Του Νίκου Κουρμουλή

Ο Σεμπάστιαν Φίτσεκ από την Γερμανία, είναι αυτή τη στιγμή ένας από τους κορυφαίους ευπώλητους συγγραφείς σε παγκόσμια κλίμακα. Από τότε που τον πρωτογνωρίσαμε με το μυθιστόρημα «Η θεραπεία» (αρχικά εκδόσεις Διήγηση και τώρα εκδόσεις Διόπτρα, μετάφραση Γιώτα Λαγουδάκου), δεν σταμάτησε να χτυπάει υψηλά νούμερα στις πωλήσεις. Αποκλειστικός τομέας του, το ψυχολογικό θρίλερ. Ένας αρκετά υποτιμημένος τρόπος γραφής, αφού επί δεκαετίες βρισκόταν στη σκιά συγγενικών ειδών, έως ότου η «Σιωπή των αμνών» του σημαντικού Τόμας Χάρις μεταφερθεί στον κινηματογράφο.

Τα μυθιστορήματα του Φίτσεκ διακρίνονται από την καταβύθιση του εκάστοτε πρωταγωνιστή στις σκοτεινές περιδινήσεις του μυαλού του. Οι χαρακτήρες μέχρι και την τελευταία σελίδα καθίστανται θύτες και θύματα ταυτόχρονα. Πάσχουν από τους δαίμονες τους και παράλληλα ενεργούν ερήμην αυτών.

Δουλεύοντας τον ανθρώπινο νου στα όρια του, ο Φίτσεκ μας έδωσε πρόσφατα «Το πείραμα» (Διόπτρα, μετάφραση Δέσποινα Κανελλοπούλου). Εκεί παρακολουθύμε με άγρυπνο βλέμμα την παγίδευση μιας ψυχιατρικής κλινικής από έναν αλλόφρονα γιατρό κια πατέρα. Η πλοκή χτίζεται αργά, παγιδεύοντας και τον πιο παρατηρητικό αναγνώστη. Το νέο του μυθιστόρημα που βγήκε πολύ πρόσφατα με τίτλο, «Ο τρόφιμος» (Διόπτρα, μετάφραση Δέσποινα Κανελλοπούλου), έχουμε να κάνουμε μ’ ένα καυτό θέμα από τα κεντροευρωπαϊκά δελτία ειδήσεων: εξαφανίσεις παιδιών, που σε αρκετές περιπτώσεις καταλήγουν σε δολοφονίες. Ο συγγραφέας αφουγκράζεται το πως ακόμη και στις μέρες μας η επαφή με το άγνωστο φέρνει ανατριχίλα και κορυφώνει τη δράση του σε στάδια, όπως περίπου τα συναντούμε στις σειρές του Netflix ή του HBO. Στην συνέντευξη που ακολουθεί ο Σεμπάστιαν Φίτσεκ, μας ξεδιπλώνει τη σκέψη του.

Ποια είναι τα βασικά στοιχεία για ένα καλό θρίλερ να γίνει μπεστ σέλερ;

Πιστεύω ότι τα βασικά χαρακτηριστικά ενός καλού θρίλερ δεν διαφέρουν από τα χαρακτηριστικά ενός καλού βιβλίου γενικότερα. Κάθε καλή ιστορία βασίζεται στους χαρακτήρες της. Ως αναγνώστης —διότι έχω και αυτή

την ιδιότητα— ρωτάω πάντα τον εαυτό μου εάν θα ήθελα να πάω ένα μακρινό ταξίδι με τους ήρωες του βιβλίου που διαβάζω, καθώς και αν θέλω να πετύχουν αυτοί οι ήρωες τον σκοπό τους. Ιδίως στα θρίλερ, αυτό που με ενδιαφέρει ως συγγραφέα είναι το ερώτημα πώς θα αντιδρούσα ως φυσιολογικός άνθρωπος εάν βρισκόμουν κάποτε αντιμέτωπος με μια τρομακτική κατάσταση.

Πιστεύετε ότι η αστνομική λογοτεχνία αντανακλά τις σημερινές αγωνίες, προσωπικές και κοινωνικές;

Κατά τη γνώμη μου υπάρχουν πολλοί λόγοι για την ενασχόλησή μας με την αστυνομική λογοτεχνία. Ένας από αυτούς είναι ότι στη σύγχρονη κοινωνία έχουμε «εξορίσει» τον θάνατο. Δεν βρισκόμαστε σχεδόν ποτέ αντιμέτωποι με τον θάνατο, που συμβαίνει κυρίως σε νοσοκομεία, γηροκομεία, κάπου μακριά από τα μάτια μας. Σε αντίθεση, δηλαδή, με ό,τι συνέβαινε παλαιότερα, όταν ζούσαν πολλές γενιές κάτω από την ίδια στέγη και ήταν απολύτως φυσικό για τα νεότερα μέλη της οικογένειας να βιώνουν από πρώτο χέρι τον θάνατο των

γηραιότερων. Η αστυνομική λογοτεχνία μάς δίνει τη δυνατότητα να καταπιαστούμε με τον θάνατο, χωρίς να χρειάζεται να φοβόμαστε τις συνέπειες του.

