Μεγάλης σημασίας στρατιωτική αναμέτρηση στο πλαίσιο των Περσικών Πολέμων, η μάχη των Πλαταιών διεξήχθη το καλοκαίρι του 479 π.Χ. (σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, στις 27 Αυγούστου).

Οι Έλληνες είχαν στρατοπεδεύσει νοτίως του ποταμού Ασωπού (διασχίζει τη βοιωτική πεδιάδα εκ δυσμών προς ανατολάς, σχεδόν παράλληλα με το όρος Κιθαιρώνα), οι δε Πέρσες βορείως αυτού.

Το πεδίο της ελληνοπερσικής αναμέτρησης, το νότιο τμήμα της βοιωτικής πεδιάδας, που φθάνει στις υπώρειες του Κιθαιρώνα, ήταν ακατάλληλο για την αποτελεσματική ανάπτυξη ιππικών δυνάμεων, καθώς περιλαμβάνει λοφίσκους και χαράδρες.

Το χρονικό της μάχης

Τις πρωινές ώρες το περσικό ιππικό αρχίζει την επίθεσή του εναντίον των ελληνικών θέσεων, και πιο συγκεκριμένα κατά των Σπαρτιατών και των Τεγεατών, στη δεξιά πτέρυγα.

Η πίεση που δέχονται οι δυνάμεις των Λακεδαιμονίων είναι τεράστια, γι’ αυτό και ζητείται εσπευσμένα βοήθεια από τους Αθηναίους, οι οποίοι όμως αδυνατούν να την παράσχουν, καθώς συγκρούονται την ίδια στιγμή με τους Θηβαίους, συμμάχους των Περσών στη μάχη των Πλαταιών.

Ο σπαρτιάτης αρχιστράτηγος Παυσανίας, άριστος γνώστης της τέχνης του πολέμου, καταφέρνει με τους τακτικούς ελιγμούς του να παρασύρει τα εχθρικά στρατεύματα σε ανώμαλα εδάφη, όπου το περσικό ιππικό αδυνατεί να αναπτύξει δράση και να αξιοποιήσει την ισχύ του.

Οι αντίπαλοι δίνουν έναν αγώνα αμφίρροπο και αδυσώπητο, πολεμώντας με θάρρος και αποφασιστικότητα.

Οι Λακεδαιμόνιοι αποκτούν τελικά το τακτικό πλεονέκτημα και φονεύουν τον Μαρδόνιο, ενώ οι περσικές δυνάμεις τρέπονται σε φυγή και σφαγιάζονται.

Οι Έλληνες μοιράζονται τα πλούσια λάφυρα που παίρνουν από τους Πέρσες, φροντίζοντας πρώτα για τα απαραίτητα αφιερώματα στους θεούς που τους συνέδραμαν στην κρίσιμη μάχη.

Η περιγραφή του Ηροδότου

Ακολουθεί η περιγραφή των διαδραματισθέντων στο πεδίο της μάχης από τον Ηρόδοτο:

Έτσι λοιπόν απέμειναν μόνοι τους οι Λακεδαιμόνιοι και οι Τεγεάτες, που η δύναμή τους, μαζί με τους ελαφρά οπλισμένους, ήταν πενήντα χιλιάδες οι πρώτοι και τρεις χιλιάδες οι Τεγεάτες (γιατί αυτοί σε καμιά περίπτωση δεν αποχωρίζονταν απ’ τους Λακεδαιμονίους)· κι έκαναν θυσίες, μια κι είχαν σκοπό να έρθουν στα χέρια με τον Μαρδόνιο και το στρατό που είχε μαζί του. Και να που οι θυσίες δεν έδιναν ενθαρρυντικά προμηνύματα και στο μεταξύ πολλοί απ’ αυτούς σκοτώνονταν και πολύ περισσότεροι τραυματίζονταν· γιατί οι Πέρσες έκαναν φράχτη με τα γέρρα τους (μακρόστενες ελαφρές ασπίδες από βέργες λυγαριάς καλυμμένες με δέρμα βοδιού) κι έριχναν με τα τόξα τους βροχή τα βέλη, αφειδώλευτα· κι έτσι οι Σπαρτιάτες περνούσαν δύσκολες στιγμές, ενώ οι θυσίες δεν έφερναν αποτέλεσμα· τότε ήταν που ο Παυσανίας σήκωσε τα μάτια του προς το ναό της Ήρας των Πλαταιέων κι έκανε επίκληση στη θεά, παρακαλώντας την με κανένα τρόπο να μη διαψεύσει τις ελπίδες τους (αποβλέψαντα τον Παυσανίην προς το Ηραίον το Πλαταιέων επικαλέσασθαι την θεόν, χρηίζοντα μηδαμώς σφέας ψευσθήναι της ελπίδος).

