Στο πλαίσιο μιας πολύ ενδιαφέρουσας συνέντευξης που είχε παραχωρήσει στη συνάδελφο Νατάσα Μπαστέα και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» στις 8 Φεβρουαρίου 1997, ο αείμνηστος πανεπιστημιακός δάσκαλος και μελετητής της ελληνικής γλώσσας Εμμανουήλ Κριαράς (1906-2014) ανέφερε μεταξύ πολλών άλλων τα εξής:

[…] Κάθε μέρα μαθαίνω νέα πράγματα. Η γνώση της γλώσσας δεν έχει όρια. Κάθε μέρα περπατάς στο δρόμο και ακούς μια λέξη. Και λες: μα αυτή δεν την έχω ξανακούσει. Την έφτιαξε αυτός; Την ξέρει αυτός; Τη λένε και άλλοι; Σου δημιουργούνται ένα σωρό ερωτήματα.

[…] Η ελληνική γλώσσα δεν γεννήθηκε χθες. Γράφεται χιλιετίες. Και έχει φυσικά μεγάλη εξέλιξη. Αλλιώς τη μιλούσε και την καταλάβαινε ο Όμηρος, αλλιώς ο Πλάτων, αλλιώς ο Πλούταρχος, αλλιώς ο Βυζαντινός και αλλιώς ο Νεοέλληνας. Αυτήν την ιστορία ο μελετητής της γλώσσας τη ζει. Και ερευνώντας ανακαλύπτει πάντα καινούρια πράγματα.

[…] Η γλώσσα μας δεν κινδυνεύει. Η γλώσσα μας σήμερα από πάρα πολλούς που την έχουν μελετήσει γράφεται σωστά. Όμως υπάρχουν και άλλοι οι οποίοι, επειδή δεν έμαθαν τη δημοτική ή μάλλον δεν έμαθαν καμιά γλώσσα ουσιαστικά στη διάρκεια των σπουδών τους, κάνουν φοβερά λάθη, ιδίως όταν θέλουν να χρησιμοποιούν αρχαϊστικές εκφράσεις. Το χειρότερο είναι όταν τα πρόσωπα τα οποία είναι εντεταλμένα από την τηλεόραση να μιλούν, μιλούν λανθασμένα. Επειδή η τηλεόραση έχει μεγάλη απήχηση, το λάθος επηρεάζει. Σου λέει ο άλλος: αφού το λέει αυτός έτσι, θα το λέω κι εγώ. Διότι η γλώσσα τι είναι; Μίμηση είναι. Η μητέρα μας μιλούσε έτσι και μάθαμε να μιλάμε κι εμείς. Όμως, η γλώσσα δεν κινδυνεύει επειδή κάποιοι κάνουν λάθη όταν μιλάνε. Όσο υπάρχουν λογοτέχνες που γράφουν σωστά, η γλώσσα μας δεν κινδυνεύει.

[…] Το ζήτημα είναι η μεγάλη μάζα του λαού να μπορεί να γράφει σωστά τη γλώσσα που μιλάει. Οι παρεκκλίσεις θα υπάρχουν πάντα.

[…] Και το ύστατο συμπέρασμα: προσήλωση στην παραδομένη γλώσσα και παραδοχή των ανανεωτικών στοιχείων στις περιπτώσεις που η γλωσσική πράξη τα έχει κατά κάποιο τρόπο επιδοκιμάσει, καθιερώσει.

Γράψτε το σχόλιό σας