Ο Θεμιστοκλής Σοφούλης γεννήθηκε το 1860 στο Βαθύ Σάμου.

Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και συνέχισε με ανώτερες σπουδές Αρχαιολογίας στη Γερμανία.

Έλαβε μέρος σε αρκετές ανασκαφές στην Ελλάδα, με κυριότερη αυτήν της Αρχαίας Μεσσήνης, όπου μάλιστα είχε τεθεί επικεφαλής.

Στην πολιτική ο Σοφούλης εισήλθε το 1900, όταν επέστρεψε στην τουρκοκρατούμενη τότε Σάμο και εξελέγη αντιπρόσωπος στο συμβούλιο του νησιού, έναν αυτοδιοικητικό θεσμό που μαζί με άλλα προνόμια είχε προσφερθεί από την Πύλη το 1832, σε αντιστάθμισμα της παραμονής της Σάμου υπό την επικυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ο Σοφούλης απαίτησε από τις οθωμανικές Αρχές την πλήρη και κατά γράμμα εφαρμογή της οργανικής διατάξεως του 1832, με ταυτόχρονη παροχή και νέων πολιτικών ελευθεριών στη Σάμο.

Ο Σουλτάνος απάντησε στις αρχές του 1908 με το διορισμό του αδιάλλακτου Ανδρέα Κοπάση ως ηγεμόνα του νησιού και την αποστολή στρατού κατά παράβαση του οθωμανικού οργανικού νόμου.

Ο Σοφούλης μαζί με τους υποστηρικτές του αντιστάθηκε ενόπλως στο Άνω Βαθύ κατά των τούρκων στρατιωτών, αλλά τελικά αναγκάστηκε να καταφύγει στην Αθήνα.

Επί τέσσερα χρόνια ο Σοφούλης οργάνωνε στην Αθήνα ένα εκστρατευτικό σώμα για να επιστρέψει και να απελευθερώσει τη Σάμο.

Η ευκαιρία τού δόθηκε το 1912, όταν αφενός μεν δολοφονήθηκε ο Κοπάσης, αφετέρου δε, λίγους μήνες αργότερα, ξέσπασε ιταλοτουρκικός πόλεμος.

Ο Σοφούλης, με ένα μεικτό τμήμα από κρητικούς οπλαρχηγούς, Ικαριώτες και Σαμιώτες των Αθηνών, αποβιβάστηκε στο Μαραθόκαμπο της Σάμου.

Ύστερα από περιορισμένης έκτασης εχθροπραξίες, τα τουρκικά στρατεύματα αποχώρησαν από τη Σάμο, που εξέλεξε στις 30 Σεπτεμβρίου 1912 τον ελευθερωτή της, Θεμιστοκλή Σοφούλη, ως γενικό αντιπρόσωπο και πληρεξούσιό της.

Ο Σοφούλης παρέμεινε πρόεδρος της προσωρινής κυβέρνησης της Σάμου έως τις 2 Μαρτίου 1913, όταν έλαβε χώρα και επισήμως η ένωση του νησιού με την Ελλάδα.

Αφού πρώτα τοποθετήθηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο Γενικός Διοικητής Μακεδονίας (1914), ο Σοφούλης προσχώρησε στους Φιλελευθέρους, με τους οποίους εξελέγη βουλευτής Σάμου το 1915.

Ακολούθησε τον Βενιζέλο στη φυγή του στη Θεσσαλονίκη, αναλαμβάνοντας μάλιστα υπουργός Εσωτερικών στην Κυβέρνηση της Εθνικής Άμυνας.

Ως πρόεδρος της λεγόμενης Βουλής των Λαζάρων ο Σοφούλης, μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών, προσφώνησε τον Βενιζέλο ως «νέο Περικλή της Ελλάδος», ενώ προώθησε το ψήφισμα που ανακήρυξε τον Βενιζέλο «άξιο τέκνο της πατρίδος».

Στις εκλογές του 1920 ο Σοφούλης δεν κατάφερε καν να εκλεγεί βουλευτής στη γενέτειρά του.

Αργότερα, ως αρχηγός μικρής κοινοβουλευτικής ομάδας, πρωτοστάτησε στην πρώτη έκπτωση του θεσμού της βασιλείας.

