Η στραβή γραμμή

Αλλά τα πράγματα δεν ήταν έτσι με τους Εγγλέζους, όπως τα αντιμετώπιζε η καθοδήγηση, και μάλιστα όταν είχαμε μαζί μας ένα τέτοιο πλατύ κίνημα λαού. Ήταν σε λαθεμένη γραμμή. Και το λέω αυτό γιατί έχουμε το παράδειγμα της Αλβανίας, τότε που ο Χότζα δήλωσε στους Εγγλέζους «Μην πλησιάσετε γιατί θα σας χτυπήσω», κι αυτοί δεν τόλμησαν να πάνε. Κι ούτε στην Αλβανία μπήκε ο Κόκκινος Στρατός, ώστε να πούμε ότι αυτός στάθηκε το στήριγμα του Χότζα για την αποφασιστικότητα που έδειξε στην καίρια στιγμή. Πολύ περισσότερο εμείς που είχαμε απελευθερώσει όλη σχεδόν την Ελλάδα. Τι κρατούσαν αυτοί; Το κέντρο της Αθήνας και την περιοχή γύρω γύρω από τη Μεγάλη Βρετανία. Για να πήγαινες στο Παγκράτι έπρεπε να έχεις την άδεια από το Φρουραρχείο του ΕΛΑΣ. Αλλά τότε υπήρχε η αντίληψη ότι, είτε μας αρέσουν οι Εγγλέζοι είτε όχι, δεν μπορούμε να κάνουμε δίχως αυτούς. Αυτό έφτανε. Άμα ξεκίναγες έτσι, από κει και πέρα θα πάλευες για να βρεις μια συμβιβαστική λύση όσο το δυνατόν καλύτερη. Αλλά όσο καλή λύση κι αν ήτανε, θα είχες τον Εγγλέζο στο κεφάλι σου! Ενώ εμείς την είχαμε την εξουσία. Την είχαμε και την παραδώκαμε…

Το 1960, όταν περνούσα από δίκη στο Στρατοδικείο, στην Αθήνα, όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας λέγανε στη σειρά, σαν να ήταν μιλημένοι:

«Οι κομμουνιστές δεν κάνανε εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, κάνανε αγώνα για την κατάληψη της εξουσίας. Αυτός ήτανε ο στόχος τους».

Το ‘πε ο πρώτος, ο δεύτερος, ο τρίτος… Θύμωσα καθώς τους άκουα να το επαναλαμβάνουν. Πετάχτηκα κι εγώ επάνω από τη θέση που καθόμουνα:

«Επιτέλους, κύριε πρόεδρε», είπα, «εμείς ποια εξουσία να καταλάβουμε; Εμείς την είχαμε την εξουσία…»

«Ας μην τη δίνατε τότε» μου απάντησε ο πρόεδρος, Φραδέλος Ανδρεόπουλος τ’ όνομά του, συνταγματάρχης της στρατιωτικής δικαιοσύνης.

«Αυτό ήτανε και το λάθος μας» του λέω.

«Κάθισε τότε κάτω, Φλωράκη, και πλήρωνε…» μου απάντησε.

Έτσι ήταν. Την είχαμε την εξουσία και τη δώκαμε. Και μετά καθίσαμε και πληρώσαμε τα λάθη μας.

Οι απαράδεκτες υποχωρήσεις

Θα μπορούσα να πω ότι μας χρειαζόταν μια ανακωχή, να τη χρησιμοποιήσουμε για ανασυγκρότηση των δυνάμεών μας και του κόσμου μας, αλλά σίγουρα αυτό δεν ήταν το κύριο. Κατά τη γνώμη μου η Συμφωνία της Βάρκιζας ήταν λαθεμένη. Γιατί με την ανακωχή φτάνεις σ’ ένα σημείο, όταν έχουν δημιουργηθεί μια σειρά από προβλήματα, εκεί δηλαδή που χρειάζεσαι χρόνο για να δεις τα πράγματα. Εδώ όλα εξελίσσονταν σε εμφύλιο πόλεμο. Η ανακωχή μπορεί να ήταν μια προσπάθεια μήπως και βρεθεί κάποια άλλη λύση. Μια λύση που να μη στοιχίσει πολύ και στους δύο. Στους πολέμους η ανακωχή, ιδιαίτερα στους εμφύλιους, είναι πολύτιμη. Γιατί ακόμη και αν δεν βρισκόταν λύση, συνέφερε για την ανασυγκρότηση των δυνάμεών μας. Εμείς όμως χάσαμε κι αυτό το πολύτιμο χρονικό διάστημα ­ άσκοπα.

Μετά την ανακωχή προχωρήσανε για μια γενικότερη συμφωνία, η οποία εκφράστηκε με τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Νομίζω ότι αυτό κι αν ήταν μεγάλο λάθος. Εκεί ήταν απαράδεκτες οι υποχωρήσεις εκ μέρους του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ, διότι ουσιαστικά τα παραδώσανε όλα στην αστική τάξη. Εμάς, βέβαια, τους καπεταναίους, που είχαμε δώσει και τη ζωή μας, δεν μας ρώτησε κανένας. Και να ρωτήσουν τι. Αν θέλαμε να πάμε στη Βάρκιζα; Δεν υπήρχε, ούτε μπήκε τέτοιο θέμα. Η καθοδήγηση είχε το λόγο αλλά και την ευθύνη. Το ζήτημα είναι ότι αυτοί που μας εκπροσωπούσαν αποδείχτηκε πως δεν πίστευαν στη δύναμη του λαϊκού κινήματος, στις δικές μας δυνάμεις.

