Ο μεγάλος λαϊκός τραγουδιστής, Μάκης Χριστοδουλόπουλος, σε πρόσφατη συνέντευξη του αποκάλυψε πως γράφτηκαν οι μεγάλες του επιτυχίες, αλλά και η μεγάλη αλλαγή στην εμφάνιση του.

– Πώς κατάφερες να μείνεις προσγειωμένος έπειτα από τόσες επιτυχίες και τόση δόξα που έχεις γνωρίσει;

Θέλω να σου πω τώρα, που κοροϊδεύουν το πανηγύρι, που είναι μεγάλη δουλειά. Η Ελλάδα με αγάπησε από το “Παντρεμένοι κι οι δυο”… Δεν θα τους προδώσω ποτέ, οπότε παίρνω τώρα το συμβόλαιο και φεύγω. “Όχι Μάκη μου, ότι θέλεις, από εδώ και πέρα θα πας όπου θέλεις”. Τότε κοιμόμουν πολλές ώρες το μεσημέρι, δεν κάπνιζα, δεν ήμουν ποτέ μεθυσμένος, δεν έπινα. Μετά κάναμε τα παιδιά, είχαμε υποχρεώσεις, χάσαμε ανθρώπους από τη ζωή, “έφυγαν” πολύ νέοι, κι αυτό με πλήγωσε πάρα πολύ, αλλά ο Θεός ξέρει. Αν έχω κάνει κάτι, έπρεπε να το κάνει σε μένα και όχι σε αυτούς. Μόλις έβγαλα το “Απορώ”, του Γιάννη Πάριου, με πήραν τηλέφωνο να πάω να τραγουδήσω σε ένα μαγαζί με παπιγιόν και τέτοια, για να τραγουδάω άλλου είδους τραγούδια, “χαιρετισμούς”… Αυτό είπα σ’ ένα μεγάλο πιανίστα.

– Πες μου κάποιες έντονες αναμνήσεις σου…

«Όταν ήμουν στο νυχτερινό κέντρο “Αμπάρες”, το 1987, ήμουν 110 κιλά, και η εταιρεία μού είχε πει να αδυνατίσω, γιατί δεν κούμπωναν τα σακάκια. Πήγα σε γιατρό και μου είπε “θα κάνεις να βάλεις στο στόμα σου ζάχαρη, αλάτι και ψωμί 7 μήνες”. Στον ένα μήνα είχε γίνει μεγάλη δουλειά. Κρέας δεν τρώω, δεν μου αρέσει. Ο Αντρέας που μου είχε γράψει τις “Αμπάρες” και τα “Στέφανα”, όταν πηγαίναμε για καφέ, τους έλεγα «φτιάξτε μου έναν καφέ και μη βάλεις ζάχαρη». Μετά από μία εβδομάδα είχε φτιάξει το τραγούδι. Ο Αντρέας άλλη στιγμή μου έλεγε να πάμε κάπου και του έλεγα να με αφήσει, δεν ήθελα, γιατί εγώ δεν μοιάζω με κανέναν από αυτούς, “εγώ δεν μοιάζω κανενός”… Μετά από μία εβδομάδα μου το έφερε σε τραγούδι»,

Γράψτε το σχόλιό σας