Το νέο βιβλίο της Μαριαλένας Σπυροπούλου «Τάισέ με» κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Η τριαντάχρονη Μαρίνα αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στον έρωτα, στην αφοσίωση και την ελευθερία των επιλογών της, ανάμεσα στις προσδοκίες των άλλων για εκείνη και στις προσδοκίες της ίδιας για τον εαυτό της. Παράλληλα µε την ιστορία της, στην Ελλάδα του 2010, μεταφερόμαστε και στον κόσμο που μέλλεται να ακολουθήσει δύο αιώνες μετά. Εκεί όπου οι γυναίκες πεινασμένες παίρνουν τα ηνία της εξουσίας, εξορίζοντας τους άνδρες.

Ένα μυθιστόρημα για τον έρωτα, την αγάπη και τον τρόπο µε τον οποίο η μύχια πείνα γίνεται το σημείο καμπής στη ζωή ανδρών και γυναικών.

Μιλήστε μας για το βιβλίο σας «Τάισέ με»
Το “Τάισέ με” είναι ένα βιβλίο μέσα στο βιβλίο. Δύο εγκιβωτισμένες ιστορίες που πραγματεύονται την επιθυμία, τους δρόμους μέσα από τους οποίους περνάει η αγάπη, τη σχέση μάνας-κόρης, τη μητρότητα και τη σεξουαλικότητα. Πώς μια γυναίκα βρίσκει την ταυτότητά της μέσα από τη δημιουργία. Η μία ιστορία διαδραματίζεται τον Απρίλιο του 2010, την ημέρα που μπαίνουμε ως χώρα στο μνημόνιο, η τριαντάχρονη Μαρίνα εκείνη την ημέρα δέχεται με τεράστια αμφιθυμία την πρόταση γάμου από τον σύντροφό της. Δύο αιώνες μετά, οι γυναίκες έχουν αναλάβει την εξουσία και οι άνδρες είναι στο σύνολό τους εξορισμένοι. Η μητρότητα απαγορεύεται. Είναι μια δυστοπική προοπτική του κόσμου.

Ποιο ήταν το κίνητρο γι’ αυτό το έργο;
Ήθελα να μιλήσω για τις εσωτερικές διαδρομές που περνάει μια γυναίκα, την πάλη με τους δαίμονές της, την ανάγκη για απελευθέρωση και για το πώς βιώνει ως εμπόδια μερικά πράγματα στη ζωή της όπως ενδεχομένως τα παιδιά. Ζούμε σε εποχές όπου οι γυναίκες διεκδικούν κεντρικό ρόλο στη ζωή και στην εξουσία αλλά δεν ξέρουν πώς να ισορροπήσουν πάντα, δεν ξέρουν πώς να ικανοποιηθούν σε βάθος. Ήθελα να γράψω για κάτι που είναι πολύ σύγχρονο, πολύ επίκαιρο, κάτι που μας αφορά όλους, άνδρες, γυναίκες. Ίσως είναι τα ζητήματα που απασχολούν εμένα, είναι τα βαθύτερα αιτήματα που ζητούν απαντήσεις, αλλά απαντήσεις δεν υπάρχουν, όχι όπως τουλάχιστον τις φανταζόμαστε. Η συγγραφή για μένα ξεκινά από την προσωπική δεξαμενή μου, των ασυνείδητων επιθυμιών μου, των φαντασιώσεων και όσων με πονάνε.

Τι σημαίνει για σας η φράση «τάισέ με»;
Αυτή η φράση σημαίνει τόσα πολλά πράγματα για μένα. Τάισέ με σημαίνει, φρόντισέ με, θρέψε με, ασχολήσου με μένα, ανέξου με, δώσε μου έμπνευση, βάλε πλάτη για μένα, γίνε στήριγμα, δώσε μου έναν κόσμο να κατοικήσω, μάθε μου. Στην προστακτική αυτών των δύο λέξεων στηρίζεται όλος ο κόσμος, η επιθυμία αυτού του κόσμου. Δεν είναι τυχαίο ότι τη λένε τα μωρά, τη λένε τα παιδιά, οι εραστές, οι φίλοι, οι σύντροφοι, οι μανάδες, οι πατεράδες. Τη λένε οι πολίτες στους πολιτικούς, οι μαθητές στους δασκάλους, οι άνθρωποι το ζητάνε από τους καλλιτέχνες. Η τροφή έχει τόσα πολλά επίπεδα, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Και ο άνθρωπος δεν ζει χωρίς τον άνθρωπο.

