Στις 17 Αυγούστου 1982, κατά την εναρκτήρια συζήτηση του νομοσχεδίου για την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, ο τότε πρωθυπουργός της χώρας, Ανδρέας Παπανδρέου, ανέφερε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

«Κύριε Πρόεδρε, αγαπητοί συνάδελφοι, πριν από 38 χρόνια 138 παλληκάρια εκτελέστηκαν στη Μάντρα της Κοκκινιάς από το ναζιστικό στρατό κατοχής. Τον κρότο των πυροβόλων κάλυπτε ο Εθνικός μας Ύμνος, που οι ήρωες τραγουδούσαν.

Σαν σήμερα, από την πλατεία της Οσίας Ξένης, της Κοκκινιάς, 4.000 οδηγούνταν στο Χαϊδάρι και από κει 1.200 στα γερμανικά στρατόπεδα κατοχής.

Μέχρι χθες το ελληνικό κράτος, η ελληνική πολιτεία –που χάρις στις θυσίες αυτών, αλλά και χιλιάδων άλλων αγωνιστών, υφίσταται, υπάρχει σήμερα ως ελεύθερο κράτος, ελεύθερη πολιτεία– αγνοούσε πεισματικά την υπέρτατη θυσία των νεκρών.

Παλαιότερα, μέσα στα εμφυλιοπολεμικά πάθη που ακολούθησαν, έσυρε στις φυλακές και στις εξορίες πολλούς από αυτούς που επέζησαν.

Μέχρι σήμερα ισχύει ο χουντικός νόμος που αναγνώριζε σαν Εθνική Αντίσταση αυτούς που πρόδιδαν τα παλληκάρια, αυτούς που πολέμησαν την ενιαία Εθνική μας Αντίσταση πιο σκληρά απ’ ό,τι πολέμησαν τον ίδιο τον κατακτητή.

Δεν ήλθαμε εδώ σήμερα για να δικάσουμε, πολύ περισσότερο δεν ήλθαμε για να διχάσουμε.

Ο κύριος στόχος του νομοσχεδίου είναι η εθνική ενότητα.

Ασφαλώς, έστω και ύστερα από τόσα χρόνια, αποτελεί χρέος μας να γυρίσουμε με ευγνωμοσύνη τη σελίδα της ιστορίας σ’ αυτούς που αγωνίστηκαν.

Ασφαλώς, έστω και ύστερα από τόσα χρόνια, αποτελεί χρέος μας να αποδώσουμε τιμή σ’ αυτούς που ξεχάστηκαν, σ’ αυτούς που εξαιρέθηκαν, σ’ αυτούς που διώχτηκαν.

Η σημερινή πολιτική και ηθική αποκατάσταση, η γρήγορη αυριανή κοινωνική και οικονομική συμβολή της Πολιτείας, δεν αρκεί.

Δεν αρκεί φυσικά για να αποδώσει το μεγαλείο των ηρώων της Εθνικής μας Αντίστασης.

Δεν αρκεί σίγουρα, όταν δεν μπορεί να αναιρέσει τους διωγμούς που υπέστησαν αντί για επιβράβευση, όταν δεν μπορεί να επουλώσει τα σωματικά και ψυχικά τραύματα αυτών που επέζησαν.

Μπορούμε όμως να ξαναδώσουμε στο λαό μας την εθνική μνήμη, και αυτή νομίζω είναι η μεγαλύτερη προσφορά.

Αυτή την μνήμη που είναι απαραίτητη τόσο για την αυτογνωσία του λαού μας όσο και για την ενότητα του έθνους μας».*

*Πηγή: Χατζηβασιλείου Ευ. (επιμ.) «Τετράδιο 10, Ανδρέας Παπανδρέου: Η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης (1982)», Τετράδια Κοινοβουλευτικού Λόγου, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, Αθήνα 2010, σ. 619-621.

 

Όπως όλοι οι μεγάλοι ηγέτες που κατάφεραν να αφήσουν ένα ευκρινές αποτύπωμα στον πολιτικό βίο της Ελλάδας των Νεότερων Χρόνων, ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος έφυγε από τη ζωή πριν από 24 χρόνια, σε ηλικία 77 ετών, είχε φανατικούς οπαδούς αλλά και ορκισμένους εχθρούς.

Για την πέραν πάσης αμφιβολίας χαρισματική αυτήν προσωπικότητα, για το διαπρεπή αυτόν επιστήμονα, έχουν γραφεί και έχουν ειπωθεί μετά θάνατον πάρα πολλά, και εκ διαμέτρου αντίθετα.

Αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, καθώς ο Παπανδρέου δεν ήταν, τουλάχιστον κατά την προδικτατορική περίοδο και κατά τη διάρκεια της πρώτης του πρωθυπουργικής περιόδου (1981-1989), ένας πολιτικός ηπίων τόνων, υπέρμαχος των συναινέσεων και της εθνικής συνεννόησης.

Τουναντίον, ο Παπανδρέου συγκρούστηκε σκληρά με τους πολιτικούς αντιπάλους του, ακολούθησε σε πολλές περιπτώσεις την οδό της ρήξης και της ακραίας αντιπαράθεσης, συντελώντας εκ των πραγμάτων καθοριστικά –και αυτός– στην πόλωση της πολιτικής ζωής, στο διχασμό της ελληνικής κοινωνίας.

Ασφαλώς, ο Παπανδρέου είχε ως πολιτικός ανήρ και πολλές φωτεινές στιγμές, όταν ήρθη στο ύψος των περιστάσεων και επιτέλεσε άψογα το ρόλο του εθνικού ηγέτη, προπάντων στο πεδίο του χειρισμού των εθνικών θεμάτων και των ζητημάτων εξωτερικής πολιτικής.

Σε αυτές τις φωτεινές στιγμές του πολιτικού βίου του συγκαταλέγεται κατά την άποψή μου η ανωτέρω ομιλία του, που σφυρηλάτησε με αξιοθαύμαστο τρόπο την εθνική ενότητα και διατήρησε άσβεστη την εθνική μνήμη.

Γράψτε το σχόλιο σας