Tο ανθρώπινο μυαλό είναι το πιο μοχθηρό όπλο στον πλανήτη;

Ναι. Οι σκοτεινές σκέψεις προηγούνται κάθε μοχθηρής πράξης. Και έχει αποδειχθεί ότι οι ψυχολογικές φρικαλεότητες μπορούν συχνά να προκαλέσουν χειρότερα βασανιστήρια απ’ ό,τι ο σωματικός πόνος.

Πώς κατασκευάζετε τον τρόμο στα βιβλία σας;

Δεν υπάρχουν οδηγίες χρήσης, τις οποίες να ακολουθώ κατά γράμμα. Το μοναδικό ερώτημα που θέτω κάθε τόσο στον εαυτό μου είναι αν θα μου άρεσε να διαβάσω αυτό το κεφάλαιο ή αυτή την παράγραφο σε ένα βιβλίο. Τη διαβάζω δυνατά στον εαυτό μου, ξανά και ξανά. Και μέσα από αυτή τη διαδικασία διαπιστώνω αν η παράγραφος μού φαίνεται συγκινητική ή αγωνιώδης. Αν όχι, διαγράφεται. Οι περικοπές είναι ένας εξαιρετικός τρόπος να προσδώσεις ένταση και ρυθμό.

Καθημερινά μέσα από τα social media βομβαρδιζόμαστε από ειδήσεις γεμάτες  καταστροφή. Πιστεύετε πως η καλή μυθοπλασία έχει τις δυνάμεις να προσπεράσει αυτό το τείχος;

Ακριβώς επειδή ερχόμαστε αντιμέτωποι με τόσες φρικιαστικές ειδήσεις στην καθημερινότητά μας, νιώθουμε την ανάγκη να τις διαχειριστούμε. Διότι τα «Μέσα», είτε πρόκειται για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είτε για τα Μ.Μ.Ε., συχνά δεν διευκρινίζουν τους λόγους για τους οποίους συμβαίνει κάτι. Τα κίνητρα πίσω από τις φριχτές ειδήσεις και τις τραγωδίες παραμένουν άγνωστα σ’ εμάς. Η λογοτεχνία μάς δίνει την ευκαιρία να ρίξουμε μια ματιά από την κλειδαρότρυπα και να κατανοήσουμε για ποιον λόγο συμβαίνουν κάποια πράγματα. Για ποιον λόγο οι άνθρωποι ενεργούν όπως ενεργούν. Το σημαντικό σε ένα θρίλερ δεν είναι τόσο τι συμβαίνει, όσο να διαλευκανθεί για ποιον λόγο συμβαίνει. Και είναι πολύ πιο εφικτό να το κατορθώσεις σε 400 σελίδες, παρά σε ένα σύντομο άρθρο εφημερίδας.

Στη Δύση με την ζωή να αλλάζει συνέχεια κατεύθυνση, πολύς κόσμος έχει την αίσθηση ότι κάτι λείπει. Τι μπορεί να είναι αυτό;

Υπάρχει ένα γνωμικό, το οποίο ενστερνίζομαι: «Οι συγκρίσεις φέρνουν δυστυχία». Το πρόβλημα είναι ότι η κοινωνία μας είναι οργανωμένη σε όλους τους τομείς κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να ευνοούνται οι συγκρίσεις.

Ποιος έχει περισσότερα χρήματα; Ποιος έχει καλύτερη δουλειά; Πιο γρήγορο αυτοκίνητο, μεγαλύτερο σπίτι; Μας μαθαίνουν από μικρά παιδιά να αναμετριόμαστε με τους άλλους. Πουθενά, ωστόσο, δεν τίθεται το

ερώτημα για ποιον λόγο πρέπει να πηδάμε πιο γρήγορα, πιο ψηλά και πιο μακριά από τους άλλους. Ακούγεται μπανάλ, αλλά στον δυτικό κόσμο μειώνεται ολοένα η ανάγκη μας να αναζητήσουμε το νόημα των

πράξεων και της ύπαρξής μας. Και τα βιβλία μπορεί να μη δίνουν πάντα τις σωστές απαντήσεις, αλλά θέτουν τις σωστές ερωτήσεις και μας δίνουν το έναυσμα να ασχοληθούμε με τα πράγματα που έχουν πραγματικά

σημασία στη ζωή. Τα οποία συνήθως δεν σηκώνουν συγκρίσεις. Διότι κανείς δεν μπορεί να πει ποιος είναι στ’ αλήθεια πιο ευτυχισμένος, πιο ερωτευμένος, πιο υγιής και χαρούμενος από κάποιον άλλον.

Γράψτε το σχόλιο σας