Τον Ιούλιο του 1926, κατά τη διάρκεια μιας έκρυθμης και ανώμαλης πολιτικής περιόδου, ανέλαβε πρώτη φορά πρωθυπουργός για μόλις τρεις μήνες, συγκροτώντας την αποκληθείσα από τον πολιτικό του αντίπαλο Παπαναστασίου «κυβέρνηση θερινών διακοπών».

Όταν ξέσπασε και επιβλήθηκε το περίφημο κίνημα του Παγκάλου, ο Σοφούλης αντιστάθηκε με θάρρος, γεγονός που προκάλεσε τον εκτοπισμό του όσο χρόνο ο Πάγκαλος βρισκόταν στην εξουσία.

Η αντίστασή του στο δικτατορικό καθεστώς ενίσχυσε το γόητρό του, κι έτσι στη Βουλή που προέκυψε από τις ελεύθερες εκλογές του 1926 κατέστη πρόεδρος με την ομόφωνη γνώμη όλων σχεδόν των κομμάτων.

Στην κατοπινή περίοδο διετέλεσε μέλος της κυβέρνησης Βενιζέλου και ακολούθως πρόεδρος της Βουλής.

Μετά την αποτυχία του βενιζελικού κινήματος του 1935 και τη φυγή του Βενιζέλου στη Γαλλία, ο Σοφούλης ανέλαβε αρχηγός των Φιλελευθέρων και προσπάθησε να ομαλοποιήσει την πολιτική κατάσταση, αποδεχόμενος επισήμως την παλινόρθωση του στέμματος και λαμβάνοντας μέρος στις εκλογές.

Αργότερα, ο Σοφούλης, εθελοτυφλώντας, στήριξε την κυβέρνηση Μεταξά στη Βουλή παρέχοντάς της ψήφο ανοχής.

Η κήρυξη της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου με τη σύμφωνη γνώμη του βασιλιά Γεώργιου Β΄ τον εξέπληξε.

Ακολούθησε ο εκτοπισμός του Σοφούλη από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου έως το 1940.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής ο Σοφούλης έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, συνελήφθη από τους Γερμανούς το 1944 και φυλακίστηκε στο Χαϊδάρι έως το τέλος του πολέμου.

Εν μέσω των Δεκεμβριανών ο Σοφούλης δημιούργησε μεγάλη πολιτική κρίση, κατηγορώντας τον Γεώργιο Παπανδρέου για υποχωρητικότητα έναντι των κομμουνιστών.

Το 1945, με τη στήριξη των Βρετανών, ο Σοφούλης ορκίστηκε εκ νέου πρωθυπουργός και διοργάνωσε τις εκλογές του Μαρτίου του 1946, προσπαθώντας να επιβάλει έναν ομαλό πολιτικό βίο στη χώρα.

Ακολούθησε το δημοψήφισμα για το πολιτειακό, στο οποίο ο Σοφούλης υποστήριξε με πείσμα την αβασίλευτη δημοκρατία (σε αντίθεση με άλλους κεντρώους πολιτικούς), αλλά αποδέχτηκε το τελικό αποτέλεσμα, που επέβαλε την επιστροφή του βασιλιά Γεώργιου Β’ από την Αγγλία.

Στις 7 Σεπτεμβρίου 1947 ο Σοφούλης ανέλαβε τρίτη και τελευταία φορά πρωθυπουργός, εν μέσω του Εμφυλίου, με την πολιτική στήριξη του Λαϊκού κόμματος του Ντίνου Τσαλδάρη, που είχε πλειοψηφήσει στις εκλογές.

Ο Σοφούλης ήταν υπέρ μιας πολιτικής κατευνασμού έναντι του ΚΚΕ.

Παρά την προχωρημένη ηλικία του και τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, ο Σοφούλης επέδειξε πυγμή και αξιοπρόσεκτη δραστηριότητα στην άσκηση των πρωθυπουργικών καθηκόντων του.

Η τελευταία σημαντική πρωτοβουλία του ήταν ο ορισμός του Παπάγου ως Αρχιστρατήγου των Ενόπλων Δυνάμεων με αυξημένες αρμοδιότητες.

Ο Θεμιστοκλής Σοφούλης απεβίωσε στις 24 Ιουνίου 1949 στην Αθήνα πλήρης ημερών.

Γράψτε το σχόλιο σας