Βρετανός οικονομολόγος και διανοούμενος με σημαντική παρουσία στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, ο Τζον Μέιναρντ Κέινς (5 Ιουνίου 1883 – 21 Απριλίου 1946) υπήρξε υπέρμαχος πρακτικών κρατικού παρεμβατισμού, ειδικά σε περιόδους κρίσεων και ύφεσης.

Σύμβουλος των αγγλικών κυβερνήσεων, πανεπιστημιακός καθηγητής, οικονομικός διαχειριστής στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, συγγραφέας, συλλέκτης και προστάτης των τεχνών, ο Κέινς συνδέθηκε στο χώρο της διανόησης με την περίφημη ομάδα του Μπλούμσμπερι στο Λονδίνο.

Την εν λόγω ομάδα συγκροτούσαν οι λογοτέχνες και εκδότες Λέο και Βιρτζίνια Γουλφ, ο φιλόσοφος Μπέρτραντ Ράσελ, ο μυθιστοριογράφος Ε. Μ. Φόρστερ, ο βιογράφος Λίτον Στρέιτσι, οι εικαστικοί Ντάνκαν Γκραντ και Βανέσα Μπελ στη ζωγραφική, ο τεχνοκριτικός Ρότζερ Φράι.

Το ελεύθερο πνεύμα και η σεξουαλική ελευθεριότητα της ομάδας, οι μοντερνιστικοί πειραματισμοί και το μποέμ ύφος της ζωής τους προσέδωσαν στους «Μπλούμις» τη φήμη ενός διαβόητου ελίτ ναρκισσιστικού κλαμπ διανοουμένων και καλλιτεχνών, που προκαλούσε το θαυμασμό και το φθόνο.

Η μακροπρόθεσμη αποτελεσματικότητα της εφαρμογής κεϊνσιανών ρυθμίσεων διχάζει ποικιλοτρόπως τους ειδικούς.

Ο Κέινς ήταν εκείνος που ανέδειξε την οικονομία ως μια κοινωνική επιστήμη, πιο κοντά στη φιλοσοφία και στις επιστήμες του ανθρώπου παρά στους αριθμούς και στα μαθηματικά μοντέλα, απέναντι στα οποία έτσι κι αλλιώς στεκόταν δύσπιστος.

Τα μαθηματικά είναι κώδικας, δεν είναι μηχανισμός έρευνας, έλεγε σε συναδέλφους του.

Αν δεν μπορείς να τα μεταφράσεις σε λέξεις, είναι άχρηστα.

Τι ήταν ο «κεϊνσιανισμός»

Ο ίδιος ο Κέινς, οικονομολόγος που συγκρούστηκε με την οικονομική ορθοδοξία της εποχής του, δεν ήταν διόλου απομονωμένος από την πολιτική, αφού βρέθηκε στο επίκεντρο του ερωτήματος για την οικονομική πολιτική στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα και αρκετές από τις προτάσεις του ήταν και συγκεκριμένες προτάσεις πολιτικής.

Άλλωστε, μιλάμε για έναν άνθρωπο που συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις για τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, ενώ αργότερα υπήρξε εκ των αρχιτεκτόνων των συμφωνιών του Bretton Woods και θεσμών όπως η Παγκόσμια Τράπεζα και το ΔΝΤ.

Η οικονομική ορθοδοξία της εποχής του Κέινς υποστήριζε ότι το βασικό στοιχείο στην οικονομία ήταν η προσφορά, με βάση και τον περίφημο νόμο του Say ότι η προσφορά παράγει τελικά και ζήτηση.

Παράλληλα, η οικονομική ορθοδοξία της εποχής του υποστήριζε ότι είναι πρόβλημα για την οικονομία η «ακαμψία» των μισθών, ενώ αντίθετα θα έπρεπε να μπορούν να μειωθούν και οι ονομαστικοί μισθοί, ώστε να μειώνεται το κόστος παραγωγής και άρα να ενισχύεται η προσφορά.

Ο Κέινς αντίθετα υποστήριξε ότι η καθοριστική παράμετρος στην οικονομία είναι η ενεργός ζήτηση, δηλαδή το άθροισμα της κατανάλωσης και της επένδυσης.

Όταν η ζήτηση ανεβαίνει, δηλαδή αυξάνεται η κατανάλωση και η επένδυση, αυξάνεται και η προσφορά και επέρχεται οικονομική ανάπτυξη.

Γι’ αυτόν το λόγο και θεωρούσε ότι μπορούσε και έπρεπε να αποτελεί στόχο και η πλήρης απασχόληση και μια σταδιακή αύξηση των μισθών.

Παράλληλα, ο Κέινς υποστήριξε ότι δεν είναι λύση η μείωση των ονομαστικών μισθών ως τρόπος για να μειωθεί η τιμή των προϊόντων και να αυξηθεί η ζήτηση γι’ αυτά, ώστε να αυξηθεί η απασχόληση.

Ο Κέινς ισχυρίστηκε ότι μπορούσε να επιτευχθεί η διατήρηση πλήρους απασχόλησης χωρίς ονομαστικές μειώσεις μισθών.

Τέλος, ο Κέινς διαφωνούσε με την κλασική ποσοτική αντίληψη του χρήματος, που υποστήριζε πως, όταν αυξάνει παραπάνω από ένα όριο η νομισματική κυκλοφορία, τότε δημιουργούνται προβλήματα και άρα χρειάζονται τότε περιοριστικές πολιτικές.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr