Ο Γιάννης και η Ράνια σε λίγη ώρα θα χωρίσουν. Πριν από αυτό θα κατασπαράξουν ο ένας τον άλλον σε μια σφοδρότατη αντιπαράθεση, με φόντο την Αθήνα και την Ελλάδα των αρχών της δεκαετίας του ’90.

Τα «Φτερά Μπεκάτσας» -παρουσιάζονται στο Δώμα του Θεάτρου του Νέου Κόσμου έως 12 Απριλίου- διαδραματίζονται σε μία περίοδο όπου οι καθημερινές ανάγκες των Ελλήνων έχουν πολλαπλασιαστεί απροσδόκητα εξαιτίας της υποτιθέμενης ευημερίας, καθώς η περίφημη εποχή της αλλαγής συμπαρασύρει στο διάβα της θεσμούς και αξίες.

Με σφιγμένα δόντια ακούμε τους ήρωες να αρθρώνουν με καθημερινό και τραχύ λόγο αλληλοκατηγορίες σε μια καθόλα συνηθισμένη διαμάχη που ηχεί στα αυτιά μας τόσο οικεία, όσο μια τηλεόραση ανοιχτή σ’ ένα συνοικιακό μπαλκόνι.

Σε μια μικροαστική κουζίνα ο Θανάσης Βαλτινός χωράει μια ολόκληρη εποχή. Μια εποχή μαζί με την ηθική που μας κληροδότησε, την ελληνική οικογένεια που ακόμα προσπαθούμε να διαπραγματευτούμε αλλά και τον θάνατο ενός έρωτα, που είναι πάντα επίκαιρος.

Τι πραγματεύεται το έργο «Φτερά Μπεκάτσας»;

Σταύρος Γιαννουλάδης: Πρόκειται για ένα ζευγάρι το 1992 που χωρίζει. Μας δείχνει το τέλος ενός έρωτα την περίοδο της πλασματική ευμάρειας. Ο Γιάννης και η Ράνια, ένα ζευγάρι με δύο παιδιά, που ανήκει στη μερίδα της κοινωνίας που δεν ευνοήθηκε από τις κοινωνικοπολιτικές αλλαγές της εποχής, προσπαθούν να σώσουν ό,τι μπορούν από τη σχέση τους. Παγιδευμένοι στις στερεοτυπικές αντιλήψεις της εποχής, ανήμποροι να εκφράσουν τα συναισθήματά τους αναλώνονται σε ανούσια θέματα, ο καθένας στηρίζοντας τη θέση του μέχρις εσχάτων. Μια μονομαχία με τελικό χαμένο τα παιδιά τους που τους ακούνε να τσακώνονται πίσω από την πόρτα.

Ποιους προβληματισμούς θίγει; Γιατί το επιλέξατε;

Θανάσης Ζερίτης: Ο Θανάσης Βαλτινός έγραψε ένα κείμενο που θυμίζει απομαγνητοφώνηση. Όταν έφτασε στα χέρια μου με συγκίνησε η τρομερή προφορικότητα των ηρώων, τα ήσσονος σημασίας θέματα που διαπραγματεύονται στον τσακωμό τους και όλα αυτά που δεν λέγονται, αλλα υπάρχουν εμφανώς κάτω από τις γραμμές. Η συμπύκνωση μιας ολόκληρης εποχής στα λόγια τους και η φασαρία που σχεδόν ακούγεται όταν διαβάζεις το βιβλίο είναι οι κύριοι λόγοι που μας έκαναν να το επιλέξουμε.

Ποιο είναι το προφίλ των ηρώων; Ποιος είναι ο ρόλος του καθενός σας;

Ελένη Τσιμπρικίδου: Ο Γιάννης και η Ράνια είναι ένα ζευγάρι γύρω στα 30. Είναι παντρεμένοι επτά χρόνια κι έχουν δυο παιδιά. Βιοπορίζονται δύσκολα, με μόνο εισόδημα τη δουλειά του Γιάννη, και όποια βοήθεια τους προσφέρουν οι οικογένειές τους. Πρόκειται για δυο ανθρώπους που ανήκουν στην εργατική τάξη, που κοπιάζουν για τα προς το ζειν, και ζουν με στερήσεις. Ο λόγος τους και ο τρόπος που εκφράζονται μας δείχνει ότι το μορφωτικό τους επίπεδο είναι μάλλον χαμηλό, αφού εκτός από τους προσωπικούς λόγους που τους κάνουν να μην λένε ακριβώς τι θέλουν, μάλλον δεν ξέρουν και πώς ακριβώς να το εκφράσουν.