Κι ενόσω αυτός έκανε ακόμη την επίκλησή του, οι Τεγεάτες ξεπετάχτηκαν πρώτοι απ’ τις γραμμές τους και βάδιζαν εναντίον των βαρβάρων· κι αμέσως μετά την προσευχή του Παυσανία οι Σπαρτιάτες κάνοντας θυσίες πήραν ενθαρρυντικά προμηνύματα· κι όταν επιτέλους τα πήραν, βάδιζαν κι αυτοί εναντίον των Περσών, κι οι Πέρσες τους αντιμετώπιζαν ρίχνοντας βέλη. Η πρώτη μάχη λοιπόν δόθηκε γύρω απ’ τον φράχτη με τα γέρρα· κι όταν αυτός έπεσε, τότε πια γινόταν αγώνας αδυσώπητος και για πολλή ώρα ακριβώς δίπλα στο ναό της Δήμητρας, ώσπου έφτασαν σε μάχη σώμα με σώμα· γιατί οι βάρβαροι έπιαναν με τα χέρια τους τα δόρατα και τα κατατσάκιζαν. Λοιπόν οι Πέρσες δεν υστερούσαν σε παλικαριά και σε σωματική δύναμη, αλλά δεν είχαν βαρύ οπλισμό κι επιπρόσθετα τους έλειπε η γνώση και δεν κάτεχαν την τέχνη του πολέμου όσο οι αντίπαλοί τους. Λοιπόν, έτσι που ξεπετιούνταν μπροστά απ’ τις γραμμές τους, ένας ένας και δέκα δέκα, άλλοτε περισσότεροι κι άλλοτε λιγότεροι, σχηματίζοντας πυκνές ανθρώπινες μάζες εισχωρούσαν στις γραμμές των Σπαρτιατών κι έβρισκαν το θάνατο.

Κι εκεί που τύχαινε να βρίσκεται ο ίδιος ο Μαρδόνιος, που πολεμούσε καβάλα σ’ άσπρο άλογο και περιστοιχιζόταν από τα πρώτα παλικάρια, τους χίλιους επίλεκτους Πέρσες, εκεί οι Σπαρτιάτες δέχτηκαν τη μεγαλύτερη πίεση. Λοιπόν, για όση ώρα ο Μαρδόνιος ήταν ζωντανός, οι δικοί του κρατούσαν τις θέσεις τους και κρατώντας μέτωπο στον εχθρό σκότωναν πολλούς Λακεδαιμονίους· απ’ τη στιγμή όμως που σκοτώθηκε ο Μαρδόνιος και το τάγμα που τον περιστοίχιζε, κι ήταν το πιο δυνατό, γονάτισε, τότε λοιπόν το ‘βαλαν στα πόδια και οι άλλοι και υποχώρησαν μπροστά στους Λακεδαιμονίους· γιατί το μεγαλύτερο μειονέκτημά τους ήταν η σκευή, καθώς ήταν χωρίς θωράκιση· δηλαδή αγωνίζονταν, απροστάτευτοι αυτοί, με εχθρούς βαριά οπλισμένους.

