Η τρίτη Κυριακή μετά το Πάσχα ονομάζεται Κυριακή του Παραλύτου, επειδή είναι αφιερωμένη στο θαύμα της θεραπείας του παραλύτου, το οποίο έγινε από τον Ιησού Χριστό σε μια κολυμβήθρα, δίπλα στην προβατική πύλη του τείχους της Ιερουσαλήμ.

Η Κυριακή του Παραλύτου αντλεί το θέμα της από την ευαγγελική περικοπή που αναγιγνώσκεται στη Θεία Λειτουργία (Ιω. 5, 1-15).

Δίπλα, λοιπόν, στην προβατική πύλη του τείχους της Ιερουσαλήμ βρισκόταν η Βηθεσδά, η κολυμβήθρα του ελέους.

Είχε γύρω της πέντε στοές πλημμυρισμένες από λογής-λογής αρρώστους, ένα νοσοκομείο του Θεού ήταν.

Όλοι αυτοί, τυφλοί, ανάπηροι, παράλυτοι, περίμεναν με αγωνία και ελπίδα να κατέβει κάθε τόσο ο άγγελος, ο απεσταλμένος του Θεού, να ταράξει τα νερά της δεξαμενής.

Όποιος προλάβαινε να πέσει μέσα στα νερά την ώρα εκείνη γινόταν αμέσως καλά, από οποιαδήποτε αρρώστια κι αν έπασχε.

Απ’ όλους αυτούς τους βασανισμένους αρρώστους, όμως, ένας άνθρωπος ξεχώριζε.

Τριάντα οκτώ ολόκληρα χρόνια παράλυτος. Και ήταν μόνος, κατάμονος.

Δεν είχε κανέναν να τον βοηθήσει.

Το δράμα τού επί 38 έτη παραλύτου συγκίνησε τον Κύριο, ο οποίος τον θεράπευσε, ως ιατρός ψυχών και σωμάτων.

Πασίγνωστη είναι η φράση του Ιησού προς τον παράλυτο άνδρα: «Έγειρε, άρον τον κράββατόν σου και περιπάτει».

Με αυτόν τον τρόπο, με έναν απλούστατο, εντελώς διαφορετικό από το όλο σκηνικό τρόπο, ο Κύριος τού έδωσε την υγεία του, τον σήκωσε από την κλίνη της οδύνης και της δοκιμασίας.

Παράλληλα, του έδωσε τη δύναμη να σηκώσει και το κρεβάτι του και να πάει στην ευχή του Θεού.

Χωρίς καμία κίνηση, με ένα μόνο λόγο, ύστερα από τριάντα οκτώ χρόνια, ύστερα από μια ολόκληρη ζωή.

Γράψτε το σχόλιο σας