Ο Γιάννης δουλεύει όλη μέρα, και μοναδικό του καταφύγιο είναι το κυνήγι μπεκάτσας, το καφενείο και οι γονείς του. Στο έργο δείχνει να απαιτεί πράγματα για τον οποίο είναι αυτονόητα με το γάμο. Έχει μάθει πως η γυναίκα πρέπει να φροντίζει το σπίτι και τα παιδιά, όπως αυτός εργάζεται για το μεροκάματο. Έχει μάθει πως η ερωτική επαφή είναι συζυγική υποχρέωση. Είναι άνθρωπος με ευαισθησία.

Η Ράνια δεν εργάζεται. Έχει αναλάβει, ίσως και υποχρεωτικά, ακολουθώντας το κλίμα της εποχής, την ανατροφή των παιδιών και το νοικοκυριό. Διέξοδός της είναι ο «Συλλογος». Θα μπορούσε να είναι ένας κομματικός σύλλογος ή ακόμη και ο  σύλλογος ελληνίδας νοικοκυράς, ο οποίος διεκδικούσε την ισότητα και την ελευθερία των γυναικών πολύ ενεργά στη δεκαετία του 1980 αλλά και του 1990.

Τι σας συγκινεί στο κείμενο;

Ελένη Τσιμπρικίδου: Αυτό που με συγκινεί στο κείμενο, δεν είναι γραμμένο στο κείμενο. Είναι αυτά που θέλει ο συγγραφέας να καταλάβει ο αναγνώστης, χωρίς να τα γράψει.  Δημιουργεί δυο ήρωες που άλλα λένε και άλλα εννοούν. Και αυτό το «εννοούν»,  παρουσιάζεται ανάγλυφο μπροστά σου. Διαβάζοντάς το κι αργότερα ενσαρκώνοντας έναν από τους ρόλους, έμενα πάντα με την εντύπωση πως είχα ακούσει πράγματα, που δεν είχαν ποτέ ειπωθεί. Αυτό το χαρακτηριστικό του, κάνει το κείμενο τόσο ρεαλιστικό, επίκαιρο,  διαχρονικό και τελικά, συγκινητικό.

Τι αναφορές έχει στο σήμερα, 30 χρονιά μετά την περίοδο που απεικονίζει;

Σταύρος Γιαννουλάδης: Δεν έχουν αλλάξει και πολλά πράγματα από τότε. Ακόμη συζητάμε για το “Μακεδονικό”, έχουμε κυβέρνηση Μητσοτάκη, συζητάμε για τα δικαιώματα των γυναικών τόσο στον εργασιακό τομέα, όσο και στον τομέα των σχέσεων, το πρότυπο του άντρα “κουβαλητή” και της γυναίκας “νοικοκυράς” υπάρχει ακόμη σε πολλές οικογένειες. Σίγουρα θεσμικά έχουν αλλάξει πολλά πράγματα, και το γεγονός ότι τώρα πια όλα αυτά τα θέματα είναι υπό συζήτηση είναι ένα μεγάλο βήμα. Παρ’ όλα αυτά η κοινωνίας μας κουβαλάει βαθιά μέσα της όλες αυτές τις απαρχαιωμένες αντιλήψεις και δυσκολεύεται να αλλάξει. Γι’ αυτό βλέπουμε ακόμη γεγονότα όπως σεξουαλική παρενόχληση και αναξιοκρατία εις βάρος των γυναικών στον εργασιακό τομέα, βίαιες συμπεριφορές “αντρών” σε ανθρώπους που τους μοιάζουν διαφορετικοί γιατί οι ίδιοι πρεσβεύουν το πρότυπο του “Έλληνα άντρα”, καθώς και την αυξανόμενη ξενοφοβία και τον άκρατο εθνικισμό.

Ποιο είναι το μήνυμα που θέλετε να έχει πάρει ο θεατής όταν δει την παράσταση;

Θανάσης Ζερίτης: Θα ήθελα να αναρωτηθούμε όλοι μαζί, τι έχει αλλάξει απο τότε,τι μπορούμε να αλλάξουμε σε συλλογικό επιπέδο καθώς και μέσα στις σχέσεις μας.Και μόνο να σκεφτούμε για λίγα λεπτά πως είμαστε ως σύντροφοι, ως γονείς και ως άνθρωποι για μένα είναι πολύ σημαντικό κέρδος.

Ποια είναι η αγαπημένη σας σκηνή;

Θανάσης Ζερίτης: Συγκινούμαι σχεδόν πάντα όταν ακούγονται τα τελευταία λόγια του κειμένου.

 

 

 

 

Γράψτε το σχόλιο σας