του αλλά και μέσα του. Γι’ αυτό μας δίνει πάντοτε την πορεία ενός πολιτισμού, όπως τον τροποποιεί η δημιουργία του. Γιατί μ’ αυτή λυτρώνεται αλλά και λυτρώνει. Γίνεται όμως και καθρέφτης, που όσο κι αν τροποποιεί την εικόνα που δέχεται, δεν μπορεί να της αφαιρέσει το χαρακτήρα της. Γι’ αυτό, όσο κι αν βρίσκουμε σε κάθε μεγάλο έργο ένα ατομικό στυλ, μια προσωπική παρουσία, άλλο τόσο γνωρίζουμε και την ψυχή ενός ολόκληρου κόσμου, βλέπουμε το πρόσωπο ενός πολιτισμού. Γιατί το κάθε έργο τέχνης, η κάθε μεγάλη δημιουργία, αποτελεί μια σύνθεση όλων των στοιχείων ενός πολιτισμού. Γιατί το κάθε έργο τέχνης, η κάθε μεγάλη δημιουργία, αποτελεί μια σύνθεση όλων των στοιχείων ενός πολιτισμού. Αυτό μπορεί να το καταλάβει κανείς καλύτερα αν παραθέσει σ’ ένα αιγυπτιακό γλυπτό έναν κινέζικο πίνακα, σε ένα ελληνικό άγαλμα έναν πίνακα της σύγχρονης ζωγραφικής.

Ακόμη και ο περισσότερο ανύποπτος θα καταλάβει ότι βρίσκεται σε εντελώς διαφορετικές γλώσσες και ότι είναι αδύνατο να γίνει μια συνομιλία ανάμεσα σ’ αυτά τα έργα. Στην τέχνη διαφορετικών εποχών και πολιτισμών δεν μπορεί να ζητήσουμε διαφορές ποιότητας, ούτε να κάνουμε απλουστευτικές συγκρίσεις. Δεν υπάρχει ένας μόνο τρόπος που να εκφράζεται η ομορφιά, ούτε υπάρχει μια μόνο αλήθεια. Την ομορφιά δεν την πλησιάζεις με καμιά συνταγή ούτε την επιτυγχάνεις με εκ των προτέρων καθορισμένους κανόνες. Πρέπει να τη βρεις μόνος σου, και να μπορείς μόνος σου να τη νιώσεις και όπου αλλού υπάρχει. Και κάθε πολιτισμός, με τους τεχνίτες του, εκφράζει με διαφορετικό τρόπο τα ίδια βασικά προβλήματα. Μπορεί ο Σπένγκλερ να ισχυρίζεται ότι κάθε πολιτισμός έχει τα απολύτως δικά του προβλήματα, αλλά αυτό ισχύει για όλες τις άλλες περιοχές του, δεν ισχύει όμως για την τέχνη.

Η τέχνη, σ’ όλους τους πολιτισμούς, αποτελεί τη συνισταμένη των προσπαθειών του ανθρώπου να φτιάσει ένα δικό του κόσμο. Να φτιάσει έναν κόσμο μορφών, που θα του επιτρέπουν να ξεφύγει από το χάος του κόσμου που δεν έφτιασε ο ίδιος και που γι’ αυτό δεν καταλαβαίνει. Έναν κόσμο βγαλμένο από την ίδια την ψυχή του, γι’ αυτό παραστάτη του, σύντροφό του σ’ ό,τι αποτελεί χαρά και πόνο. Από την άποψη αυτή το έργο τέχνης δεν είναι μίμηση τού έξω κόσμου, αλλά εικόνα τού μέσα κόσμου. Δεν είναι κάτι που έχει απλώς μορφή, αλλά μια μορφή που είναι αλήθεια. Όχι γιατί επιδιώκει να μας πείσει για κάτι, αλλά γιατί μας δίνει την υλοποίηση μιας πίστεως.

Το έργο τέχνης εκφράζει έναν πολιτισμό, στο βαθμό που αποτελεί τη σύγκρουση του ανθρώπου με τα πράγματα, τη μορφή αυτής της συγκρούσεως. Γιατί μ’ αυτό εκφράζει τη μόνη πραγματική αλήθεια, την αλήθεια που δε χρειάζεται καμιά εξωτερική κύρωση. Και κάθε έργο τέχνης γίνεται μια νέα καταξίωση του κόσμου, στο βαθμό που εκφράζει ή παρουσιάζει τον άνθρωπο, αυτό που είπε ο Μαλρώ ανθρώπινη υπόσταση. Μ’ αυτόν τον τρόπο η τέχνη είναι αξία του κόσμου, γιατί είναι αλήθεια του ανθρώπου. Και είναι ψυχή κάθε πολιτισμού, πρόσωπο των δυνατοτήτων του, έκφραση της αγωνίας του, συνείδηση της μοίρας του.

Χρύσανθος Χρήστου, «Από την επιφάνεια στο βάθος» (Αθήνα, 1961)

*Ο Χρύσανθος Χρήστου γεννήθηκε στις Θεσπιές Βοιωτίας το 1922 και απεβίωσε το 2016.

Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1943-1948).

Υπηρέτησε ως επιμελητής Κλασικών Αρχαιοτήτων (Βοιωτία – Εύβοια, 1951-1955, και Λακωνία – Αρκαδία, 1955-1965).

Κατά την περίοδο 1955-1957, με υποτροφία της γερμανικής κυβέρνησης, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην Αρχαία και Νεότερη Τέχνη στα Πανεπιστήμια της Βόννης και της Κολωνίας.

Το 1965 εξελέγη τακτικός καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης (η πρώτη έδρα της επιστήμης αυτής που ιδρύθηκε σε ελληνικό πανεπιστήμιο) και της Μεσαιωνικής και Νεότερης Τέχνης της Δύσης στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Το 1979 μετακλήθηκε στην ίδια έδρα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου δίδαξε μέχρι την αποχώρησή του από την ενεργό υπηρεσία.

Το 1991 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Οι δημοσιεύσεις του αφορούν την ευρωπαϊκή τέχνη από την Αναγέννηση μέχρι τις μέρες μας, καθώς και την ελληνική τέχνη του 19ου και του 20ού αιώνα.

Τα βιβλία του Χρύσανθου Χρήστου αποτελούν σημεία αναφοράς όχι μόνο για τους ερευνητές και τους φοιτητές, αλλά και για όλους όσοι ενδιαφέρονται για θέματα ιστορίας και τέχνης.

Γράψτε το σχόλιό σας