Τότε ήρθε η ώρα να δώσει ο Μαρδόνιος δίκαιη πληρωμή για το φόνο του Λεωνίδα, σύμφωνα με το χρησμό που δόθηκε στους Λακεδαιμονίους· κι απ’ όλες τις νίκες που είδαμε στον καιρό μας την πιο λαμπρή την κερδίζει ο Παυσανίας, ο γιος του Κλεομβρότου, γιου του Αναξανδρίδα. Λοιπόν, βρίσκει το θάνατο ο Μαρδόνιος απ’ το χέρι του Αριμνήστου, φημισμένου παλικαριού της Σπάρτης.

[…] Ο Παυσανίας έβαλε να κηρύξουν κανένας να μην αγγίσει τη λεία και διέταξε τους είλωτες να μαζέψουν σ’ ένα μέρος τα λάφυρα· κι αυτοί σκορπίστηκαν σ’ όλο το στρατόπεδο κι έβρισκαν σκηνές που τα πανιά τους ήταν χρυσοπλούμιστα κι ασημοπλούμιστα, και κρεβάτια επιχρυσωμένα κι επαργυρωμένα κι ολόχρυσους κρατήρες και κούπες και ποτήρια κάθε λογής· και πάνω στις άμαξες έβρισκαν σάκους που, όπως μπορούσες να διακρίνεις, είχαν μέσα λεβέτια (λέβητες) χρυσά κι ασημένια· και σκύλευαν τα πτώματα που κείτονταν καταγής παίρνοντας βραχιόλια και περιδέραια κι ακινάκες (μικρά και πλατιά ξίφη, που κι αυτά ήταν από χρυσάφι)· κι όσο για τις πολύχρωμες φορεσιές, κανείς δεν τους έδινε σημασία. Τότε οι είλωτες έκλεβαν πολλά και τα πουλούσαν στους Αιγινήτες, πολλά όμως, όσα απ’ αυτά δεν μπορούσαν να κρύψουν, τα παρέδωσαν· ώστε εδώ βρίσκεται η αρχή των μεγάλων περιουσιών των Αιγινητών, που αγόραζαν το χρυσάφι από τους είλωτες για χαλκό.

Λοιπόν σώρευσαν όλα τα λάφυρα σ’ ένα μέρος και πήραν το ένα δέκατο και το έβαλαν κατά μέρος για το θεό των Δελφών· μ’ αυτά έκαναν το αφιέρωμα, τον χρυσό τρίποδα που στηρίζεται στο τρικέφαλο χάλκινο φίδι, ακριβώς δίπλα απ’ το βωμό· διάλεξαν κι έβαλαν στην άκρη και για το θεό της Ολυμπίας, και μ’ αυτά έκαναν το αφιέρωμα, το άγαλμα του Δία, δέκα πήχες ψηλό· και για το θεό του Ισθμού, και μ’ αυτά έγινε το χάλκινο άγαλμα του Ποσειδώνα, εφτά πήχες ψηλό. Κι αφού έβαλαν αυτά κατά μέρος, τα υπόλοιπα τα μοίρασαν ανάμεσά τους, και πήρε η κάθε πόλη κατά την αξία της και παλλακίδες των Περσών και χρυσάφι κι ασήμι κι άλλα πολύτιμα πράματα και υποζύγια. Τώρα, από κανένα δεν έχω ακούσει πόσα διαλεχτά λάφυρα δόθηκαν τιμητικά σ’ όσους αρίστευσαν στις Πλαταιές, πιστεύω όμως πως δόθηκαν και σ’ αυτούς· τέλος, για τον Παυσανία διάλεξαν και του έδωσαν άφθονα απ’ όλα, γυναίκες, άλογα, τάλαντα, καμήλες, κι επίσης κι από τ’ άλλα λάφυρα.

(Hροδότου Iστορίες, μτφρ Hλίας Σ. Σπυρόπουλος)

Γράψτε το σχόλιό σας