Τι μήνυμα θα θέλατε να φτάσει στον κόσμο μέσα από το βιβλίο σας;
Η αλήθεια είναι ότι όταν γράφεις λογοτεχνία δεν έχεις πολύ συνειδητό μήνυμα που θέλεις να περάσεις. Τουλάχιστον, σε ό,τι με αφορά. Δεν είναι λογική επεξεργασία η συγγραφή, παρότι χρειάζεται στο χτίσιμο της υπόθεσης η λογική. Τώρα εκ των υστέρων ίσως θα ήθελα να γράψω για το πόσο δύσκολο πράγμα είναι να απελευθερωθεί μια γυναίκα όχι μόνο από την κοινωνία αλλά και από τις εσωτερικές αναστολές της. Από τις γυναίκες που κουβαλά μέσα της. Όπως και το ότι η σχέση του άνδρα με τη γυναίκα είναι το πιο ωραίο πεδίο μάχης. Πάντα ο ένας θα επιθυμεί τον άλλον, και πάντα θα θέλει με κάποιον τρόπο να του επιβληθεί.Σε κάποια κομμάτια του βιβλίου σας που περιγράφετε μια μελλοντική δυστοπική κοινωνία το social distancing αποτελεί κανόνα και θεσμό. Τι ομοιότητες βρίσκετε με τη σημερινή κατάσταση με την καραντίνα και τον κορονοίό;

Οι άνδρες στο βιβλίο μου, στο δυστοπικό του μέρος, έχουν εξοριστεί στη ζούγκλα, οπότε είναι απομονωμένοι από τις γυναίκες. Και οι γυναίκες “χρησιμοποιούν” τις σχέσεις μόνο για τις ανάγκες τους, οπότε θα λέγαμε ότι είναι και αυτές απομονωμένες με έναν τρόπο, ψυχικά και συναισθηματικά σίγουρα. Δεν βρίσκω ομοιότητες με τον κορονοϊό και την καραντίνα, παρά μόνο σκέφτομαι το εξής: Ότι ο πολιτισμός μας όδευε έτσι και αλλιώς προς μια μορφή απομόνωσης. Οι άνθρωποι δεν επιθυμούσαν τόσο πολύ την πραγματική ανθρώπινη επαφή, τη βαθύτερη εξοικείωση. Ζούσαμε και ζούμε κάπως επιδερμικά. Κάποιοι ήταν απομονωμένοι και πριν από την καραντίνα, ζώντας μέσω των social media. Τώρα επιχειρείται μιαν ανατροπή. Ενώ μένουμε απομονωμένοι, συνειδητοποιούμε πόση ανάγκη έχουμε τον Άλλον. Πόσο μας λείπει το σώμα του Άλλου. Και τώρα ο Άλλος είναι φορέας μετάδοσης, είναι απειλητικός. Πολλές φορές όμως στο κοντινό παρελθόν ένιωθα ότι υπάρχουν άνθρωποι που νιώθουν ότι απειλούνται από την επαφή τους με ανθρώπους. Τώρα σαν να έγινε πραγματικότητα. Δεν ξέρω αν θα σπάσει το κέλυφος της ανθρώπινης επαφής, αν θα ραγίσει λίγο το γυαλί του ναρκισσισμού, για να γίνουμε λίγο πιο ενσυναισθητικοί και αλληλέγγυοι. Θα το ήθελα όμως.