«Ας πηγαίναμε κόντρα στην απόφαση της Μόσχας»

Γυρνώντας πάλι σ’ εκείνη την εποχή, θα έλεγα ότι είναι μεγάλο λάθος που κατηγορούν το ΚΚΕ ότι έδειχνε εξάρτηση από το ΚΚΣΕ. Ίσα ίσα που οι Σοβιετικοί, όποτε και να τους ζητήσαμε και για όποιο θέμα τη γνώμη τους, επέμεναν: «Αυτή είναι η δική μας γνώμη. Από κει κι έπειτα είναι δικό σας ζήτημα τι θα κάνετε. Να το δείτε ανάλογα με τις συνθήκες. Εμείς δεν μπορούμε να ξέρουμε από εδώ. Μόνοι σας να κρίνετε». Το υπογράμμιζαν!

Τώρα τι γραμμή είχε το ΚΚΣΕ στη διεθνή πολιτική; Νομίζω ότι η Σοβιετική Ένωση ακολουθούσε μια πολιτική που κανένας δεν μπορούσε ν’ αμφισβητήσει: πολιτική υπεράσπισης της ειρήνης, των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων, των δικαιωμάτων των εργαζομένων, της πάλης. Αυτά όλα ήταν φανερά από τις θέσεις που παίρνανε, οι οποίες απηχούσαν και τις δικές μας απόψεις. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής πολλές φορές παίρνανε και θέσεις είτε λαθεμένες είτε θέσεις που υπάγονταν σε κάποια σκοπιμότητα, διότι ήταν κράτος μέγα και ακολουθούσε κρατική πολιτική.

Να, επί παραδείγματι, θυμάμαι τότε που πήρε θέση και ουσιαστικά υποστήριξε τον Βιντέλα, το δικτάτορα στη Νότια Αμερική. Αλλά το Κομμουνιστικό Κόμμα της χώρας αυτής ήταν υπέρ του Βιντέλα. Αυτό ίσως παρέσυρε και τη Σοβιετική Ένωση. Βλέποντας κι εμείς τη στάση της, αλλά μετρώντας και το γεγονός ότι το εκεί κομμουνιστικό κόμμα ήτανε θετικό, πήραμε θέση ανάλογη. Κατά τη γνώμη μου δεν έπρεπε να την πάρουμε, έπρεπε να ουδετεροποιηθούμε ή και να το καταγγείλουμε. Ας πηγαίναμε κόντρα στην απόφαση της Μόσχας. Πολύ περισσότερο που εμείς είχαμε δοκιμάσει πρόσφατα μια χούντα.

Σίγουρα ορισμένα πράγματα ξεκίναγαν από την ανάγκη της διεθνιστικής αλληλεγγύης. Αλλά αυτά είναι επιμέρους ζητήματα. Για μένα δεν είναι το κύριο. Παράδειγμα, το γράμμα του Ζαχαριάδη στο αλβανικό. Χαρακτήρισε το δικό μας πόλεμο εθνικοαπελευθερωτικό. Η θέση του ήταν αντίθετη με την απόφαση της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Άλλο παράδειγμα. Όταν τέθηκε το θέμα του δικού μας Εμφυλίου, οι Δημητρώφ και Τολιάτι, αλλά και άλλοι, μας σύστησαν:

«Μην μπείτε σε τέτοια διαμάχη».

Οι Σοβιετικοί μας είπαν:

«Να το σκεφτείτε καλά, να τα μετρήσετε όλα πριν το αποφασίσετε».

Και μετέπειτα είπε ο Στάλιν:

«Αφού εσείς το αποφασίσατε, τώρα δεν έχουμε πολλά να πούμε».

Ήταν φυσικό μετά τη διάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς, ιδιαίτερα μετά τις διασκέψεις και τα ζητήματα που δημιουργήθηκαν, να είναι ακόμα πιο κατηγορηματικοί:

«Εσείς κοιτάξτε να καθορίζετε τη θέση σας ανάλογα με τα προβλήματά σας».

Είναι αλήθεια ότι στα ζητήματα της διεθνούς πολιτικής προσέχαμε να μη βρισκόμαστε σε ριζική διαφωνία με τη Σοβιετική Ένωση, γιατί ξεκινούσαμε από το εξής γεγονός: εμείς δεν μπορούσαμε να κατέχουμε όλα τα ζητήματα όπως εκείνη, που ήταν μεγάλη χώρα. Μπορούσαμε να κάνουμε κάποιες εκτιμήσεις για μια συγκεκριμένη κατάσταση, αλλά σε διεθνή κλίμακα σίγουρα είχε καλύτερες δυνατότητες. Ήτανε, επομένως, φυσικό πολλές φορές να ακολουθούμε τις δικές της πολιτικές.

*Αποσπάσματα από το βιβλίο για τον Χαρίλαο Φλωράκη με τίτλο «Κι σέν’ πώς σ’ λεν;» (συγγραφέας Άννα Παναγιωταρέα, εκδόσεις Καστανιώτη, 2001).

Ο Χαρίλαος Φλωράκης, πολιτικός και Γενικός Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας από το 1972 μέχρι το 1989, γεννήθηκε στη Ραχούλα Καρδίτσας στις 20 Ιουλίου 1914 και πέθανε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2005.

Γράψτε το σχόλιο σας