Ποιο πιστεύετε ότι είναι το μέλλον του βιβλίου σήμερα;

Δεν ξέρω ειλικρινά. Δεν είμαι πολύ αισιόδοξη. Για να γίνει αναγνώστης κάποιος πρέπει να έχει θητεύσει στην ανάγνωση, να έχει μυηθεί, να έχει ζήσει την απόλαυσή της. Πρέπει να μπορεί να ζει μέσα από τη φαντασία του, να μην αποσπάται συνέχεια η προσοχή του, να ζει λίγο εσωτερικά. Κάποιοι άνθρωποι από τη φύση τους έχουν άλλου τύπου ευφυίας, σωματική ευφυία κ.λπ. που δυσκολεύονται να μείνουν σταθεροί σε ένα μέρος. Κάποιοι άλλοι για άλλους ψυχικούς λόγους, όπως μια λανθάνουσα κατάθλιψη για παράδειγμα, τους εμποδίζει να αφοσιωθούν σε κάτι τόσο σιωπηλό όπως είναι η ανάγνωση. Από την άλλη, υπάρχει και μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού που δεν έχει τη γνώση να καταλάβει πόσο σημαντικό είναι το βιβλίο. Είναι σε άλλα πράγματα προσανατολισμένη. Θα ήθελα να έχουμε υψηλότερα ποσοστά αναγνωστών στον πληθυσμό. Αλλά δεν είμαι πολύ αισιόδοξη ως προς αυτό. Πιστεύω ότι αυτό που θα διαφοροποιεί κάποιον τις επόμενες δεκαετίες θα είναι η ικανότητά του να διαβάσει ένα βιβλίο. Αυτός θα θεωρείται ελίτ. Τα παιδιά σήμερα δυσκολεύονται να διαβάσουν κάτι μεγαλύτερο από ένα μήνυμα στο κινητό τους. Και ο κόσμος μας τελικά συμπυκνώνεται στον αριθμό των λέξεων που διαθέτουμε.

Τι σας εμπνέει;

Γενικά ή στο γράψιμο; Γενικά με εμπνέουν οι άνθρωποι που ξεπερνούν τον εαυτό τους, οι άνθρωποι που δίνουν τη ζωή τους για έναν σκοπό. Οι άνθρωποι που παλεύουν να γίνουν καλύτεροι. Με εμπνέουν οι οραματιστές και οι υπέρμαχοι του δικαίου. Με εμπνέουν τα όμορφα, ζωντανά πλάσματα. Οι άνθρωποι που στρέφονται στη χαρά. Που συγκινούνται και συγκινούν. Με εμπνέουν πολύ οι δοτικοί άνθρωποι. Στο γράψιμο με εμπνέει το μέσα μου. Μια ιστορία που γεννιέται στο κεφάλι μου, που σκαλώνει στην καρδιά μου και που στέκεται στην κοιλιά μου, περιμένοντας πότε θα γεννηθεί. Με εμπνέουν πολύ τα κορίτσια ως ηρωίδες. Με εμπνέει η μουσική, με εμπνέει πολύ η ανάγνωση. Εμπνέομαι πολύ από τη ζωγραφική και τον κινηματογράφο. Και πάντα για μένα η ποίηση είναι η πιο στενή αδερφή της λογοτεχνικής μου έκφρασης. Με εμπνέει και ο έρωτας. Όχι ο έρωτας που συναντάμε στις μέρες μας, είμαι πιο ρομαντική για την εποχή που διανύουμε. Και τέτοιους έρωτες δεν συναντώ εύκολα πια.

Ποια είναι τα επόμενα μελλοντικά σας σχέδια;

Έτσι όπως είμαστε, θα σας έλεγα ότι πλέον αποφεύγω να κάνω σχέδια, γιατί ο Θεός γελάει. Θα ήθελα να συνεχίσω να γράφω, έχω μερικές ιστορίες στο κεφάλι μου. Θα ήθελα να εκδώσω κάποια στιγμή τα ποιήματα που έχω γράψει ήδη εδώ και χρόνια. Θα ήθελα να βγει κάποιο από τα παραμύθια που έχω στο συρτάρι μου. Και κάποια στιγμή να γράψω ένα ψυχαναλυτικό δοκίμιο. Για την ώρα, θα ήθελα να βγει ο πλανήτης από αυτή τη δοκιμασία και να συναντηθούμε σε μια υπέροχη παραλία κοιτάζοντας τον ήλιο να δύει. Ασφαλείς και ζωντανοί.

Γράψτε το σχόλιό σας